Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on trademark infringement and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a Third Instance Court decision regarding trademark infringement. The appellants argued for procedural errors, including the appellate court's failure to explain evidence and the inadmissibility of a claim for personal arrest against a legal representative. The court rejected these claims, finding the appeal inadmissible due to vagueness and the arrest claim properly defined as a matter of proof rather than inadmissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(10) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the contested claim and its impact on the judgment, and a claim for personal arrest against a legal representative is admissible if the representative status is defined in the complaint.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1283/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Α. Β. Κ. Ε. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Μ. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "T. P. & G. C.", που εδρεύει στις Η.Π.Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "P. & G. Ε. Μ..Ε..Π..Ε.., που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12277/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1860/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/1/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 67/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 1860/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε εκδοθεί ερήμην των εναγομένων, απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς την πέμπτη και τον έκτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επαναλαμβάνεται, αφού ορίσθηκε νέα δικάσιμος, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την υπ' αριθ. 67/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιήθηκε με κλήση για τη συζήτηση στους αντίκλητους δικηγόρους των διαδίκων, κατ'άρθρο 307 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο οι αναιρεσείοντες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά την αρχική δικάσιμο της 4-2-2019 είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο, οι δε αναιρεσίβλητες, τόσο κατά την παρούσα δικάσιμο, όσο και κατά την αρχική εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 9, 14, 95, 98, 101 και 102 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26-2-2009 "Για το κοινοτικό σήμα", ο οποίος εφαρμόζεται στον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο, έχοντας άμεση εφαρμογή, αποτελώντας μέρος του εφαρμοστέου ημεδαπού εσωτερικού δικαίου (άρθρο 249 §§ 1, 2 ΣυνθΕΚ), προκύπτουν τα ακόλουθα :
Το κοινοτικό σήμα είναι το πρώτο καθαρώς κοινοτικού δικαίου δικαίωμα. Απονέμεται από την κοινοτική έννομη τάξη στα πλαίσια της αρμοδιότητας των κοινοτικών οργάνων για τη σύσταση κοινοτικών δικαιωμάτων, η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 235 επ. Συνθήκης ΕΟΚ. Είναι απόλυτο δικαίωμα με υπερεθνικό χαρακτήρα και ισχύ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Η θεμελιώδης αρχή του ενιαίου του κοινοτικού σήματος, που αποτυπώνεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού, συνεπάγεται ότι το δικαίωμα στο κοινοτικό σήμα γεννάται με μία μόνη διαδικασία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και απολαμβάνει σε όλα τα κράτη μέλη ενιαία και άμεση προστασία. Για τη διασφάλιση της αρχής του ενιαίου, το κοινοτικό σήμα υπόκειται στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και όχι των εθνικών δικαίων των κρατών μελών (αρχή της αυτονομίας), εκτός εάν ρητώς οι διατάξεις του Κανονισμού παραπέμπουν σε ρυθμίσεις των εθνικών νομοθεσιών, όπως οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού, σύμφωνα με τις οποίες οι προσβολές κοινοτικού σήματος διέπονται από το εθνικό δίκαιο για τις προσβολές εθνικού σήματος και δεν αποκλείεται η άσκηση αγωγών σχετικά με κοινοτικό σήμα βάσει του δικαίου των κρατών μελών, ιδίως περί αστικής ευθύνης και αθέμιτου ανταγωνισμού.
Βασικά χαρακτηριστικά του κοινοτικού δικαιώματος στο σήμα είναι ότι αυτό γεννάται από και με την καταχώρισή του (τυπικό σύστημα κτήσης) και, επομένως, ο δικαιούχος έχει αποκλειστικό δικαίωμα στη χρήση του, η χρήση του δε έχει σημασία μόνο για τη διακριτική δύναμη αυτού και τη διατήρηση του δικαιώματος.
Δικαιούχος αυτού μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, υπήκοος ή μη, κάτοικος ή μη κράτους μέλους της Κοινής Αγοράς. Κοινοτικό σήμα, εξάλλου, μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων προσώπων, σχεδιαγράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.
O δικαιούχος, περαιτέρω, του κοινοτικού σήματος, ως έχων αποκλειστικό δικαίωμα στη χρήση του, δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο κοινοτικών σημάτων, προκειμένου να απαγορεύσει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του: α) κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες, που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί και β) κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού.
Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος. Περαιτέρω, η βασική λειτουργία του σήματος συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη, την ταυτότητα καταγωγής του φέροντος το σήμα προϊόντος ή υπηρεσίας, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο σύγχυσης, το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από αυτά που έχουν άλλη προέλευση και προκειμένου να μπορεί το σήμα να επιτελεί τη λειτουργία του ως ουσιώδες στοιχείο συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού, που η Συνθήκη επιδιώκει να καθιερώσει, πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι όλα τα φέροντα αυτό προϊόντα ή υπηρεσίες έχουν κατασκευαστεί υπό τον έλεγχο μιας και μόνο επιχείρησης, που φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους.
Τα κριτήρια περαιτέρω, του κινδύνου σύγχυσης είναι συνάρτηση τριών παραγόντων. Καταρχήν είναι η ομοιότητα μεταξύ των συγκρουόμενων σημείων. Για τη διαπίστωση του βαθμού ομοιότητάς τους, εκτιμάται η συνολική εντύπωση των δύο σημείων, έτσι ώστε επουσιώδεις διαφοροποιήσεις να μην κρίνονται επαρκείς για την αποτροπή του κινδύνου σύγχυσης.
Η εντύπωση που προκαλεί ένα διακριτικό γνώρισμα και που πρέπει να εξετάζεται για τη διαπίστωση της ομοιότητας, μπορεί να είναι οπτικής, ηχητικής και εννοιολογικής φύσης, ενώ ως μέτρο για την εκτίμηση της εντύπωσης των δύο σημάτων πρέπει να λαμβάνεται ο μέσων γνώσεων, μέσης ευφυΐας, εμπειρίας και παρατηρητικότητας καταναλωτής.
Για τη διαπίστωση του κινδύνου σύγχυσης δεν απαιτείται σχετική πρόθεση από την πλευρά του προσβάλλοντος το σήμα, ούτε απαιτείται η σύγχυση πραγματικά να επέλθει ή να μπορεί να προκληθεί σε όλους ή στην πλειονότητα των καταναλωτών. Δεύτερος παράγων είναι η ομοιότητα μεταξύ των φερόντων τα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών και τρίτος είναι το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά.
Έτσι, ο κίνδυνος σύγχυσης πρέπει να εκτιμάται με βάση τη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης της ομοιότητας των οικείων σημάτων, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
Πρέπει όμως να συνεκτιμάται το στοιχείο ότι σπανίως ο μέσος καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε άμεση σύγκριση των διαφόρων σημάτων και συνήθως είναι αναγκασμένος να ανατρέχει στην ατελή εικόνα που έχει συγκρατήσει στη μνήμη του. Ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος, όπως προαναφέρθηκε, απολαμβάνει την ίδια έννομη προστασία που προβλέπεται για το εθνικό σήμα.
Έτσι το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων, που καθιερώθηκε και στην Ελλάδα με το νόμο 2943/2001, εφαρμόζει, όσον αφορά στις κυρώσεις, το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο διαπράχθηκε ή απειλείται να διαπραχθεί η προσβολή, σχετικά με τα σήματα, και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και το δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού και των αδικοπραξιών (ΑΠ 338/2012).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 132 και 150 του Ν. 4072/2012 προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης χρήσης ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο προσβολής του σήματος από άλλον, ο νόμος παρέχει στον δικαιούχο του σήματος, όπως εμφαίνεται στο βιβλίο σημάτων, αλλά και στον αδειούχο χρήσης σήματος, μεταξύ άλλων, αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον, καθώς και αξίωση για αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, εξαιτίας της υπαίτιας προσβολής του σήματος από τον τρίτο.
Περαιτέρω, όταν το σήμα έχει επικρατήσει στις συναλλαγές και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης, τότε είναι δυνατή η προστασία του δικαιούχου και με βάση τις διατάξεις 1 και 13 του Ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού" και ο παραβάτης μπορεί να υποχρεωθεί σε άρση της προσβολής και σε παράλειψη χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος ή και σε αποζημίωση (ΑΠ 1423/2013, ΑΠ 1477/2011).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της προκληθείσας ζημίας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου εκείνος ο οποίος κάνει κατά τις συναλλαγές χρήση ονόματος εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία, ή το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, τα οποία άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης, καθώς και σε αποζημίωση, εάν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να παρασχεθεί στο δικαιούχο σήματος η προβλεπόμενη και από το νόμο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό προστασία, στην περίπτωση, δηλαδή, που το σήμα έχει επικρατήσει στις συναλλαγές και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης, απαιτείται αφενός η πράξη να έγινε με σκοπό ανταγωνισμού και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου που κατά γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και αφετέρου με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος στις συναλλαγές να υπάρχει δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης, σχετικά με την προέλευση ομοίων προϊόντων, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 1423/2013, ΑΠ 1030/2008).
Τούτο συμβαίνει, όταν τα ανταγωνιστικά προϊόντα είναι ήδη επαρκώς γνωστά στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή, όταν κυκλοφορούν στην αγορά, ώστε να είναι δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος δημιουργίας σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό. Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης ή των εμπορευμάτων της, προστατεύονται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σ' ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών αναφορικά είτε με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε με την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων.
Τέλος, ο δικαιούχος σήματος μπορεί να αξιώσει από τον προσβάλλοντα το δικαίωμά του υπαιτίως και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 και 932 ΑΚ), καθόσον πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά του τελευταίου, γιατί προσβάλλει, χωρίς δικαίωμα, το απόλυτο δικαίωμα του δικαιούχου στο σήμα, αφού εμπεριέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που αυτό παρέχει στο δικαιούχο.
Επιπλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου του σήματος σε βάρος του προσβάλλοντος το σήμα υπαιτίως δεν αποκλείεται, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 και 932 ΑΚ), και στην περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού (ΑΠ 371/2012). Αυτή δε την ηθική βλάβη βάσιμα αξιώνει και το νομικό πρόσωπο, όταν από την προσβολή αυτή πλήττεται η φήμη του και η αξιοπιστία του αναφορικά με τα προϊόντα που παράγει και με τον τρόπο αυτό προσβάλλεται η προσωπικότητά του και το ταυτόσημο με την επωνυμία σήμα του, του οποίου είναι δικαιούχος, όταν χωρίς δικαίωμα χρησιμοποιείται από το δράστη (άρθρα 57,58 και 59 ΑΚ) (ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 15/2021).
Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1ΚΠολΔ ελέγχεται η κρίση ως προς τη νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ1155/2019, ΑΠ966/2019, ΑΠ 769/2017, ΑΠ785/2017, ΑΠ 837/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 216 παρ. 1ΚΠοΛΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 525/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 125,128,175 Ν 4072/2012, 13 Κανονισμού 207/2009, 1,13 Ν 146/1914, 914,932 ΑΚ, δεχόμενο ότι η αγωγή είναι νόμιμη και παρά το νόμο δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, αφού δεν εκτίθεται σ'αυτήν ότι οι επίμαχες συσκευασίες τέθηκαν ή προορίζοντο να τεθούν προς διάθεση στο καταναλωτικό κοινό και ότι οι εναγόμενοι έθεσαν σε κυκλοφορία με τα σήματα της πρώτης ενάγουσας προϊόν που δεν προέρχεται από την επιχείρησή της.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγουσες ιστορούσαν σ'αυτήν τα εξής : < Ότι η πρώτη απ'αυτές αλλοδαπή εταιρεία, που εδρεύει στο … των ΗΠΑ, είναι δικαιούχος των λεκτικών και απεικονιστικών κοινοτικών και αλλοδαπών σημάτων "«Α., «A. «A., «A.
A.", τα οποία έχουν καταχωρηθεί νόμιμα και προορίζονται να διακρίνουν παρασκευάσματα για καθαρισμό, πλύσιμο και λεύκανση ρούχων, απορρυπαντικά, σαπούνια κ.λ.π., η δε δεύτερη ενάγουσα είναι θυγατρική εταιρεία της πρώτης και αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των προϊόντων αυτής. Ότι τα ως άνω σήματα λόγω της έντονης και αδιάλειπτης χρήσεώς τους από τις ενάγουσες, της ευρείας διαφήμισης, αποδοχής και εξαιρετικά υψηλής αναγνωρισιμότητας που απολαμβάνουν, έχουν καταστεί ιδιαίτερα διακριτικά γνωρίσματα, τα οποία εξατομικεύουν τα προϊόντα τους ως προερχόμενα από αυτές.
Ότι στις 28-5-2013 αστυνομικοί της Δ/νσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης εντόπισαν σε δύο αποθήκες, ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων, μηχανολογικό εξοπλισμό παραγωγής, συσκευασίας, εμφιαλώσεως υγρών, δοσομετρητές απορρυπαντικών και 4.460 φιάλες υγρού απορρυπαντικού 40 μεζούρων που έφεραν επί της συσκευασίας τους το σήμα "«A..
Ότι τα εν λόγω προϊόντα με το σήμα A. που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στις ως άνω αποθήκες ήταν πλαστά( μη γνήσια ήτοι μη προερχόμενα από δική τους παραγωγή). Ότι στις 22-5-2013 και 18-10-2013 συνεργάτες τους μετέβησαν σε καταστήματα σούπερ μάρκετ της πέμπτης εναγομένης, από τα οποία αγόρασαν 4 τεμάχια συσκευασμένου υγρού απορρυπαντικού 65 μεζούρων, τα οποία έφεραν στη συσκευασία τους, κατά δουλική απομίμηση, το καταχωρημένο από την πρώτη ενάγουσα σήμα A.
A. και περιείχαν υγρό απορρυπαντικό με χημική σύνθεση διαφορετική από αυτή του γνήσιου προϊόντος που οι ενάγουσες διαθέτουν στην αγορά. Ότι η πρώτη και η πέμπτη των εναγομένων με τη χρήση, κατά δουλική απομίμηση, των ως άνω καταχωρημένων σημάτων της πρώτης ενάγουσας για προϊόντα πανομοιότυπα με εκείνα για τα οποία έχουν καταχωρισθεί και τα οποία διαθέτει στην αγορά η δεύτερη ενάγουσα, προσβάλλουν το απόλυτο δικαίωμά τους στο σήμα, θέτουν σε κίνδυνο την εξαιρετική εικόνα που έχει σχηματίσει το καταναλωτικό κοινό για τα προϊόντα τους και δημιουργούν εν γνώσει τους σύγχυση ως προς την προέλευση των προϊόντων που εμπορεύονται, παρουσιάζοντας αυτά ότι προέρχονται από τις ενάγουσες με προφανή ζημία τους.
Ότι οι ενέργειες αυτές των πρώτης και πέμπτης των εναγομένων, οι οποίες συνιστούν αδικοπραξία, γίνονται με σκοπό αθέμιτου σε βάρος τους ανταγωνισμού, προκειμένου να αποσπάσουν πελατεία απ'αυτές και να αποκομίσουν οφέλη, εκμεταλλευόμενες τη φήμη που τα σηματοφόρα προϊόντα τους έχουν στην αγορά, κατά παράβαση της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, αποδυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο τα παραπάνω σήματα φήμης και θέτοντας σε κίνδυνο το κύρος και την εμπορική τους αξιοπιστία.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι πρώτη και πέμπτη των εναγομένων να παύσουν να κατέχουν, χρησιμοποιούν, πωλούν, διαθέτουν, αποθηκεύουν, διακινούν, εκθέτουν προς πώληση ή άλλως να εκμεταλλεύονται προϊόντα, που φέρουν στη συσκευασία τους ενδείξεις/σημεία, τα οποία είναι ταυτόσημα ή όμοια με τα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα "«A., "A.
A.", "A. A.", είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με άλλες λέξεις ή/και απεικονίσεις, καθώς και να χρησιμοποιούν ή επιθέτουν τις εν λόγω ενδείξεις στα προϊόντα τους, στις συσκευασίες τους και εν γένει έντυπά τους, καθώς και να υποχρεωθούν να παραλείπουν στο μέλλον τις ως άνω πράξεις, να απειληθεί σε βάρος των πρώτης και πέμπτης των εναγομένων χρηματική ποινή υπέρ της πρώτης ενάγουσας για κάθε ημέρα παραβίασης της διάταξης της εκδοθησομένης αποφάσεως και προσωπική κράτηση κατά των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των εναγομένων, νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και κατά του έκτου των εναγομένων, νομίμου εκπροσώπου της πέμπτης εναγομένης, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 90.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 42.931,96 ευρώ για την περιουσιακή ζημία που υπέστη λόγω των διαφυγόντων κερδών, καθώς και το ποσό των 45.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να υποχρεωθεί η πέμπτη εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στην δεύτερη ενάγουσα 43.888 ευρώ για τα διαφυγόντα κέρδη και 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη της >.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή κρίνεται ορισμένη και νόμιμη, καθόσον περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 125,128,175 Ν 4072/2012, 13 Κανονισμού 207/2009, 1,13 Ν 146/1914, 914,932 ΑΚ και τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων.
Τούτο δε διότι εκτίθεται στην αγωγή ότι οι αναιρεσείοντες με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και εναντίον των χρηστών ηθών έκαναν παράνομη χρήση στις συναλλαγές των σημάτων και ιδιαίτερων διακριτικών γνωρισμάτων, των οποίων δικαιούχοι είναι οι αναιρεσίβλητες, θέτοντας αυτά στις συσκευασίες των μη γνήσιων υγρών απορρυπαντικών που διέθεταν στην κατανάλωση, μέσω των καταστημάτων τους σούπερ μάρκετ, κατά τρόπο που μπορούσε να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό ως προς την προέλευση των απορρυπαντικών, παρουσιάζοντας αυτά ότι είναι γνήσια, προερχόμενα από τις αναιρεσίβλητες.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου. Κατόπιν τούτων, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1,8,14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι το περιεχόμενο των 4.460 συσκευασιών A. δεν είχε παρασκευαστεί από πρόσωπο που είχε την άδεια της σηματούχου, ότι κατόπιν χημικής αναλύσεως προέκυψε μη κανονική η σύνθεση του απορρυπαντικού που περιεχόταν στις ως άνω συσκευασίες, οι οποίες δημιουργήθηκαν και εμφιαλώθηκαν από την Α.
Α. και ως προς το δελτίο αποστολής 3020 δεν εξειδικεύεται αν επρόκειτο για ενδοδιακίνηση προς την αποθήκη όπου βρέθηκε από άλλη φορολογική μονάδα της Α. Α. ή το αντίστροφο, αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι αφορούν την εναγομένη εταιρεία Α. Α., της οποίας οι αναιρεσείοντες δεν είναι νόμιμοι εκπρόσωποι.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχεται τη στοιχειοθέτηση γενεσιουργών της ευθύνης των αναιρεσειόντων πραγματικών περιστατικών. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ, 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, μη σεβόμενο το τεκμήριο αθωότητας του δευτέρου των αναιρεσειόντων, ο οποίος με την υπ'αριθ.832/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης απηλλάγη από κάθε κατηγορία.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι προσκόμισαν με επίκληση στο Εφετείο την ως άνω ποινική απόφαση, είναι και αβάσιμος, διότι η έφεση των αναιρεσειόντων συζητήθηκε στο Εφετείο στις 9-12-2016, ενώ η ως άνω ποινική απόφαση δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα, στις 29-3-2017.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).
Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ516/2016).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 612/2019, ΑΠ 600/2016). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση και ειδικότερα: 1) τα από …2012 και …2012 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, 2) την …2001 πράξη του συμβ/φου Εμμ.Σαραγιώτη και την …2013 πράξη της συμβ/φου Ε.Καμπούρη, 3) την από …2013 ένορκη εξέταση του πολιτικού μηχανικού Β.
Η., 4) την 3971/2012 προέγκριση χωροθέτησης του Δήμου Π. και το 3974/2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Δόμησης του ως άνω Δήμου, 5) την από 12-6-2013 έκθεση του πραγματογνώμονα Φ. Ε., 6) την 164106 δήλωση καταθέσεως ημεδαπού σήματος με δικαιούχο την Μ. Α., 7) την υπ'αριθ….2016 ένορκη βεβαίωση του Β. Η. ενώπιον του συμβ/φου Εμμ.Σαραγιώτη, 8) το ..2011 τιμολόγιο πωλήσεως, το …2011 δελτίο αποστολής, το …2011 τιμολόγιο πωλήσεως και το …2011 δελτίο αποστολής, τις 279 και 285/2005 αποφάσεις της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, 9) την από 23-5-2011 επιστολή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, την από 23-5-2011 επιστολή των αναιρεσειόντων προς τις αναιρεσίβλητες, 10) την από …2011 βεβαίωση απόσυρσης A.
A. και 11) το 30/39/2614/2013 έγγραφο του Γενικού Χημείου του Κράτους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στη προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων και < η υπ'αριθ. …2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Εμμ. Σαραγώτη και το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν >, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ, ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ1226/2017, ΑΠ 45/2014, ΑΠ 259/2007).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1226/2017). Με το επικουρικό σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τις επιμέρους παραδοχές του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιός ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίον έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη και ποιά ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως. Τέλος με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το αίτημα της αγωγής περί απειλής προσωπικής κρατήσεως σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος, αφού δεν εκτίθεται στην αγωγή ότι, τόσο κατά το χρόνο τελέσεως της φερόμενης προσβολής του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων επί του σήματος των επίδικων προϊόντων, όσο και κατά το χρόνο της εκδικάσεως της αγωγής, ο δεύτερος αναιρεσείων εξακολουθούσε να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αυτή στρέφεται, εκτός των άλλων και κατά του Χ. Α. του Ν. (δευτέρου των αναιρεσειόντων) ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία <Μ. Α.> (πρώτης των αναιρεσειόντων) και ζητείται να απειληθεί ως μέσον εκτελέσεως του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως η προσωπική κράτηση, διαρκείας ενός έτους, του ως άνω νομίμου εκπροσώπου.
Το πιο πάνω αίτημα της αγωγής είναι ορισμένο, καθόσον προσδιορίζεται ότι ο Χ. Α. τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας, είναι δε θέμα αποδείξεως η συνδρομή ή μη της ιδιότητας αυτής στο πρόσωπό του. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένο το αίτημα περί απειλής προσωπικής κρατήσεως του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ο έκτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106,176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 1860/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Αυγούστου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ