Legislator Case Law & Legislation
1284/2013 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on labor contract and unilateral schedule reduction grounds.

Case Number 1284/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The court found that an employment contract existed based on subordination and ruled that the bank's unilateral reduction of working hours violated labor laws. Consequently, the court rejected the bank's claims regarding procedural errors and the inapplicability of constitutional provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; An employment contract exists when subordination is present, and unilateral modifications to working hours without written agreement and registration are void.

Keywords

AI generated
employment contract subordination unilateral modification working hours labor law appeal dismissal civil code

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 38 of Law 1892/1990
Article 2 of Law 2639/1998
Article 7 of Law 2874/2000
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 31 of the Code of Civil Procedure
Articles 231 and 679(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 51(1)(g) of Law 1892/1990
Article 103(8) of the Constitution
Law 2112/1920
Law 4332/1929
Law 1914/1990
Decree 307/1996

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1284/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ν. Λ. του Χ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Τ.Ο.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6171/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 8/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των 1ου και 2ου και την παραδοχή του 3ου λόγου της ένδικης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6171/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη αίτηση της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6171|2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθεί (άρθρο 31 Κ.Πολ.Δικ.) με την παραδεκτά (άρθρα 231 και 679 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) υπέρ της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλλήλων Ελλάδος (ΟΤΟΕ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765|1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκειά της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους.

Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκειά της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112|1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό.

Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως "ορισμένου χρόνου", φέρει "εν τοις πράγμασι" τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία.

Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2112|1920 και των άρθρων 652 και 281 ΑΚ, συνάγεται ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης, χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει, όταν η μονομερής βλαπτική μεταβολή γίνεται σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως ή του νόμο ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 1-2-1999 η εναγόμενη Τράπεζα συνήψε με την ενάγουσα έγγραφη σύμβαση στο κτίριο στο οποίο στεγάζεται η Διεύθυνση Διοικητικής Μέριμνας της εναγομένης, στην οδό ... στην ….

Ακολούθως, η εναγομένη, μετά τη πάροδο ενός μήνα από τη λήξη της πρώτης σύμβασης προσέλαβε και πάλι την ενάγουσα, με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της σ' αυτή, υπό την παραπάνω ιδιότητα της (μήνα παρά μήνα) μέχρι τις 23-8-2004. Η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες εφόσον οι συνεχείς, ως άνω, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που αυτή είχε συνάψει με την εναγομένη, συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 3-5-2005, η εναγομένη, συμμορφούμενη με τις επιταγές του νόμου, δηλαδή τα νέα Π.Δ. (180/2004 και 81/2003) και τη σχετική Κοινοτική Οδηγία (1999/70/ΕΚ), κατάρτισε και νόμιμα πλέον σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της ενάγουσας εκδόθηκε η με αριθ. 20/20-12-2004 διαπιστωτική πράξη του Δ.Σ.

της εναγομένης που εγκρίθηκε με την με αριθ. 1/15-3-2005 απόφαση του Δ' τμήματος του ΑΣΕΠ, σύμφωνα με την οποίαν έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα εμπίπτει στις ρυθμίσεις του π.δ/τος 180/2004, με αποτέλεσμα οι διαδοχικές συμβάσεις της ορισμένου χρόνου να μετατραπούν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ότι οι εκ περιτροπής συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει με την εναγομένη, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης επί 3 ώρες και λεπτά ημερησίως ως καθαρίστρια και με την αντίστοιχη με τη μειωμένη αυτή απασχόληση δικαιούμενη αμοιβή.

Πλην όμως, η εναγομένη προέβη σε τροποποίηση των όρων εργασίας, που ίσχυαν μέχρι τότε αφού με τη μείωση του ωραρίου της ενάγουσας και την άρνηση της εναγομένης να την απασχολήσει με το πλήρες ωράριο εργασίας, με το οποίο απασχολούνταν, συνεχώς, επί 7 έτη περίπου (όπως ομολογεί η εναγομένη εφόσον δεν αρνείται ρητά την απασχόληση της ενάγουσας με πλήρες ωράριο, ενώ και ο μάρτυρας αυτής, κατέθεσε ότι η ενάγουσα εργαζόταν μήνα παρά μήνα επί 7 ώρες την ημέρα), επήλθε, με βάση τα αποδειχθέντα και τις προαναφερθείσες σχετικές νόμιμες σκέψεις, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, που συνίσταται, κυρίως σε μείωση των καταβαλλομένων αποδοχών της (το Μάρτιο του έτους 2005, λάμβανε μηνιαίες μεικτές αποδοχές 1.151,63 ευρώ και καθαρό πληρωτέο ποσό 914,25 ευρώ, ενώ τον Οκτώβριο του έτους 2008 το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών της ανερχόταν σε 573, 53 ευρώ).

Αλλά, και ανά δίμηνο η ενάγουσα λάμβανε, (συνυπολογιζομένου του επιδόματος ανεργίας του ΟΑΕΔ που λάμβανε το μήνα που δεν απασχολούνταν), μεγαλύτερες αποδοχές, από εκείνες που λαμβάνει, με τη νέα σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, λάμβανε 1.214,25 ευρώ (914,25 ευρώ + 300 ευρώ επίδομα ανεργίας) ευρώ αντί των 1.147,06 ευρώ (573,53 Χ 2) που έλαβε για δίμηνη εργασία το 2008.

Επίσης, η ενάγουσα, με βάση το μειωμένο ωράριο, με το οποίο την προσέλαβε η εναγομένη, θα δικαιούταν μικρότερης σύνταξης, καθώς και μειωμένου επιδόματος βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ήταν επιβεβλημένο να προσλάβει την ενάγουσα με μειωμένο ωράριο, διότι, εκτός αυτής, προσέλαβε και απασχολεί μεγάλο αριθμό καθαριστριών (8οο περίπου) στα καταστήματα που διατηρεί ανά την Ελλάδα με το παραπάνω προηγούμενο σύστημα απασχόλησης, δεν δικαιολογεί την ενέργεια της, ούτε δύναται να θεωρηθεί ότι προέβη σ' αυτήν κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, αλλά συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος αυτού, σύμφωνα και με τις, επίσης, σχετικώς προαναφερθείσες νομικές σκέψεις.

Τούτο, διότι δική της επιλογή ήταν να προσλάβει το μεγάλο αυτό αριθμό καθαριστριών, που η ίδια αναφέρει ότι προσέλαβε, ενώ είχε τη δυνατότητα να προσλάβει μικρότερο αριθμό εργαζομένων της ειδικότητας της ενάγουσας, και μάλιστα τόσο, όσος απαιτούνταν, ώστε να μη διακυβεύονται τα δικαιώματα της (ενάγουσας) και συγκεκριμένα το δικαίωμα της για πλήρη καθημερινή εργασία (όπως εξάλλου, γινόταν επί 7 έτη περίπου), χωρίς εκ τούτου να επηρεασθεί, επί το δυσμενέστερο, τόσο η αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, όσο και η όλη οργάνωση της επιχείρησης της.

Τούτο μάλιστα έπραξε σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, όπως ομολογεί η ίδια η εναγομένη (βλ. και το με α.π. 1.138/21-4-2005 έγγραφο της Δ/σης Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης, που αυτή προσκομίζει με επίκληση). Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας διότι η από 3-5-2005 σύμβαση ήταν νέα και ανεξάρτητη από τις προηγούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και επομένως είχε δικαίωμα ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα αυτής να θέσει νέους όρους εργασίας.

Επίσης, ισχυρίστηκε ότι οι ανάγκες της τράπεζας δεν απαιτούσαν ποτέ την απασχόληση σε μόνιμη βάση όλων αυτών των καθαριστριών, για αυτό άλλωστε τις απασχολούσε μήνα παρά μήνα, ενώ ούτε με τις σημερινές συνθήκες είναι σε θέση να τις απασχολεί με πλήρες ωράριο. Οι παραπάνω ισχυρισμοί της κρίνονται αβάσιμοι, διότι η σύμβαση αυτή δεν είναι νέα ούτε ανεξάρτητη από τις παλαιές διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με την έννοια ότι οι τελευταίες αυτές συμβάσεις και οι ειδικότεροι όροι αυτών (ειδικότητα, ωράριο, κ.λπ.) ουσιαστικά αποτέλεσαν τα στοιχεία εκείνα που οδήγησαν το ΑΣΕΠ στην κρίση ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες και επομένως οι συμβάσεις αυτές με τα συγκεκριμένα στοιχεία έπρεπε να μετατραπούν σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Άλλωστε, η σύνδεση και η εξάρτηση που υπάρχει μεταξύ της μετατραπείσας σύμβασης αορίστου χρόνου και των προγενεστέρων διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου προκύπτει και από την διάταξη του άρθρου 11 παρ.ι εδ. β' του π.δ/τος 164/2004, σύμφωνα με την οποία "οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση".

Εξάλλου, ο σκοπός του ως άνω π.δ. αλλά και της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου ή του ορθού νομικού χαρακτηρισμού των συμβάσεων ορισμένου χρόνου (βλ. Κοινοτική οδηγία 1999/70/ΕΚ, αρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, αρθ. 281 και 671 ΑΚ, 25 παρ. ι και 3 του Συντάγματος) δεν ήταν να καταστήσουν την θέση του εργαζομένου, μετά τη μετατροπή της συμβάσεως του σε αορίστου χρόνου, δυσμενέστερη, αλλά να του εξασφαλίσουν τα εργασιακά δικαιώματα του, με την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων σε βάρος του με τη συνέχιση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

Βεβαίως, ο εργοδότης με τη σύναψη της σύμβασης αορίστου χρόνου και στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του, μπορεί να θέσει κάποιους νέους όρους, οι οποίοι αν γίνουν αποδεκτοί και από τον εργαζόμενο μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβάσεως του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, είναι σαφές ότι η ενάγουσα δεν αποδέχτηκε και δεν συναίνεσε στον όρο που αφορούσε τη μείωση του ωραρίου της, αλλά αναγκάστηκε να υπογράψει τη σύμβαση αυτή, προκειμένου να διατηρήσει τη θέση εργασίας της, την οποίαν θα έχανε αν δεν δεχόταν τον όρο αυτό και επομένως πιεζόμενη από τις βιοτικές της ανάγκες υπέγραψε τη σύμβαση αυτή, αφού δεν μπορούσε να επιβάλει τη αναιρέσει το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της.

Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η συνδέουσα την ενάγουσα με την εναγόμενη Τράπεζα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας φέρει το χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με πλήρη απασχόληση και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας με βάση την παραπάνω σύμβαση, απορριπτόμενων ως αβασίμων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης και να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά τα παραπάνω".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο ορθά κατ' αποτέλεσμα, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία σε σχέση με τις εφαρμοστέες διατάξεις ως προς το ζήτημα της φύσης της σύμβασης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔικ, οδηγήθηκε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι αυτή συνδεόταν με την αναιρεσείουσα, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αφενός, αφού κατά τις παραδοχές, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 669 Α.Κ.

και 8 του Ν. 2112|1920, οι οποίες έχουν εν προκειμένω εφαρμογή και όχι η διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, η οποία προστέθηκε με το Ψήφισμα της 6-4-2001 και έκτοτε ισχύει και το Π.Δ. 164|2004, μολονότι η αναιρεσείουσα ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 παρ.1γ του Ν. 1892|1990, 1 Ν. 4332|1929, 26 Ν. 1914|1990 και Π.Δ. 307|1996 (Α.Π. 415|2008), εφόσον η πρόσληψη της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος καθώς και της Κοινοτικής Οδηγίας 1999|70|ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2001 (Α.Π. 79|2013, Α.Π. 15|2012) και αφετέρου (έγινε δεκτό) ότι, με την, κατά τα άνω, τροποποίηση μονομερώς εκ μέρους της αναιρεσείουσας των όρων εργασίας και ειδικότερα την καθιέρωση μειωμένου ωραρίου απασχόλησή της, επήλθε βλάβη στα εν γένει εργασιακά συμφέροντά της, κατά τα ανωτέρω, αφού, εκτός των άλλων, βλαπτικών, οικονομικών γι' αυτή συνεπειών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εν λόγω μονομερής τροποποίηση των όρων της συμβάσεώς της είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του Ν. 1892|1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2639|1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874|2000, καθόσον η έγκυρη μερική απασχόληση εργαζομένου προϋποθέτει έγγραφη σύμβαση μεταξύ αυτού και εργοδότη, η οποία κατατίθεται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτισή της, στην οικεία Επιθεώρηση εργασίας, στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, η καθιέρωση μειωμένου ωραρίου απασχόλησης για την αναιρεσίβλητη, έγινε μονομερώς από την αναιρεσείουσα-εργοδότιδα Τράπεζα.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το, κατά τα άνω, αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και επιτρέπουν τον σχετικό, αναιρετικό έλεγχο της ορθής εκ μέρους του ουσιαστικού δικαστηρίου εφαρμογής των διατάξεων, που ήταν εφαρμοστέες. Επομένως η ένδικη αίτηση, με την οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες, αφενός μεν από τον αριθμό 1 (1ος και 2ος λόγοι), αφετέρου δε από τον αριθμό 19 (3ος λόγος) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την ένδικη αίτηση με την πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (ΟΤΟΕ).

Απορρίπτει την από 22-1-2010 αίτηση της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6171|2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας εξ οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ