Legislator Case Law & Legislation
1284/2015 AI generated

Supreme Court dismisses jurisdiction objection but remands case to Thessaloniki Court of Appeal for lack of subject-matter jurisdiction.

Case Number 1284/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's claim that civil courts lacked jurisdiction over the dispute regarding municipal contracts. However, the court found that the Multi-member District Court of Chalkidiki lacked subject-matter jurisdiction because the case should have been heard by the Thessaloniki Court of Appeal. Consequently, the decision was annulled and the case remanded to the competent appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 94 Const.; Art. 1 para. 2 N. 1406/1983; Art. 559 para. 4, 5 C.P.D.; Art. 580 para. 2 C.P.D.: While administrative courts have jurisdiction over disputes arising from administrative contracts, civil courts may hear such disputes if no specific administrative law applies, but the competent court is determined by the specific provisions of the Code of Civil Procedure regarding subject-matter jurisdiction.

Keywords

AI generated
administrative contract jurisdiction civil court competence subject matter jurisdiction remand to appellate court municipal public works unjust enrichment claim Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 94 Const.
Art. 1 para. 2 N. 1406/1983
Art. 559 para. 4 C.P.D.
Art. 559 para. 5 C.P.D.
Art. 580 para. 2 C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 191 para. 2 C.P.D.
Art. 22 N. 3693/1957
Art. 276 para. 1 N. 3463/2006
Art. 287 N. 3852/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1284/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινωφελούς επιχείρησης Δήμου Νέας Προποντίδας, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Νέων Μουδανιών, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σαρηγιάννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Μ. του Τ. και 2. Τ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Καμάρη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Εκδόθηκε η 157/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 2-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως απαράδεκτης, σε περίπτωση δε που ήθελε κριθεί παραδεκτή, να γίνει δεκτός ο δεύτερος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, αλλά ισχύει και μετά από αυτήν, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές, όσες δεν είχαν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, επιβαλλόταν να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους εντός της οριζόμενης προθεσμίας πέντε ετών, που μπορούσε να παρατείνεται με νόμο.

Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. ι’), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση.

Εξάλλου, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 28/2011).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Αντιθέτως διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 3/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 έως 3 του ν. 3669/2008 "Κύρωση της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων", "1.Οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται σε όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’) (στο στοιχείο γ της οποίας ρητά αναφέρονται οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους).

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του εκάστοτε αρμόδιου Υπουργού, είναι δυνατόν έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των ανωτέρω φορέων να εξαιρούνται διατάξεων του παρόντος Κώδικα. 2.

Τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Τα δημόσια έργα εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και υλοποιούν επιλογές του δημοκρατικού προγραμματισμού. 3.

Από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν οι φορείς της παρ. 1 και συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλωτά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουργία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση".

Επίσης, κατά το άρθρο 77 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, "1.Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. ... 2.

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. Παρέκταση αρμοδιότητας δεν επιτρέπεται. Αν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, αρμόδιο καθίσταται εκείνο που ορίζει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου, ύστερα από αίτηση εκείνου που ενδιαφέρεται να ασκήσει την προσφυγή".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 64 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση υπάγεται, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τότε αρμόδιο για την εκδίκαση αυτής καθίσταται το Εφετείο, και μάλιστα υπό πενταμελή σύνθεση, όταν η διαφορά, είτε από τη σύμβαση είτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως, αφορά στην εκτέλεση δημόσιου έργου που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (ΑΠ 1056/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η εναγομένη δημοτική επιχείρηση, κατόπιν αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της και αφού εκτίμησε τις οικονομικές προσφορές των ενδιαφερομένων ανέθεσε κατά τα έτη 2005, 2007, 2008 και 2009 στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους την προμήθεια υλικών και την εκτέλεση με τα κατάλληλα μηχανήματα χωματουργικών εργασιών για τη διαμόρφωση αγροτικών οδών σε διάφορες περιοχές του δημοτικού διαμερίσματος ..., υπογράφηκαν δε για το σκοπό αυτό με τον καθένα τους αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά, στα οποία καθορίζονταν το ωριαίο εργολαβικό αντάλλαγμα ανά μηχάνημα έργου και η αξία εκάστου υλικού ανά κυβικό μέτρο.

Ότι αυτοί εκτέλεσαν κατά τον προσήκοντα τρόπο το έργο που τους ανατέθηκε και προμήθευσαν την εναγομένη με τα απαραίτητα υλικά και εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ή πωλήσεως υλικών, πλην όμως η τελευταία, αν και παρέλαβε αυτά διά των οργάνων της και των μηχανικών της, αρνείται μέχρι σήμερα, παρά τις οχλήσεις τους, να καταβάλει τα σχετικά ποσά, που ανέρχονται για μεν τον πρώτο στο ποσόν των 148.863,42 ευρώ, για δε τον δεύτερο στο ποσόν των 7.630,28 ευρώ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη δημοτική επιχείρηση να καταβάλει στον καθένα τους το αντίστοιχο ποσό, διαφορετικά, αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ τους δεν είναι έγκυρες, να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, για το λόγο ότι κατέστη αυτή αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος τους, εξοικονομώντας αντίστοιχη δαπάνη για έργο που σώζεται μέχρι σήμερα.

Ωστόσο, για τη διάγνωση του χαρακτήρα των συμφωνιών αυτών ως διεπομένων από το διοικητικό ή το ιδιωτικό δίκαιο, ο δικαστής δεν μπορεί να αναζητήσει στην ίδια τη συμφωνία ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο, ενόψει του ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται στην ένδικη αγωγή τους τέτοιες ρήτρες, ούτε επίσης είναι δυνατόν να διαγνωσθεί το κανονιστικό καθεστώς που τις διέπει, ώστε να διερευνηθεί αν οι ένδικες συμβάσεις διέπονται από εξαιρετικό υπέρ της εναγομένης νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.

Επομένως η διαφορά που απορρέει από τις επίμαχες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, ανεξαρτήτως αν οι συμφωνίες αυτές, οι οποίες φέρονται να έχουν συναφθεί για την εκτέλεση δημοτικού έργου απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού. Συνακόλουθα τούτων, ο πρώτος (από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ) λόγος του αναιρετηρίου για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είναι αβάσιμος, ενώ αντιθέτως βάσιμος παρίσταται ο (από το άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ) δεύτερος λόγος για έλλειψη καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον αρμόδιο για την εκδίκαση της είναι το Εφετείο Θεσσαλονίκης υπό πενταμελή σύνθεση.

Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν, ως ηττώμενοι διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με άρθρα 276 παρ. 1 ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων & Κοινοτήτων" και 287 ν. 3852/2010, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 157/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος και την ορίζει στα τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ