Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on temporary worker's permanent status and salary scale. Temporary worker with technical skills and long tenure is entitled to permanent classification and salary progression. Court rejects employer's argument that initial hiring category restricts future placement. Decision upholds principle of good faith and established practice in labor relations. Outcome confirms employee's right to reclassification based on actual work performed. Legal issue centers on interpretation of internal company regulations regarding staff categories.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Power Corporation (DEH) against the Athens Court of Appeal's decision. The court found that a temporary worker, despite being initially hired for specific needs, had been employed permanently in a technical role for six years, establishing a pattern of continuous service. The court ruled that the employer's refusal to reclassify the employee into a higher technical category violated the principle of good faith and the company's own regulations regarding permanent staff. Consequently, the court upheld the lower court's order for the employee's reclassification and salary adjustment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 4, 5, 6, 42 of the DEH Personnel Status Regulations; Article 288 of the Civil Code: A temporary employee continuously performing permanent technical duties acquires the right to reclassification into the corresponding permanent category based on the principle of good faith and established practice, overriding the initial hiring classification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1284 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1284/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Παπαδημητρίου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Περράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1418/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4684/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 18-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 2, 4, 5, 6 και 42 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με τη 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β΄ 1274/25-10-1973), κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του Κεφαλαίου Α της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 227), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Τακτικό προσωπικό είναι αυτό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του κανονισμού αυτού μέχρι συμπληρώσεως του κατά το άρθρο 34 ορίου ηλικίας. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αόριστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών της επιχειρήσεως και υπάγεται μόνο στις αναφερόμενες στο άρθρο 42 του κανονισμού διατάξεις των άρθρων 10 (περί αποζημιώσεων και οδοιπορικών εξόδων), 11 (περί ηθικών και έκτακτων αμοιβών), 15 (περί ωρών εργασίας), 17 (περί απαγορεύσεως άλλων έργων και ασχολιών), 18 (περί υποχρεώσεως επιμέλειας, υπακοής και εχεμύθειας) και 19 (περί συμπεριφοράς προσωπικού).
Κατά τα λοιπά οι σχέσεις του έκτακτου προσωπικού με την επιχείρηση διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Το προσωπικό αυτό, όσο χρόνο παραμένει έκτακτο, δεν κατατάσσεται σε κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο. Η πρόσληψη του προσωπικού αυτού γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που μπορεί να ανανεωθεί έως ότου συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πέντε ετών, στη διάρκεια του οποίου μπορεί να γίνει η ένταξή του στο τακτικό προσωπικό.
Στην περί προσλήψεως απόφαση του Γενικού Διευθυντή καθορίζονται το είδος της απασχολήσεως και ο μισθός, όπως επίσης και το έργο για τις ανάγκες του οποίου προσλαμβάνεται το προσωπικό αυτό. Το προσωπικό της ΔΕΗ, πλην των αποφοίτων των Σχολών Μαθητείας και Ταχυρρύθμου Εκπαιδεύσεως αυτής, προσλαμβάνεται πάντοτε ως έκτακτο και με απόφαση του Γενικού Διευθυντή αυτής, μετά από πρόταση της ιεραρχίας, μπορεί να ενταχθεί, μετά από δοκιμαστική περίοδο, στο τακτικό προσωπικό, σε μισθολογικά κλιμάκια της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, το δε Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, αποφασίζει για την ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας.
Το τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, που μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων, για την πλήρωση των οποίων εντάσσονται οι μισθωτοί της, με βάση τους απαιτούμενους, ως προσόν, τίτλους σπουδών.
Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού σύμφωνα με το είδος της απασχόλησής του, η δε κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσοτέρων ειδικοτήτων, χαρακτηριζόμενο από γενικά προσόντα της ίδιας ή και διαφορετικής εκπαιδευτικής στάθμης και που έχει μισθολογική εξέλιξη, η οποία σχετίζεται κατά βάση και κατά περίπτωση με τη στάθμη του τυπικού προσόντος (στοιχειώδης, βασική, μέση, ανώτερη και ανώτατη) .
Μεταξύ των κλάδων είναι και εκείνοι Α) των μισθωτών γενικών υπηρεσιών (ΓΥ), που υποδιαιρείται σε πέντε κατηγορίες μεταξύ των οποίων είναι και η ΓΥ5 (εργάτες εν γένει), για την κατάταξη στην οποία απαιτείται ως τυπικό προσόν απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου ή γυμνασίου ή ενδεικτικό Γ΄ τάξης εξατάξιας σχολής μέσης εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, σε συνδυασμό ενδεχομένως με απαιτούμενη συναφή εμπειρία και Β) των τεχνικών (Τ), που περιλαμβάνει τέσσαρες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και εκείνη των τεχνικών γενικώς (Τ4), της οποίας η τελευταία βαθμίδα (ε), περιλαμβάνει τα μισθολογικά κλιμάκια 8-9-10-11-12 και για την κατάταξη σ' αυτή απαιτείται πτυχίο αναγνωρισμένης κατώτερης τεχνικής σχολής ή αντίστοιχο πτυχίο σχολών μαθητείας του Υπουργείου Εργασίας ή απολυτήριο εξατάξιου δημοτικού σχολείου ή γυμνασίου, ή ενδεικτικό Γ΄ τάξης εξατάξιας σχολής μέσης εκπαίδευσης και επιπροσθέτως για τη μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 11 έως 5 και η τυχόν απαιτούμενη επαγγελματική άδεια της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων, σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτή εμπειρία.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για την ένταξη έκτακτου υπαλλήλου στο τακτικό προσωπικό, η οποία, από της προσλήψεως του μισθωτού, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, που έχει ως γενεσιουργό λόγο τις διατάξεις αυτές του κανονισμού, εκτός από τις οριζόμενες στην παρ. 5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να συγκεντρώνει ο προσλαμβανόμενος (και όχι ο εντασσόμενος) μισθωτός, δεν προβλέπονται ειδικώς ορισμένες προϋποθέσεις και έτσι επί της εντάξεως θα εφαρμοστεί ο κανόνας του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Επομένως η ένταξη έκτακτου στο τακτικό προσωπικό, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, πρέπει να γίνεται στον κλάδο, την κατηγορία, τη βαθμίδα και το μισθολογικό κλιμάκιο που του προσήκει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού, καθώς και την αρχή της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με βάση τα τυπικά προσόντα και την προϋπηρεσία του εντασσομένου, καθώς και το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα, την πείρα και το κύρος που αυτός διαθέτει.
Η μη ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό ή η ένταξή του σε κατηγορία διαφορετική εκείνης, στην οποία αυτό δικαιούται να ενταχθεί κατά τους όρους του έχοντος ισχύ νόμου ΚΚΠ/ΔΕΗ, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 εδ. 1 και 4 του άρθρου 23 του παραπάνω κανονισμού προκύπτει ότι για τη μετάταξη από κατηγορία σε κατηγορία του ίδιου ή άλλου κλάδου, ο μισθωτός πρέπει να έχει τα προσόντα που απαιτούνται, κατά το άρθρο 4, για την κατηγορία στην οποία γίνεται η μετάταξη και για το μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο αυτός εντάσσεται και ότι η μετάταξη γίνεται στο εισαγωγικό κλιμάκιο της κατηγορίας, εφόσον ο μετατασσόμενος κέκτηται μισθολογικό κλιμάκιο κατώτερο αυτού, άλλως η μετάταξη γίνεται στο κατεχόμενο από τον μισθωτό μισθολογικό κλιμάκιο, οπότε ο διανυθείς σ΄ αυτό χρόνος προσμετράται για μισθολογική προαγωγή σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στη νέα κατηγορία.
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180, 679 του ΑΚ με εκείνη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 (όπως η παράγραφος 1 αυτού ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του αν. ν. 547/1937), προκύπτει ότι δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από το δικαίωμα λήψης των νόμιμων αποδοχών ή άλλων από την εργασία του παροχών είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ΔΕΗ προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στις 2-6-1992 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως έκτακτο ημερομίσθιο εργάτη και τον απασχόλησε μέχρι 25-11-1992 και στη συνέχεια με όμοιες συμβάσεις από 3-12-1992 μέχρι 31-5-1993 και από 9-6-1993 μέχρι 8-6-1995, οπότε τον απέλυσε.
Ο ενάγων ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ταυτόχρονα άσκησε αγωγή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της απολύσεως του. Από 4-10-1995 απασχολήθηκε προσωρινά σε εκτέλεση της 22135/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της αιτήσεώς του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Στα πλαίσια εξωδικαστικής συμβιβαστικής επιλύσεως της μεταξύ τους διαφοράς, η εναγομένη αποδέχθηκε την επαναπρόσληψη του ενάγοντος ως εκτάκτου, θεωρώντας ότι υπαγόταν στις ρυθμίσεις των 295/14-9-1993 και 14/18-2-1997 αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της και της 82/1997 αποφάσεως του Γενικού Διευθυντή της (που αφορούσαν τους απολυθέντες δυνάμει των άρθρων 28 και 28Α του Ν. 2190/94) και ότι συνδέεται με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, διεπόμενη από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ από 14-9-1993.
Ακολούθως και κατ' εφαρμογή των παραπάνω αποφάσεων καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το από 24-11-1997 συμφωνητικό επανόδου στην υπηρεσία, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι η σύμβαση που συνδέει τα μέρη είναι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, κατά μετατροπή των μέχρι τότε συναφθεισών συμβάσεων και ότι ο ενάγων, που θεωρείται ότι προσλήφθηκε ως έκτακτος από 14-9-1993, θα συνεχίσει να εκτελεί καθήκοντα εργάτη, ενώ οι οικονομικές συνέπειες της συμβάσεως αρχίζουν από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού.
Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου πραγματικής υπηρεσίας που απαιτείται για την ένταξη των μισθωτών στο τακτικό προσωπικό (24μηνη συνεχής υπηρεσία), ο ενάγων εντάχθηκε, από 1-4-1998, για την κάλυψη κενής οργανικής θέσεως, στην κατηγορία της συμβάσεως προσλήψεώς του (ΓΥ5 - εργάτες) του κλάδου μισθωτών γενικών υπηρεσιών και στο εισαγωγικό αυτής μισθολογικό κλιμάκιο (12ο), με ταυτόχρονη προαγωγή του στο μ.κ. 11, λόγω της υπερτριετούς υπηρεσίας του στην εναγομένη ως εκτάκτου.
Ο ενάγων αποδέχθηκε την ένταξη και υπέγραψε τη σχετική ανακοίνωση, από την ένταξή του δε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης προσμετρήθηκε, τόσο για τη βαθμολογική, όσο και τη μισθολογική του εξέλιξη, ο χρόνος που διανύθηκε στην επιχείρηση με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως εργάτη, σύμφωνα με τον όρο 9 της από 5-10-1989 ΕΣΣΕ προσωπικού της ΔΕΗ, ενώ του καταβλήθηκαν οι οικονομικές διαφορές που προέκυπταν για το μ.κ. 11 από τη 1-12-1997.
Με το ΔΜΚΜ/Φ. 826/24445/30-11-1998 έγγραφο της Διευθύνσεως Μελετών Κατασκευών Έργων Μεταφοράς, όπου υπηρετούσε ο ενάγων, προκηρύχθηκαν θέσεις διαφόρων κατηγοριών προσωπικού προς κάλυψη με μετάταξη, μεταξύ των οποίων και δώδεκα της κατηγορίας Τ4 του κλάδου των τεχνικών. Ο ενάγων υπέβαλε τη σχετική αίτηση (έχοντας το απαιτούμενο τυπικό προσόν του απολυτηρίου λυκείου) και μετετάγη οριστικώς στην κατηγορία Τ4 και στο κλιμάκιο 10 της κατηγορίας αυτής από 1-7-1999, εφόσον κατά τη μετάταξή του κατείχε ήδη το μισθολογικό αυτό κλιμάκιο από 5-10-1998.
Η εναγομένη, μολονότι προσέλαβε τον ενάγοντα ως έκτακτο εργάτη, τον απασχολούσε από την αρχή ως τεχνίτη, καθόσον γνώριζε από τον χρόνο της προσλήψεώς του (1992) ότι αυτός ήταν κάτοχος απολυτηρίου λυκείου και από το έτος 1994 ότι κατείχε την επαγγελματική άδεια βοηθού ηλεκτροτεχνίτη Στ΄ ειδικότητας. Όφειλε συνεπώς, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της, κατ' εφαρμογή της καλής πίστεως και με βάση τους συνηθισμένους στις συναλλαγές τρόπους ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη τα προσόντα, με βάση τα οποία τον απασχολούσε και την εμπειρία του των έξι ετών ως ηλεκτροτεχνίτη δικτύων στη Διεύθυνση Μελετών Κατασκευών Έργων Μεταφοράς και μάλιστα ως τεχνίτη εναέριων δικτύων, να τον εντάξει στην κατηγορία Τ4 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 αυτής.
Η εναγομένη όμως, παραβιάζοντας το άρθρο 288 του ΑΚ, τον ενέταξε στην κατηγορία ΓΥ5 (των εργατών) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12, αρνούμενη έκτοτε να προβεί σε αναθεώρηση του μισθολογικού κλιμακίου του, απορρίπτοντας τη σχετική προσφυγή του και ισχυριζόμενη ότι η ένταξη του έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, με βάση την ιδιότητα και την ειδικότητα, με την οποία είχε προσληφθεί ως έκτακτος, δηλαδή στην κατηγορία ΓΥ5 του κλάδου των μισθωτών γενικών υπηρεσιών, διότι η πρόσληψή του έγινε μόνο για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, έτσι ώστε η απασχόληση του σε άλλα καθήκοντα να μη του προσδίδει και δικαίωμα εντάξεώς του -έστω και αν είχε τα σχετικά τυπικά προσόντα- σε κατηγορία άλλη, από εκείνη για την οποία είχε προσληφθεί.
Η συνεχής, όμως, επί μακρό χρονικό διάστημα απασχόληση του ενάγοντος, κατά τρόπο μόνιμο -και όχι ευκαιριακό- ως τεχνίτη εναέριων δικτύων, δηλαδή σε καθήκοντα της κατηγορίας Τ4 και όχι εργάτη, υποδηλώνει ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης είχαν γνώση των τυπικών προσόντων του ενάγοντος και των ικανοτήτων του και ότι η εναγομένη διέθετε κενές οργανικές θέσεις και είχε ανάγκη σε προσωπικό κατηγορίας τεχνιτών Τ4 και όχι απλών εργατών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, επιδικάστηκαν στον αναιρεσίβλητο σχετικές μισθολογικές διαφορές- έκρινε αφενός ότι αυτός, εντασσόμενος από 1-4-1998 στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, έπρεπε να είχε καταταχθεί στο 10ο μ.κ.
της κατηγορίας Τ4 (στην οποία υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις) του κλάδου των τεχνικών, με ταυτόχρονη μισθολογική προαγωγή, λόγω της υπερτριετούς υπηρεσίας του στο 9ο μ.κ. και να είχε προαχθεί στο 8ο μ.κ. από 14-9-1999 και ότι δεν ήταν υποχρεωτικό να ενταχθεί με βάση την ιδιότητα και την ειδικότητα, με την οποία είχε προσληφθεί ως έκτακτος, δηλαδή στην κατηγορία ΓΥ5 του κλάδου των μισθωτών γενικών υπηρεσιών και αφετέρου ότι η εκ μέρους του αποδοχή της εντάξεώς του στην κατηγορία ΓΥ5 δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί θεωρείται παραίτηση από δικαίωμα που απορρέει από την παροχή εργασίας του και είναι ως εκ τούτου άκυρη.
Με τις κρίσεις του αυτές δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δύο λόγοι της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού» (ΔΕΗ Α.Ε.) για αναίρεση της 4684/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ