Legislator Case Law & Legislation
1284/2007 AI generated

1284/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1284/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και 19-12-2003 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2733/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7151/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-10-2005 αίτησή του και με τους από 18-10-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 23-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1284/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αττικής. Ο εν λόγω κληρούχος, με το 19335/1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Εξάρχου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και αφού προηγουμένως με την 161669/1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ήρθη η σχετική απαγόρευση, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα τον επίδικο αγρό στον Χ1, ο οποίος ακολούθως, με το 310/1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Μπαρλά, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα αυτού, στον Ζ1.

Keywords

AI generated
agricultural lease agricultural enterprise operation rural land ownership agricultural production contract agricultural policy protected agricultural zone
AI generated
1251/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
1272/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 971/1996 προδικαστική, 1188/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4681/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
998/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
975/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
385/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-07-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1284 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1284/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μεγάλη.

Του αναιρεσίβλητου: ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Χατζηαποστόλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και 19-12-2003 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2733/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7151/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-10-2005 αίτησή του και με τους από 18-10-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 23-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του .[άρθρο 1051 Α.Κ.].

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού, που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ., για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή) ,καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος, για τη συμπλήρωση της οποίας ο χρησιδεσπόζων μπορεί να συνυπολογίσει και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τον υπ' αριθμ. 7674/1949 τίτλο κυριότητας (παραχωρητήριο) της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ζ3 απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου αγρού, εκτάσεως 1219 τ.μ., με αριθμό κληροτεμαχίου 360, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ......

Αττικής. Ο εν λόγω κληρούχος, με το 19335/1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Εξάρχου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και αφού προηγουμένως με την 161669/1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ήρθη η σχετική απαγόρευση, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα τον επίδικο αγρό στον Χ1, ο οποίος ακολούθως, με το 310/1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Μπαρλά, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα αυτού, στον Ζ1.

Αυτός αποβίωσε στις 12-7-1977 και με την από 29-6-1977 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλειπε την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, στη σύζυγό του Ζ2, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία εκείνου με την υπ' αριθμ. 1141/1977 πράξη αποδοχής του ίδιου συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Μπαρλά, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Η Ζ2 αποβίωσε στις 17-5-1982 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον ενάγοντα ανεψιό της, τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής της ...... , και την αδελφή της Ρ1, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία εκείνης με την υπ' αριθμ. 16058/1983 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη, που μεταγράφηκε νόμιμα και έτσι έγιναν, με τον παράγωγο αυτό τρόπο, συγκύριοι του επιδίκου, ο καθένας κατά το κληρονομικό του μερίδιο (1/2 εξ αδιαιρέτου).

Στις 10-3-1986 αποβίωσε η από τους συγκυρίους Ρ1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγό της Ρ2, που ακολούθως αποβίωσε στις 6-6-1986, και τα τέκνα τους Ψ1, Ψ2 και Ψ3, τα οποία αποδέχθηκαν τις κληρονομίες των γονέων τους, με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. 16820/2000 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Κατοπόδη, και έτσι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, κατά το ανήκον στη μητέρα τους ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη αυτού ο καθένας.

Όλοι οι παραπάνω αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και της συγκληρονόμου θείας του Ρ1 νέμονταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου από το έτος 1949 μέχρι το έτος 1982, ασκώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, από δε το έτος 1982 νέμονταν αυτό από κοινού ο ενάγων και η θεία του Ρ1 και μετά το θάνατο της τελευταίας στις 6-6-1986 ο ενάγων και τα ως άνω τρία τέκνα αυτής, συνεχώς μέχρι το έτος 1992, που το κατέλαβε ο εναγόμενος- αντενάγων και ήδη αναιρεσείων.

Ειδικότερα ο Ζ3 από της κατά το έτος 1949 παραχωρήσεως σ' αυτόν του επιδίκου αγρού και μέχρι το έτος 1953 τον καλλιεργούσε συνεχώς με κηπευτικά είδη, διάνοιξε εντός αυτού πηγάδι για το πότισμά του, κατασκεύασε πρόχειρο οικίσκο για τη φύλαξη των γεωργικών εργαλείων του και τον περιέφραξε, ο Χ1 από της κατά το έτος 1953 αγοράς του, τον επέβλεπε, φρόντιζε για τη συντήρηση της περίφραξής του και τον καλλιεργούσε συνεχώς μέχρι το έτος 1974, ο Ζ1 από το έτος 1974, που τον αγόρασε, τον καθάριζε, ενίσχυε την περίφραξή του και επέβλεπε και ήλεγχε αυτόν, είτε αυτοπροσώπως είτε δια των υπαλλήλων του, αποβλέποντας στη μελλοντική ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, συνεχώς μέχρι το θάνατό του στις 12-7-1977.

Μετά δε το θάνατο του Ζ1 συνέχισε τις ίδιες πράξεις νομής η σύζυγός του Ζ2, ως εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού, και μετά τον κατά την 17-5-1982 θάνατο της τελευταίας επελήφθησαν της νομής του επιδίκου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, δηλαδή ο ενάγων και η Ρ1, οι οποίοι έκτοτε ασκούσαν από κοινού τη νομή, είτε οι ίδιοι, προβαίνοντας σε καθαρισμό του επιδίκου, είτε δια του συζύγου της τελευταίας Ρ2, ο οποίος, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτών, απομάκρυνε από το επίδικο τον πρόχειρο ορνιθώνα που προηγουμένως, κατά το έτος 1981, είχε εγκαταστήσει εντός αυτού γηραιά γυναίκα, τοποθέτησε στο επίδικο πινακίδα με την ένδειξη "πωλείται" και με τον αριθμό τηλεφώνου του καταστήματός του και ανέθεσε σε μεσίτες την εξεύρεση αγοραστών.

Κατά την ίδια περίοδο ο εναγόμενος-αντενάγων, που κατοικούσε πλησίον του επιδίκου, προσφέρθηκε να ειδοποιεί τον Ρ2 για την ύπαρξη τυχόν ενδιαφερομένων αγοραστών, και έτσι ο τελευταίος περί το τέλος του έτους 1985 επέτρεψε σ' αυτόν να εγκαταστήσει προσωρινά, για διευκόλυνσή του, σ'ένα τμήμα του επιδίκου μερικά ζώα του (λίγες κότες και μία δύο κατσίκες).

Μετά τον κατά το έτος 1986 θάνατο της συννομέως Ρ1 και του συζύγου αυτής Ρ2, τα τέκνα αυτών και κληρονόμοι τους Ψ1, Ψ2 και Ψ3 και ο ενάγων συννομέας πληροφορήθηκαν ότι ο εναγόμενος-αντενάγων απομακρύνει τους υποψήφιους αγοραστές του επιδίκου και για το λόγο αυτό ζήτησαν απ' αυτόν να μεταφέρει τα ζώα του από το επίδικο , πλην όμως εκείνος, όχι μόνο αρνήθηκε να ελευθερώσει το χώρο που χρησιμοποιούσε, αλλά κατά το έτος 1992 κατέλαβε ολόκληρο το επίδικο, το οποίο και κατέχει έεκτοτε.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο θεμελιωτικός της ανταγωγής ισχυρισμός του εναγομένου- αντενάγοντος, ότι νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου από το Μάϊο του έτους 1968 και έτσι έγινε κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία είναι αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός από το έτος 1985 μέχρι το έτος 1992 κατείχε το επίδικο, διατηρώντας εντός αυτού τα ζώα του, κατά παράκληση και με την ανοχή των ανωτέρω συγκυρίων και συννομέων του επιδίκου, ενώ από το έτος 1992, που άρχισε να νέμεται τούτο με διάνοια κυρίου, και μέχρι την άσκηση της αγωγής (έτος 2000) δεν συμπληρώνεται η απαιτούμενη, για την με έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας, εικοσαετία.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) και οι Ψ2, Ψ1 και Ψ3, που δεν είναι διάδικοι, απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τους αναφερόμενους στην αγωγή τρόπους, δηλαδή τόσο με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, όσο και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ότι ο εναγόμενος-αντενάγων (αναιρεσείων) δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την αγωγή του ενάγοντος και απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ανταγωγή του εναγομένου περί διεκδικήσεως του επιδίκου, δεν έσφαλε.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε σε σχέση με την ανταγωγή, αφού δέχθηκε ότι ο αντενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε νομή επί του επιδίκου από το έτος 1992, που το κατέλαβε, μέχρι την έγερση της αγωγής κατά το έτος 2000, και συνεπώς δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτού οι απαιτούμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ούτε τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε σε σχέση με την αγωγή, αλλ'ούτε και τη διάταξη του άρθρου 1000 του ίδιου Κώδικα, η οποία προσδιορίζει το περιεχόμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας και δεν έχει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως ο πρώτος, μέρος δεύτερο, λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τον τέταρτο, μέρος πρώτο, πρόσθετο λόγο, και ο τρίτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. - ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β΄ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "η επικαλούμενη από τον εναγόμενο- αντενάγοντα διατήρηση των ζώων του εντός του επιδίκου από το έτος 1968 έρχεται σε αντίθεση με την εμφάνιση του επιδίκου ως καλλιεργημένου αγρού, όπως τούτο αποτυπώνεται στις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες των ετών 1969-1981 που ερμηνεύθηκαν από τον τοπογράφο μηχανικό .....", παρέλειψε να εφαρμόσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η διατήρηση μικρών ζώων μέσα σε μικρό μαντρί, εμβαδού 14 τ.μ., δεν έρχεται σε αντίθεση με την εμφάνιση καλλιεργημένου αγρού.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η αποδιδόμενη με αυτόν αιτίαση της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ.

ΕΠΕΙΔΗ με τον πρώτο λόγο, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τους δεύτερο και τέταρτο, μέρος δεύτερο και τρίτο, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα :

α) τις υπ' αριθμ.60/1996 και 61/1996 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης και τα υπ' αριθμ. 4108/11-2-1997 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος και β) τις αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔΕ, με αριθμούς λήψεως 55634 και 55635 έτους 1959, 29650 της 18-7-1967, 35277 έτους 1969 και 63176 (φωτοληψίας) της 7-4-1970, καθώς και την από μηνός Νοεμβρίου τεχνική έκθεση(γνωμοδότηση) του τοπογράφου μηχανικού ....., στην οποία περιέχονται οι αεροφωτογραφίες αυτές.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.10 εδ.α΄ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι οι αναφερόμενοι στο λόγο αυτό δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και της συγκληρονόμου του Ρ1 από το έτος 1949 μέχρι το έτος 1982 νέμονταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας επ'αυτού τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα ουσιαστική κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-10-2005 αίτηση του ........ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7151/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ