Supreme Court partially allows appeal against land ownership judgment, remanding case due to procedural defects and substantive errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court's land ownership judgment, remanding the case for retrial. While dismissing the appeal regarding a deceased plaintiff, the court found the judgment against the other heirs legally flawed. The court ruled that the lower court violated substantive law by accepting ownership claims based on insufficient periods of good faith possession and procedural law by failing to properly address specific legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure; Article 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; Article 22 of Law 3693/1957: The death of a party during proceedings causes a suspension of the suit, rendering subsequent acts invalid until legally reinstated; the Supreme Court may partially allow an appeal if the lower court violated substantive law regarding property acquisition or procedural law regarding grounds for appeal, remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1283/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. συζ. Σ. Ρ., το γένος Θ. και Π. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ν. Ρ. του Σ. και Β., κατοίκου ..., 3) Ν. Ρ. του Σ. και Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βάθη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο 2 και 3 αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται παθητικώς να παραστεί ως διάδικος επί της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως. Ειδικότερα δε, ο αρχικώς ενάγων Σ. Ρ. απεβίωσε στις 2-11-2017 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 60/2/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Άργους-.... Ο θάνατός του δεν δηλώθηκε νομότυπα στο Εφετείο, γνωστοποιείται ωστόσο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και δηλώνεται συγχρόνως ότι την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι των επίδικων αγροτικών ακινήτων αυτού, υπό στοιχείο 2 και 3 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2009 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Σ. Ν. Ρ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 248/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται κατά το άρθρο 287 του ίδιου κώδικα με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επελεύσεως του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιός του.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Χωρίς όμως έγκυρη γνωστοποίηση ή αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δίκη συνεχίζεται κανονικά σαν αυτή να μη εχώρησε, η δε απόφαση εγκύρως εκδίδεται στο όνομα των αρχικών διαδίκων και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως (ΑΠ 148/2017, ΑΠ 1596/2009).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και, αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο( καθολικό διάδοχο του θανόντος διαδίκου) (ΑΠ 649/2020, ΑΠ 820/2014, ΑΠ2237/2014).
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης που περιέχει πρόσκληση του κληρονόμου προς επανάληψη της δίκης, καθώς και το δικόγραφο της αναίρεσης που απευθύνεται προς τον υπερού η διακοπή διάδικο (καθολικό διάδοχο του θανόντος διαδίκου). (ΑΠ 110/2020, ΑΠ 47/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αρχικώς ενάγων, μη διάδικος στην αναιρετική δίκη, Σ. Ρ. εξέθετε στην απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου από 15/09/2009 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή και διόρθωση ανακριβούς αρχικής- πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ότι έγινε κύριος, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1986 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Προκοπίου του επίδικου ακινήτου, αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής Περιφέρειας Άργους, από τον αληθή κύριο, Γ.
Ζ., εμβαδού ενός στρέμματος ή ''όσης εκτάσεως είναι'', που συνορεύει γύρω με ποταμό ..., δρόμο ..., ιδιοκτησία Λ. και βουνό .... Ότι έγινε κύριος τούτου και με πρωτότυπο τρόπο, καθόσον χρησιδέσποζαν, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο στο επίδικο ο ίδιος και ο άμεσος δικαιοπάροχός του, Γ. Ζ., από το έτος 1960 και στη μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, των 9,5 στρεμμάτων, ο απώτερος δικαιοπάροχός του, Ν.
Ρ., από το έτος 1942 και οι απώτατοι, Α. Ρ. από το έτος 1890 και Δ. Β. από το έτος 1850 (σχετική αναφορά για τις πράξεις νομής του τελευταίου στην 4η σελίδα των κατατεθεισών στο Εφετείο προτάσεων του εκκαλούντος), ασκώντας εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής (επίβλεψη, καλλιέργεια, συλλογή καρπών). Τέλος, εξέθετε ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο φέρεται στις κτηματολογικές εγγραφές, εσφαλμένα, ως κύριος του πιο πάνω επιδίκου, και ειδικότερα σε τμήμα αυτού, εμβαδού1137 τ.μ.
με ΚΑΕΚ .../0/0 και στο υπόλοιπο τμήμα αυτού (πηγαδότοπος), εμβαδού 25 τ.μ., με ξεχωριστό ΚΑΕΚ .../0/0, τα οποία επαρκώς περιγράφει ως προς τα όρια, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα κυριότητάς του. Ζήτησε δε με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά να αναγνωρισθεί κύριος και να διορθωθεί η ανακριβής αρχική - πρώτη κτηματολογική εγγραφή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου η αριθμ. 248/2015 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 15/03/2016 έφεση, την οποία απηύθυνε εναντίον του ενάγοντος, επί της οποίας, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, κατ 'εφαρμογή δε του άρθρου 528 ΚΠολΔ. εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή, αφού την έκρινε νόμιμη και ορισμένη, στη συνέχεια δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Επισημαίνεται ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσώπησε τον ενάγοντα - εφεσίβλητο κατά τη συζήτηση της εφέσεως στην κατατεθείσα προσθήκη - αντίκρουσή του ανέφερε ότι ο εντολέας του απεβίωσε στις 02/07/2017, μετά, δηλαδή, την άσκηση της εφέσεως, ταυτόχρονα δε δήλωσε τη συνέχιση τις δίκης από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος, Β.
Ρ. σύζυγο και τέκνα Ν. και Ν. Ρ.. Ωστόσο, η γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού δεν έγινε νομοτύπως (άρθρο287ΚΠολΔ), κατά συνέπεια δεν επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε νομοτύπως επανάληψη αυτής(άρθρο287ΚΠολΔ). Χωρίς όμως έγκυρη γνωστοποίηση του θανάτου του ενάγοντος - εφεσιβλήτου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η δίκη συνεχίστηκε κανονικά σαν να μην εχώρησε διακοπή, η δε απόφαση εγκύρως εκδόθηκε στο όνομά του, μπορούσε δε να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως, ενόψει της μη νομότυπης γνωστοποίησης του θανάτου του ενάγοντος, προκειμένου αυτή (γνωστοποίηση) να γίνει νομοτύπως και ακολούθως να γίνει επανάληψη της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το αναιρεσείον, έχοντας, κατά τα ανωτέρω, πληροφορηθεί τον επισυμβάντα στις 02/11/2017, μετά, δηλαδή, την άσκηση της έφεσης, θάνατο του αρχικώς ενάγοντος, (βλ. σχετικό απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του, και πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δημάρχου Άργους) και αφού θεώρησε διακοπείσα εκ του λόγου αυτού τη δίκη, ως πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει αναγκαστικά τη δίκη (άρθρο 291 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολ.Δ.), κάλεσε σε (αναγκαστική) επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης, τους αναιρεσιβλήτους, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικού ενάγοντος, με την επίδοση σ'αυτούς, νομίμως και εμπροθέσμως, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (2/03/2022), της κρινόμενης από 10-07-2020 αιτήσεως αναιρέσεως.
Προκύπτει, ωστόσο, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, ότι ο αρχικώς ενάγων, τα απαρτίζοντα το μείζον επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ .../0/0 και .../0/0 επίδικα γεωτεμάχια, κατέλειπε με την από 19/08/2015 ιδιόγραφη διαθήκη του, που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα τέκνα του 2ο και 3η από τους αναιρεσιβλήτους Ν.
και Ν. Ρ. (σχετ. το αριθμ. .../2019 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Άργους, το αριθμ. …/2022 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Άργους και το αριθμ. .../10-02-2022 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Άργους), την ιδιότητα των οποίων, ως αποκλειστικών, εκ διαθήκης, κληρονόμων του, δεν αμφισβήτησε το αναιρεσείον.
Κατόπιν των ανωτέρω, ενόψει του ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, νόμιμη σύζυγος του αρχικώς ενάγοντος, Β. Ρ., δεν είναι εκ διαθήκης κληρονόμος του, δεν νομιμοποιείται παθητικά στην προκειμένη δίκη, η δε κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως στρέφεται κατ'αυτής, και συνεπώς είναι, για το λόγο αυτόν, απορριπτέα.
Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιδικάζονται, καθόσον, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υπήρξε σχετικό αίτημα. Κατά τα λοιπά η κρινόμενη από 10-07-2020 αίτηση αναιρέσεως με την οποία προσβάλλεται η αριθμ.401/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων ,κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Β. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 661/2020, ΑΠ 405/2020, ΑΠ 1360/2019).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει, για το λόγο αυτό, όταν αφορά αντικείμενο, να προσδιορίζεται το αντικείμενο αυτό.
Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και δεκτική εκτελέσεως, γι' αυτό η αγωγή, που δεν έχει τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 49/2020, ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 384/2013). Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, για να είναι ακριβής η περιγραφή του ακινήτου, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και ο προσανατολισμός των πλευρών του κατά τρόπον ώστε να μπορεί αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 368/2020, ΑΠ1052/2019), εάν δε το ακίνητο φέρεται ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς η θέση και τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, ώστε να προκύπτει ποιο συγκεκριμένο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης καταλαμβάνει το επίδικο τμήμα.
Δεν απαιτείται όμως να αναφέρονται στην αγωγή και, κατ' επέκταση στην απόφαση, οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (ΑΠ 812/2018, ΑΠ 142/2017, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 1186/2014, ΑΠ 1182/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το περιελθόν στον ενάγοντα, δυνάμει του αριθμ. .../1986 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Προκοπίου, ακίνητο, εμβαδού ενός στρέμματος ή ''όσης εκτάσεως είναι'', προσδιορίζεται πλήρως κατά θέση, εμβαδόν και όρια, καθώς επίσης προσδιορίζονται πλήρως, τα απαρτίζοντα τούτο επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ .../0/0 και .../0/0, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, και δεν στερήθηκε έτσι της δυνατότητας το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να αντιτάξει άμυνα, ενώ περιγραφή του μείζονος ακινήτου των 9,5 στρεμμάτων του απώτερου δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντος Ν.
Ρ., τμήμα του οποίου, αποτελεί το μεταβιβασθέν στον ενάγοντα, με το πιο πάνω συμβόλαιο, ακίνητο, δεν απαιτείτο, καθόσον τούτο, όπως προεκτέθηκε, μεταβιβάστηκε στον αρχικό ενάγοντα Σ. Ρ. ως αυτοτελές- διακριτό ακίνητο (αγρός), εμβαδού ενός στρέματος ή ''όσης εκτάσεως είναι'' από τον άμεσο δικαιοπαρόχό του, Γ.
Ζ. δυνάμει του άνω υπ'αριθμ. .../1986 συμβολαίου, αιτία πωλήσεως, και όχι ως τμήμα μείζονος ακινήτου, ώστε ο αρχικώς ενάγων να υποχρεούται, για την πληρότητα της αγωγής του, να προσδιορίσει την ακριβή θέση αυτού και συνακόλουθα των επίδικων γεωτεμαχίων μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο.
Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), που έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορισμένη την αγωγή του αρχικού ενάγοντος και απέρριψε τον ισχυρισμό - ένσταση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας αυτής, την οποία είχε παραδεκτώς προβάλλει προς απόκρουση αυτής στη δευτεροβάθμια δίκη, ως εκκαλούν με λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή και οι, περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενες, στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις είναι αβάσιμες και συνακόλουθα ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, δηλαδή, της μη κηρύξεως, παρά το νόμο, απαραδέκτου, είναι, απορριπτέος.
Γ.1. Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξούσιαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (Α.Π.769/2020, ΑΠ 695/2018, ΑΠ 1443/2015).
Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 647/2020, ΑΠ 946/2017), ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ.
διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ,(2.9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ.(50.10) (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 1198/2014, ΑΠ 1196/2012). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.
παρ.1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ...", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.
ΑΠ. 75/1987, Α.Π. 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 8/2019, ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 1249/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 987/2017, Α.Π.52/2014). 2 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 130/2016). 3
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1081/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ως άνω αρχικού ενάγοντος, το σωρευόμενο αίτημα διόρθωσης εσφαλμένης αρχικής (πρώτης) κτηματολογικής εγγραφής και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο Δ.
I. Β. κάτοικος ... του τότε Δήμου ..., είχε στην αποκλειστική αυτού κυριότητα, νομή και κατοχή από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Δ. Β. που πέθανε το έτος 1850 ένα αγρό, κείμενο στη θέση "..." της περιφέρειας Άργους εκτάσεως 9,1/2 στρέμματος περίπου, οριζόμενο ανατολικώς με αγρό κληρονόμων Μ. Γ., βορείως με χείμαρρο ..., δυτικώς με άγνωστο γείτονα και νοτίως με βουνό ....
Ο ανωτέρω, Δ. Ι. Β., υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του αμέσως μετά τον θάνατο του και έγινε έτσι κύριος, νομεύς και κάτοχος του προπεριγραφέντος αυτού αγρού. Περαιτέρω, ο τελευταίος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../15.7.1890 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Άργους Νικολάου Ευσταθοπούλου νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άργους στον τόμο … και υπ' αύξ.
αριθ. ... μεταβίβασε το παραπάνω ακίνητο του προς την Α. συζ. Ν. Ρ. (προγιαγιά του), η οποία από της μεταβιβάσεως αυτής κατέστη κυρία, νομεύς και κάτοχος του άνω αγρού με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη και ενεργούσε επί του ακινήτου αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη νομή και κατοχή πράξεις καλλιεργώντας αυτό τον αγρό και συλλέγουσα τους καρπούς μέχρι της 24 Απριλίου του έτους 1942.
Στη συνέχεια, η Α. χήρα Ν. Ρ.., τον ως άνω αγρό δυνάμει του υπ' αριθ. .../24.4.1942 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Αργους Ηλία Σωτηρόπουλου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υπθ/κείου Άργους στον τόμο 191/330, μετεβίβασε αιτία πωλήσεως εις τον Ν. Σ. Ρ., κάτοικο .... Ο τελευταίος ενέμετο και κατείχε τον άνω αγρό καλλιεργώντας αυτόν συνεχώς μέχρι τις 12.9.1960, όταν δυνάμει του υπ' αριθ. .../12.9.1960 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Σαλεσιώτου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άργους στον τόμο 212 και υπ' αύξ.
αριθ. 14, μεταβίβασε τμήμα εκ του αγρού τούτου, εις τον Γ. Π. Ζ. εκτάσεως ενός στρέμματος "ή όσης και αν είναι", οριζομένου του μεταβιβασθέντος αυτού τμήματος γύρωθε με ποταμό ..., δρόμο ..., Τ. Κ., ιδιοκτησία Ά. και βουνό .... Ο Γ. Π. Ζ. το παραπάνω ακίνητο από της αγοράς του (12.9.1960) μέχρι της 20.8.1986 που το πώλησε, το κυρίευε, ενέμετο και κατείχε καλλιεργώντας το, με διάφορα οπωροκηπευτικά, προέβαινε στον καθαρισμό του από άγρια χόρτα και καθημερινώς επεμελείτο αυτού ώστε να είναι πάντοτε παραγωγικό.
Τέλος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../20.8.1986 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Προκοπίου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Άργους στον τόμο ... και υπ' αύξ. αριθ. … Γ. Π. Ζ. το παραπάνω ακίνητο το μετεβίβασε στον ενάγοντα, έκτοτε δε και μέχρι σήμερα συνεχώς και αδιαλείπτως κυριεύει, ο τελευταίος, νέμεται και κατέχει το επίδικο ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη νομή και κατοχή πράξεις, καλλιεργώντας το με οπωροκηπευτικά, καθαρίζοντας το με τρακτέρ και εμποδίζοντας οποιονδήποτε εις την τοιαύτη ανεπίληπτη νομή και κατοχή του.
Τα ανωτέρω, προκύπτουν σαφώς και από το υπ' αριθμ. πρωτ. 5260/18.10.2010 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών Αργολίδας, το οποίο υπογράφει ο Ε. Β., δασολόγος, όπου, μεταξύ των άλλων αναφέρονται τα κάτωθι: "...Σήμερα το ΚΑΕΚ ... αποτελεί αγροτεμάχιο στην επιφάνεια του οποίου καλλιεργούνται εσπεριδοειδή. Το έδαφος του σήμερα είναι βαθύ γόνιμο και νότια αυτού εκτείνεται συστάδα χαλεπίου πεύκης προερχόμενη από αναδασώσεις του λόφου Ασπίδα...το τμήμα ΚΑΕΚ ...
αποτελεί πηγαδότοπο, οικίσκο και γεώτρηση και περιβάλλεται ανατολικά, νότια και δυτικά από το προηγούμενο ΚΑΕΚ ......Η έκταση εμπεριέχεται στο ζεύγος των αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1945 με αριθμ. 160/... και 161/... ...και εμφανίζεται καλυπτόμενη από φρυγανώδη και λιβαδική βλάστηση, ενώ είναι εμφανής ο διαχωρισμός αυτής σε σχέση με το προς νότο εκτεινόμενο λόφο Ασπίδα.
Τα στερεοσκοπικά ευρήματα της έκτασης δεν τεκμηριώνουν τη δασική μορφή της σε κανένα τμήμα της...Σε ολόκληρη την επιφάνεια και των 2 ΚΑΕΚ εντοπίζονται στοιχεία ανθρώπινων επεμβάσεων προφανώς καλλιεργητικών. Τα στερεοσκοπικά ευρήματα της έκτασης δεν τεκμηριώνουν τη δασική της μορφή σε κανένα τμήμα της... ".
Κατά συνέπεια, ο ενάγων κατέστη κύριος των επιδίκων τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου και του αντίστοιχου λόγου έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, τα ανωτέρω ακίνητα έχουν καταχωρηθεί μεν στα κτηματολογικά βιβλία με τους ΚΑΕΚ 02 009 13 10 030/0/0 και 02 009 13 10 020/0/0, εμφανίζονται όμως στις πρώτες εγγραφές ως ανήκοντα στην αποκλειστική κυριότητα του εναγομένου, γεγονός που καθιστά ανακριβή τη σχετική κτηματολογική εγγραφή>>.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι τα επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ .../0/0 και .../0/0, εμβαδού1137 τ. μ. και 25 τ.μ., αντίστοιχα, περιήλθαν στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντος Σ. Ρ. με παράγωγο τρόπο, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1986 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άργους Στυλιανού Προκοπίου, από τον αληθή κύριο, Γ.
Ζ., αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, με την προσμέτρηση στο δικό του χρόνο νομής εκείνου των δικαιοπαρόχων του, άμεσου Γ. Ζ. από το έτος 1960, απώτερου, Ν. Ρ., από το έτος 1942 και απώτατης, Α. Ρ. από το έτος 1890, οι οποίοι ασκούσαν εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, με καλή πίστη κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, από το έτος 1890 έως τις 11/9/1915, με την επισήμανση ότι δεν γίνεται αναφορά σε πράξεις νομής με καλή πίστη του απώτατου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Δ.
Β. από το έτος 1850 έως το έτος 1890, χρόνο, κατά τον οποίο μεταβίβασε μείζονα εδαφική έκταση, τμήματα της οποίας είναι τα επίδικα, αιτία πωλήσεως, στην Α. Ρ.. Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας των επίδικων γεωτεμαχίων αγωγή και το σωρευόμενο αίτημα διόρθωσης εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις μη, ειδικώς, αναφερόμενες, αλλά, προφανώς, με λιγότερα στοιχεία, εφαρμοσθείσες, Α)διατάξεις του οθωμανικού νόμου ''περί γαιών'', των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και του άρθρου 1 του β.δ.3 /15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", που αναφέρονται στην κτήση κυριότητας, με πρωτότυπο τρόπο, του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, ενόψει του ισχυρισμού και ταυτόσημου λόγου εφέσεώς του ότι η μείζονα εδαφική έκταση, τμήματα της οποίας είναι τα επίδικα γεωτεμάχια, είναι δημόσια γαία περιελθούσα σ'αυτό από το Οθωμανικό Κράτος δικαιώματι πολέμου, άλλως ότι περιήλθε σ'αυτό ως λιβάδι και Β) διατάξεις του ΒΡΔ για την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, έως τις 11/09/1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του αρχικού ενάγοντος.
Περαιτέρω, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον, χωρίς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι τα επίδικα γεωτεμάχια συνιστούν ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι δημόσιο κτήμα ή χορτολιβαδική έκταση, καθώς επίσης, με ελλιπείς αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του αρχικού ενάγοντος κατέστησαν κύριοι των επίδικων γεωτεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, χωρίς αναφορά σε πράξεις νομής, με καλή πίστη, του απώτατου δικαιοπαρόχου του αρχικού ενάγοντος Δ.
Β., σε σχέση με το χρόνο χρησικτησίας του, από το έτος 1850 έως το έτος 1890, (για τις οποίες πράξεις νομής, όπως προεκτέθηκε, έγινε σχετική αναφορά στην 4η σελίδα των κατατεθεισών στο Εφετείο προτάσεων του εκκαλούντος), ενόψει του ότι το χρονικό διάστημα από το έτος 1890 έως τις 11/09/1915 δεν αρκεί για τη συμπλήρωση της χρησικτησίας του ΒΡΔ.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που νικά βαρύνουν τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν.3693/1957), κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/07/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.401/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς την πρώτη από τους αναιρεσιβλήτους, Β. συζ. Σ. Ρ., το γένος Θ. Δ..
Αναιρεί, την άνω υπ' αριθμ. 401/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τους λοιπούς, δεύτερο Ν. Ρ. του Σ. και τρίτη Ν. Ρ. του Σ., αναιρεσιβλήτους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους (δεύτερο και τρίτη) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ