Legislator Case Law & Legislation
1284/2012 AI generated

1284/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1284/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1284/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πατρών, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η παριστάμενη και επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο για την δικάσιμο της 5-4-2011, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1284/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριάνα Αντωνοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 15-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει την συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι σι διάδικοι.

Στην προκείμενη υπόθεση, από την υπ' αριθμ. 7627Γ/2-2-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Λ., μετά τις κάτω από αυτή, με ημερομηνία 2-2-2011 απόδειξη εγχειρήσεως θυροκολληθέντος εγγράφου από τον άνω δικαστικό επιμελητή στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Δ' Αστυνομικού Τμήματος Πατρών και με ημερομηνία 3-2-2011 βεβαίωση παράδοσης συστημένης επιστολής από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή στην αρμόδια υπάλληλο του Ταχυδρομικού Γραφείου των Ε.Λ.Τ.Α.

Πατρών, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει η παριστάμενη και επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση και συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο για την δικάσιμο της 5-4-2011, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αναιρέσεως.

Κατά την δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της αναιρέσεως, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 24-1-2012, οπότε, κατά τον ίδιο τρόπο, αναβλήθηκε και πάλι η συζήτησή της για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (22-5-2012). Κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειαζόταν νέα κλήση του, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το προαναφερθέν άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές (ΑΠ 1296/2006) και επομένως πρέπει, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ΚΠολΔ).

Κατά μεν το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί της παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο (η μη υποκειμένη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον βέβαια συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990).

Η αίτηση δε αναιρέσεως δύναται να στρέφεται είτε κατά μόνης της ερήμην αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είτε και κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, αν ο αναιρεσείων έχει κάποιο βάσιμο λόγο κατ' αυτής. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της.

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 841/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 12-7-2010 αίτηση (κατατεθείσα στις 20-7-2010) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 140/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας αυτής, μετά την έκδοση (στις 24-3-2010) της υπ' αριθμ. 213/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που απέρριψε την από 15-4-2008 ανακοπή ερημοδικίας, την οποία είχε ασκήσει η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσας ως άνω υπ' αριθμ. 140/2008 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 140/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στην οποία, κατά τα εκτιθέμενα, ενσωματώνεται η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 569/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, είναι παραδεκτή και ερευνητέα ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου, προσληφθέντος για αόριστο χρόνο, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας, εγγράφως και να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Σε περίπτωση μη τηρήσεως των ως άνω προϋποθέσεων, η εξ αυτής προκύπτουσα ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια, είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του, προσφέροντας κανονικώς τις υπηρεσίες του, είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς του δικαιώματος προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να την θεωρήσει έγκυρη και να απαιτήσει την οριζόμενη από το νόμο αποζημίωση. Τα δύο αυτά αιτήματα είναι δυνατόν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο μόνο εφόσον το ένα εισάγεται επικουρικώς και όχι σωρευτικώς μετά του άλλου.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα δικόγραφα της ένδικης από 24-2-2005 αγωγής και των υποβληθεισών προτάσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Πατρών), τα οποία, ως διαδικαστικά έγγραφα, υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν, κατ' ορθή εκτίμηση αυτών, τα εξής:

Ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι εργάσθηκε ως μηχανολόγος - μηχανικός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τεχνικής εταιρείας, που δραστηριοποιείται στην Πάτρα με την συντήρηση ανελκυστήρων κτιρίων, από της προσλήψεώς του από αυτήν, στις 7-6-2004, έως τις 20-12-2004, που η εναγόμενη εργοδότριά του κατήγγειλε προφορικά και χωρίς να του καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, ζήτησε με την αγωγή, εκτός άλλων, την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως, ανερχόμενης, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στο ποσό των 1.370 ευρώ, καθώς και το υπόλοιπο του μισθού του, του μηνός Δεκεμβρίου 2004, ήτοι από 21 έως 31 Δεκεμβρίου 2004, ανερχόμενο στο ποσό των 267 ευρώ.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ερήμην της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και στην οποία (απόφαση) ενσωματώνεται η υπ' αριθμ. 569/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, εκτιμώντας τις αποδείξεις, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως οφειλόμενη αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 1.166 ευρώ και, ανεξαρτήτως του ότι το αιτούμενο υπόλοιπο του μισθού του, του μηνός Δεκεμβρίου 2004 (από 21-12-2004 έως 31-12-2004), εσφαλμένα χαρακτήρισε ως αποδοχές υπερημερίας, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν ενέμεινε στην ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, ούτε, άλλωστε, ζήτησε με την ένδικη αγωγή του την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής, επιδίκασε σ' αυτόν και το ποσό των 267 ευρώ, που ζητούσε ως οφειλόμενο υπόλοιπο του μισθού του από 21 έως 31 Δεκεμβρίου 2004, για το οποίο ποσό, όμως, δεν υπάρχει αιτίαση, με λόγο αναιρέσεως, ότι δεν το εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος.

Έτσι, μετά ταύτα, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 (και όχι 559, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) αριθμός 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω του ότι ο αναιρεσίβλητος ζήτησε σωρευτικώς με αυτήν την καταβολή της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών που έκρινε παραδεκτή την αγωγή εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ένδικη αγωγή περιέχει αίτημα καταβολής αποδοχών υπερημερίας.

Από την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, προκύπτει ότι κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, επί εφέσεως κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, μπορεί παραδεκτώς να ασκηθεί λόγος αναιρέσεως για καθ' ύλην αναρμοδιότητα μόνο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου όχι δε και του Ειρηνοδικείου.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 18 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 560 αριθμ. 3 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι τόσο το Ειρηνοδικείο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, όσο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδια να δικάσουν την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 9.671,75 ευρώ συνολικά, που του οφείλει από την παροχή σ' αυτήν της εργασίας του, δυνάμει της μεταξύ τους συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) καταγγελία της συμβάσεως αυτής, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μεν πλήττει την απόφαση του Ειρηνοδικείου, ως απαράδεκτος, ενώ, καθόσον αφορά την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως αβάσιμος, αφού για την εκδίκαση της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών ήταν καθ' ύλην αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση συγχωρείται μόνο για τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο αυτό λόγους, το οποίο (άρθρο) δεν περιέχει διατάξεις αντίστοιχες με εκείνες των αριθμών 17, 8, 19, 11 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Έτσι, στους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνονται: α) η ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στην ίδια την απόφαση, β) η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γ) η έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, που στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, ήτοι η εκ πλαγίου παράβαση κανόνα δικαίου, δ) η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ε) η παρά το νόμο παραδοχή από το δικαστήριο πραγμάτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινών, χωρίς απόδειξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών μετά από έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών. Με τους δεύτερο, τέταρτο (κατ' ορθή εκτίμηση αυτού), πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι αιτιάσεις ότι:

α) περιέχει αντιφατικές διατάξεις, β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα "πράγματα", που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ότι οι αιτιολογίες της (αποφάσεως) ως προς το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, είναι ανεπαρκείς, γ) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το αναφερόμενο αποδεικτικό μέσο (κατάθεση μάρτυρος), που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και δ) παρά το νόμο δέχθηκε τα αναφερόμενα πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.

Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού δεν προβλέπεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις ότι μπορούν να προταθούν κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Ο αναιρεσίβλητος δεν προέβη σε δικαστικά έξοδα λόγω της ερημοδικίας του, ούτε άλλωστε, ως ερημοδικασθείς, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΑΤΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 140/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ