Legislator Case Law & Legislation
1284/2010 AI generated

1284/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1284/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1284/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1284/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, κατοίκου ... και 2)Χ2, κατοίκου Αγ. .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ψ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "Ψ ABEE" που εδρεύει στην ..., η οποία τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46Α Ν.1892/90, με την υπ' αριθ. 9793/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, νόμιμα εκπροσωπουμένης υπό της εκκαθαρίστριας εν ... εδρεύουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ & ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ Α.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Βαβουγιού, η οποία ανακάλεσε την από 10-5-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 555/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 5599/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 3-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημιώσεως από απόλυσή του είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών, αφότου η αξίωση κατέστη απαιτητή. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρ. 279 του ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, κατά δε το άρθρ. 255 εδ.

α' του ίδιου κώδικα, που έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αποσβεστική προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρ. 273 του ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίσθηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ανώτερη βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια.

Συνέπεια της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής και όταν πάψει η αναστολή η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες (άρθρ. 257 του ΑΚ). Ακόμη, από τον συνδυασμό των άρθρ. 530, 534, 634 και 655 του ΕΝ που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνάγεται ότι από την πρωία της δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση, οι πτωχευτικοί πιστωτές, δηλαδή εκείνοι που έχουν ενοχική αξίωση προς παροχή χρηματική ή χρηματικώς αποτιμητή από την περιουσία του πτωχεύσαντος, στερούνται του δικαιώματος των κατά τις κοινές διατάξεις ατομικών διώξεων προς ικανοποίηση χρηματικώς απαιτήσεων εναντίον του πτωχεύσαντος και υποχρεούνται να αναγνωρίσουν τις απαιτήσεις των κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως (εξαιρούνται οι ασφαλισμένοι με υποθήκη, ενέχυρο ή ειδικό προνόμιο πιστωτές).

Η κήρυξη όμως του εργοδότη σε κατάσταση πτωχεύσεως και η εντεύθεν αδυναμία του απολυθέντος μισθωτού να ασκήσει αγωγή για την καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημιώσεως, δεν συνεπάγεται αναστολή της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας, αφού ο τελευταίος μπορεί να αναγγείλει τη σχετική απαίτησή του για επαλήθευση κατά τη διαδικασία των άρθρ. 582 επ' του ΕΝ, η αναγγελία δε αυτή επιφέρει διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας, κατ' άρθρ. 264 αρ. 2 του ΑΚ, οπότε, σύμφωνα με το άρθρ. 266 του ίδιου κώδικα, η παραγραφή αρχίζει και πάλι αφότου η πτώχευση περατώθηκε ή αν επακολούθησαν αντιρρήσεις κατά της απαιτήσεως (άρθρ. 596 του ΕΝ), από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 46 παρ. 4 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 14 του Ν. 2000/1991, που επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, από της επομένης της ημέρας της υποβολής της αιτήσεως στο Εφετείο για τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση, η λήψη παντός ασφαλιστικού μέτρου και η κήρυξη της πτωχεύσεως.

Η υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρ. 46 του Ν. 1892/1990 δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν ευρίσκεται, όπως αυτή της πτωχεύσεως (άρθρ. 46 παρ. 1 του Ν. 1892/1990), ακόμη και κατά το στάδιο της ένωσης των πιστωτών, εφόσον δεν ολοκληρώθηκε η διανομή ή δεν εκπλειστηριάσθηκαν περιουσιακά στοιχεία απαραίτητα για την παραγωγική της λειτουργία.

Οι διαδικασίες όμως της πτωχεύσεως και της ειδικής εκκαθάρισης δεν μπορούν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα, διότι η εκκαθάριση θεωρείται θεσμός ειδικότερος της πτωχεύσεως τόσο ως προς τη λειτουργία όσο και ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ως εκ τούτου οι εργασίες της πτωχεύσεως αναστέλλονται από το χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως για την υπαγωγή και όσο χρόνο διαρκεί η εκκαθάριση, ομοίως δε αναστέλλονται και τα έργα του συνδίκου, μεταξύ των οποίων και η επισπευδόμενη εκ μέρους του συλλογική εκτέλεση επί των στοιχείων της πτωχεύσασας και ήδη αγόμενης σε ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεως.

Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι από την υποβολή στο εφετείο της αιτήσεως για την υπαγωγή της ευρισκόμενης ήδη σε πτώχευση επιχείρησης σε εκκαθάριση και μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναστέλλεται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 255 εδ. α' του ΑΚ, η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, αφού ο μισθωτός λόγω αναστολής των εργασιών της πτωχεύσεως δεν έχει τη δυνατότητα ακολουθώντας τη διαδικασία της πτώχευσης να αναγγείλει την απαίτησή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα οικεία διαδικαστικά έγγραφα και ειδικότερα την αγωγή και την έφεση των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν ότι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία κατήγγειλε τις συμβάσεις των την 5-9-2005 και 30-6-2005 αντίστοιχα.

Ότι τη 12-5-2005 η εργοδότρια εταιρεία υπέβαλε δήλωση αναστολής πληρωμών και με τη 1293/12-9-2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Στη συνέχεια, την 20-9-2005 υπεβλήθη εκ μέρους των πιστωτών της αίτηση υπαγωγής της σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 46α του Ν. 1892/1990, η οποία έγινε δεκτή με την 9793/20-12-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διορίσθηκε δε εκκαθαρίστρια η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ Α.Ε.", η οποία αποδέχθηκε τον διορισμό της και ανέλαβε τα καθήκοντά της.

Περαιτέρω, με την έφεσή τους, προσβάλλοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε η αξίωση αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας των συμβάσεών τους ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο εξαμήνου από της κατά τα άνω απολύσεώς τους και αναλύοντας τα εκ των αποδείξεων προκύψαντα στοιχεία, διατυπώνουν το παράπονο για εσφαλμένη απόρριψη, αφού η ως άνω προθεσμία είχε ανασταλεί κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-2005, που υπεβλήθη η αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, μέχρι 20-12-2005, που δημοσιεύθηκε η απόφαση με την οποία τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση.

Το Εφετείο όμως έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι εφόσον οι αναιρεσείοντες απολύθηκαν την 5-9-2005 και 30-6-2005 αντίστοιχα και η αγωγή επιδόθηκε την 8-3-2006, οι αξιώσεις των αποσβέσθηκαν, διότι ασκήθηκαν μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρ. 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, η οποία (προθεσμία) δεν ανεστάλη με την κήρυξη της πτωχεύσεως, αφού η άσκηση των ένδικων αξιώσεων μπορούσε να γίνει μόνο με την αναγγελία που επέχει θέση αγωγής και διακόπτει την παραγραφή, κατ' άρθρ. 264 παρ. 2 του ΑΚ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως κατά τα προεκτεθέντα, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 255, 257 και 279 του ΑΚ και 46 παρ. 4 του Ν. 1892/1990 και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5599/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ