1284/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1284/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας και της πρώτης εναγομένης, καταρτίστηκε σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία διορίστηκε παραγγελιοδόχος της πρώτης, με την εντολή να πωλεί και να διανέμει στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης τα υγρά καύσιμα που εμπορεύεται η ενάγουσα, με συμφωνίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1284 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1284/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Κ. του Β. και 2. Β. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία SHELL HELLAS Ανώνυμος Εταιρία Πετρελαιοειδών και Χημικών Προϊόντων" και τον διακριτικό τίτλο "SHELL HELLAS AE" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1851/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 546/2007 οριστική και 339/2008 διορθωτική της, του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της οριστικής απόφασης όπως αυτή διορθώθηκε με την τελευταία, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-6-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 702 Β /30-12-2009 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (Ολ.Α.Π. 6/2003, Α.Π. 1910/2009, 1937/2006, 1561/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας και της πρώτης εναγομένης, καταρτίστηκε σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία διορίστηκε παραγγελιοδόχος της πρώτης, με την εντολή να πωλεί και να διανέμει στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης τα υγρά καύσιμα που εμπορεύεται η ενάγουσα, με συμφωνίες.
Ο τέταρτος εναγόμενος στη σύμβαση αυτή, συνεβλήθη ως εγγυητής, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με την πρωτοφειλέτιδα για την εξόφληση οποιασδήποτε οφειλής θα προέκυπτε από την εν λόγω σύμβαση, παραιτούμενος από την ένσταση διζήσεως. Στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας τους, το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό από την εναγομένη προς την ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, αποτυπωνόταν σε μηνιαίες αναλυτικές εκκαθαρίσεις, στις οποίες, η πρώτη αναγνώριζε τις προηγούμενες οφειλές της οι οποίες όμως, συνεχώς αυξάνονταν πέραν του συμφωνηθέντος ορίου με αποτέλεσμα το Νοέμβριο του έτους 2001 να ανέρχονται στο ποσό των 99.059.442 δραχμών.
Με το από 30.11.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης και τετάρτου των εναγομένων, αναγνωρίστηκε από τους τελευταίους η ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή τους προς την πρώτη, η οποία ανέρχονταν στο ποσό των 187.993,43 ευρώ, ενώ συγχρόνως ρυθμίστηκε η καταβολή του ως άνω ποσού σε 22 μηνιαίες δόσεις.
Επίσης προς εξασφάλιση της ενάγουσας εταιρείας, η πρώτη εναγομένη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... λευκή κατά ποσό και ημερομηνία έκδοσης επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, στη Θεσσαλονίκη, σε διαταγή της πρώτης, τριτεγγυημένη από τον τέταρτο εναγόμενο - εγγυητή και εξουσιοδότησε ανέκκλητα την ενάγουσα να συμπληρώσει αυτή, κατά το ποσό και την ημερομηνία εκδόσεως, προκειμένου να εισπράξει το ποσό της οφειλής προκειμένου να εισπράξει το ποσό της οφειλής της, στην περίπτωση που δεν θα εξοφλείτο εγκαίρως.
Στην συνέχεια η ενάγουσα, μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας προς τους εναγομένους με την από 1.10.2002 εξώδικη διαμαρτυρία της, για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων, συμπλήρωσε την παραπάνω επιταγή με το ποσό των 254.202,64 ευρώ, πλην όμως αυτή, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της (28.11.2002), στην πληρώτρια Τράπεζα και έτσι μετά από αίτηση της πρώτης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 886/2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενώ κατά την διάρκεια των μηνών Οκτωβρίου - Νοεμβρίου του έτους 2001 ελάμβαναν χώρα οι παραπάνω διαπραγματεύσεις των διαδίκων σχετικά με τη ρύθμιση της αναγνωρισμένης οφειλής από τους εναγομένους, η πρώτη από αυτούς με το υπ' αριθμ. .../19.11.2001 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σοφίας Γυφτάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, προέβη στην μεταβίβαση κατ' επικαρπία, λόγω δωρεάς, προς την τρίτη εναγομένη μητέρα της και κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής προς την δεύτερη εναγομένη ανήλικη κόρη της, 1) ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου επί της οδού ...και ...
του Συνοικισμού ... του Δήμου ... Ν. Θεσσαλονίκης, εμβαδού 78,35 τ.μ. αξίας 20.326 ΕΥΡΩ και 2) ενός οικοπέδου με αριθ. πρώην 3873 και ήδη 40, έκτασης 282,50 τ.μ. που βρίσκεται στο 12° οικοδομικό τετράγωνο ... Ν. Καβάλας, με μία ισόγεια κατοικία εμβαδού 40 τ.μ. αξίας του μεν οικοπέδου 1.989 ευρώ, της δε οικίας 1.349 ευρώ, ο δε τέταρτος εναγόμενος μολονότι γνώριζε το χρέος της πρωτοφειλέτριας αλλά και της δικής του εις ολόκληρον εγγυητικής ευθύνης, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../18.10.2001 και .../10.10.2002 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Παναγακοπούλου - Μουρτζούκου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, προέβη στη μεταβίβαση, με γονική παροχή, προς τον πέμπτο εναγόμενο γιο του, των παρακάτω ακινήτων. 1) της ψιλής κυριότητας ενός αγροτεμαχίου με αριθμ. 1008, εκτάσεως 3375 τ.μ.
της περιοχής του αγροκτήματος ... της Κοινότητας ... Θεσσαλονίκης, επί του οποίου έχουν ανεγερθεί δύο αποθήκες εμβαδού 20 τ.μ. και 50 τ.μ. αντίστοιχα, συνολικής αξίας 3.658 ευρώ και 2) την κυριότητα α) ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του με αριθ. 404 αγρού εκτάσεως 3.794 τ.μ. της κτηματικής περιοχής ... του Δήμου ... Ν. Θεσσαλονίκης και β) ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. 1004 οικοπέδου, εκτάσεως 497 τ.μ.
που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. 103 οικοδομικό τετράγωνο της κτηματικής περιοχής ... του Δήμου ... Ν. Θεσσαλονίκης συνολικής αξίας 21.099 ευρώ. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων συνολικής αξίας 48.421 ευρώ, έγινε με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη της ενάγουσας ώστε η τελευταία, να στερηθεί της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα παραπάνω μοναδικά περιουσιακά στοιχεία που διέθεταν οι πρώτη και τέταρτος των εναγομένων.
Την πρόθεση τους δε αυτή, κατά τον χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων που απέβλεπε στη βλάβη της δανείστριας εταιρείας και συγκεκριμένα στη ματαίωση της προαναφερόμενης απαίτησης της, γνώριζαν τόσο οι τρίτη και πέμπτος των εναγομένων (μητέρα της πρώτης και γιος του τέταρτου, αντίστοιχα), όσο και η δεύτερη των εναγομένων ως ανήλικη θυγατέρα της πρώτης από την οποία και εκπροσωπήθηκε καθ' όσον κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου είχε συμπληρώσει το τρίτο έτος της ηλικίας της, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εναγομένους.
Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την αγωγή, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί η αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να απαγγελθεί υπέρ της ενάγουσας η διάρρηξη των απαλλοτριώσεων ...".
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 939 του Α.Κ, το πραγματικό της οποίας πλήρως καλύπτουν. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ως αποδειχθέν ότι τα ακίνητα που μεταβίβασε ο πρώτος αναιρεσείων, οφειλέτης από σύμβαση εγγύησης με την αναιρεσίβλητη, στον δεύτερο των αναιρεσειόντων υιό του ήταν τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία και ότι η συνολική τους αξία από 24.757 ευρώ υπολείπεται της απαίτησης της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης από 254.202,64 ευρώ, ώστε να καθίσταται πρόδηλο ότι η απαλλοτρίωση αυτή επιφέρει βλάβη στην ενάγουσα, αφού δεν μπορεί να ικανοποιήσει με άλλο τρόπο την απαίτησή της, δέχεται δε το Εφετείο ότι η απαλλοτρίωση έγινε από τον οφειλέτη με αποκλειστικό σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας και ότι ο τρίτος (υιός του οφειλέτη) που απέκτησε γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη της ενάγουσας.
H μετά την απαλλοτρίωση επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες παροχή από τον τρίτο στην ενάγουσα προσημείωσης υποθήκης για μερική εξασφάλιση της απαιτήσεώς της δεν καθιστά φερέγγυο τον οφειλέτη και δεν καθιστά μη αναγκαία τη διάρρηξη των δικαιοπραξιών. Επομένως, οι πρώτος κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου και ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ.1, πράγματι όμως από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1373/1997). Δεν αποτελούν, συνεπώς, πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη αρνητικοί ισχυρισμοί, επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 165/2009, 1121/1998, 1342/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το δεύτερο μέρος και τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που οι αναιρεσείοντες προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν στο Εφετείο με τις προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον αυτού και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:
α) τον ισχυρισμό τους ότι με την υπ' αριθ. 9127/2003 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συνήνεσαν και γράφηκε προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας στα μεταβιβασθέντα ακίνητα προς εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας και μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, 2) τον ισχυρισμό τους ότι η ενάγουσα για την ικανοποίηση της απαίτησής της προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση φορτηγού αυτοκινήτου που ανήκε στον πρώτο από αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατάσχεση η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα και 3) τον ισχυρισμό τους ότι από τον μήνα Απρίλιο 2003 έως τον μήνα Μάιο 2004 κατέβαλαν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 27.950 ευρώ.
Από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι πράγματι αυτοί προέβαλαν τους ανωτέρω ισχυρισμούς προς αντίκρουση του στοιχείου της αγωγής ότι ενήργησαν δόλια και με σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Οι ανωτέρω, όμως, ισχυρισμοί, δεν είναι αυτοτελείς και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αλλά είναι αρνητικοί της αγωγής και ως τέτοιοι δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί για την ανταπόδειξη του στοιχείου της αγωγής ότι ενήργησαν δόλια και με σκοπό να ματαιώσουν την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας επικαλέσθηκαν: α) την υπ' αριθ. 9127/2003 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε, με συναίνεσή τους, η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα μεταβιβασθέντα ακίνητα για εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας, β) την υπ' αριθ. 226/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η μεσεγγύηση ενός φορτηγού αυτοκινήτου, που ανήκε στον πρώτο από τους αναιρεσείοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, 3) τις 3385 και 3387/2003 κατασχετήριες εκθέσεις, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση του ως άνω αυτοκινήτου και 4) αποδείξεις καταβολής στην ενάγουσα του ποσού των 27.950 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 3-4-2003 έως 18-5-2004.
Από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τα οποία, άλλωστε δεν είναι κρίσιμα για την ανταπόδειξη του δόλου των αναιρεσειόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, τον οποίο δεν αποκλείει η μεταγενέστερη της απαλλοτρίωσης και της άσκησης της ένδικης αγωγής διάρρηξης συναινετική εγγραφή προσημείωση υποθήκης στα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν.
Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2008 αίτηση των Δ. Κ. και Β. Κ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 546/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 339/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011. και
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
H ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ