Supreme Court dismisses appeal on evidence burden reversal in labor contract termination case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her claim for wrongful termination of her employment contract. The appellant argued the lower court incorrectly reversed the burden of proof regarding the employer's good faith in terminating the contract. The court held that the employer successfully proved the termination was lawful and that the appellant failed to demonstrate the termination was abusive or in bad faith.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559 para. 13 of the Code of Civil Procedure: The burden of proof in labor disputes requires the party claiming a right to prove the facts supporting it, and reversing this burden without legal basis constitutes an error of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1283/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 633/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 396/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης σημείωσε ότι η επωνυμία της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας είναι "ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 396/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 1-2-2018 έφεσης της ενάγουσας κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 663 επ. ΚΠολΔ), 633/2017 οριστικώς απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή της. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (άρθ. 281 ΑΚ). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική, και, κατά συνέπεια, άκυρη (άρθ. 174 και 180 ΑΚ). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.
Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 166/2018, ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.
Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 769/2016).
Περαιτέρω, εάν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της συμβάσεως (πρβλ.
ΑΠ 184/2015, σκέψη αρ. 3). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281. Ως εκ τούτου, ερευνάται, εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσης εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος).
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η ενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφόσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 744/2020, ΑΠ 1368/2019, ΑΠ 769/2016). Περαιτέρω, η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας προβλέφθηκε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 28 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 65).
Ειδικότερα στο άρθρο πρώτο προβλέπεται ότι: "1. Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία ... Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας.
Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς τραπεζικών συναλλαγών της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό ... 2. Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται:
α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα, το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών από την πρώτη ημέρα ισχύος της παρούσας, β) οι συναλλαγές άνευ περιορισμών πέραν αυτών που ίσχυαν πριν από την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές με πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας.
Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν. δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής-Web Banking - ή συναλλαγές δια της τηλεφωνίας) για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα, ε) αναλήψεις μετρητών που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές.
Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμμία άλλη τραπεζική εργασία ... 6. Η τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.
Επιπλέον το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση". Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 30 Ιουνίου 2015 (ΦΕΚΑ' 66) προβλέφθηκαν τροποποιήσεις στα ανωτέρω και ειδικότερα αντικαταστάθηκαν τα τελευταία δύο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου πρώτου της από 28-6-2015 ΠΝΠ ως εξής: "...
Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για τον σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύψος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη.
Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικών ευπαθών ομάδων, για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων". Επίσης προβλέφθηκε η προσθήκη των στοιχείων στ), ζ) και η) στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, ως εξής: " ...
Στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" προστίθενται στοιχεία στ), ζ) και η) ως εξής: στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με τη διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με τη διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή (μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά μισθοδοσία προσωπικού σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με τη διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών".
Εξάλλου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών της 30-6-2015 (ΦΕΚ Β' 1302) προσβλέφθηκαν στο άρθρο 1 τα εξής: "1. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό συντάξεως σε καθέναν από τους δικαιούχους κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ (Α' 65) ορίζεται σε 120 ευρώ. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προβούν άμεσα στην έκδοση χρεωστικών καρτών στους δικαιούχους, με τις οποίες αυτοί θα μπορούν να προβαίνουν σε αναλήψεις μετρητών σύμφωνα με την περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ. 3. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, δύναται να πραγματοποιείται από τα πιστωτικά ιδρύματα και η εξής πράξη:
καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης καθώς και των οδοιπορικών εξόδων στους δικαιούχους, σύμφωνα με την αρ. 21775/29.6.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών. Καθορισμός του ύψους της ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων των διοριζομένων εφόρων, αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γραμματέων κτλ για τη διενέργεια του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, καθώς και του τρόπου καταβολής τους (Β' 1290)".
Περαιτέρω, με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 18 Ιουλίου 2015 (ΦΕΚΑ'84) προβλέφθηκαν τα εξής: "'Αρθρο πρώτο "Περιορισμός των αναλήψεων μετρητών και των μεταφορών κεφαλαίων". 1. Από τη Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015 λήγει η τραπεζική αργία, η οποία η κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 65), όπως ισχύει και παρατάθηκε για τελευταία φορά με την ΓΔΟΠ0000989ΕΞ2015/ΧΠ2314/16-7-2015 (Β' 1482) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως 19 Ιουλίου 2015 και επιβάλλεται περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα .... 13.
Η τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τα θέματα της αρμοδιότητά της και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο έως του ενός δέκατου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. 14. 'Οποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή έως του ενός δέκατου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής.
Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση ... 18. Οι μη ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δραστηριότητες των ιδρυμάτων διενεργούνται υπό τους όρους και προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας ...". Σημειώνεται ότι ως προς τις τραπεζικές θυρίδες, στις ως άνω πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με το επιτρεπτό ή μη της πρόσβασης σε αυτές κατά το χρονικό διάστημα της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας.
Ωστόσο από το περιεχόμενο της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει, ότι κατά τη διάρκεια της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας απαγορεύθηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες - δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, δεν περιλαμβάνεται η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων, ανεξαρτήτως αν η πρόσβαση στις θυρίδες αποτελεί τραπεζική εργασία εν στενή ή εν ευρεία εννοία.
Ωστόσο, εκ περισσού, οι αρμόδιες διοικήσεις των τραπεζών προέβησαν στην έκδοση και κοινοποίηση υπηρεσιακών σημειωμάτων με οδηγίες προς τους εργαζόμενους σχετικά με το ως άνω ζήτημα. Περαιτέρω, η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της ως άνω πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 28-6-2015 (άρθρ. πρώτο παρ. 6) προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση.
Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης είναι να τελούν οι υπάλληλοι σε πλήρη γνώση των επιτρεπομένων και των μη επιτρεπομένων πράξεων και ενεργειών). Από τη διατύπωση της ως άνω διάταξης συνάγεται, ότι α) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μισθωτού που θεωρείται ότι παραβίασε την ως άνω ΠΝΠ, δεν αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά πραγματοποιείται σε εκπλήρωση νόμιμης και τεθείσας με την ως άνω διάταξη υποχρέωσης των τελευταίων, χωρίς να επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα ο προηγούμενος πειθαρχικός έλεγχος με κατάληξη την επιβολή πειθαρχικής ποινής, που προβλέπεται από τους οικείους κανονισμούς αυτών, ηπιότερης από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, και β) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση της ως άνω ΠΝΠ από το πιστωτικό ίδρυμα, δεν εξαρτάται από την προηγούμενη επιβολή προστίμου από την τράπεζα της Ελλάδος στο πιστωτικό ίδρυμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ολ. ΑΠ 1/2016, ολ ΑΠ 2/2013, ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παράβαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 744/2020, ΑΠ 1368/2019).
Εξάλλου, κατά τα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ολΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Μόνο δηλαδή το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1368/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 13-12-2015 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε στις 10-11-2008 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως Τραπεζικός υπάλληλος και έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες της, μέχρι και το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 με την ιδιότητα της Προϊσταμένης Καταθέσεων και Υποστήριξης Λειτουργιών και Υπεύθυνης Ταμείων και Λογιστηρίου στο κατάστημα της εναγομένης της Νέας Ιωνίας Αττικής και από το μήνα Μάιο του ιδίου έτους και εφεξής με την ιδιότητα της Προϊσταμένης Καταθέσεων και Υποστήριξης Λειτουργιών και Υπεύθυνης Ταμείων στο κατάστημα της εναγομένης της Αγίας Παρασκευής Αττικής.
Ότι την 1-10-2015 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και την απέλυσε και ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη α) ως παράνομη, διότι η από 28-6-2015 ΠΝΠ, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας (από 28-6-2015 έως 6-7-2015) δεν έχει ισχύ νόμου, για το λόγο ότι δεν υποβλήθηκε για κύρωση στη Βουλή εντός σαράντα ημερών, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 του Συντάγματος, και επιπλέον διότι η ως άνω ΠΝΠ κατά τη διάταξή της (άρθ.
πρώτο παρ. 6) που προβλέπει υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας των παραβατών της τραπεζικής αργίας, αντίκεινται στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, και β) ως καταχρηστική, διότι έγινε κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας.
Ζήτησε δε α) να υποχρεωθεί η εναγομένη, που δεν αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, να της καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1-10-2015 έως τη συζήτηση της αγωγής, τις αποδοχές υπερημερίας και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας και για το χρόνο από τη συζήτηση της αγωγής έως την άρση της υπερημερίας της, με το νόμιμο τόκο και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, επί της ασκηθείσας δε εφέσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά τους ενδιαφέροντες εν προκειμένω λόγους αναίρεσης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είχε προσληφθεί την 10-11-2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εργαζόταν σε υποκατάστημα της τελευταίας στην Αγία Παρασκευή Αττικής ως προϊστάμενη καταθέσεων, υποκατάστημα που συμπεριλήφθηκε σε αυτά που λειτούργησαν πιλοτικά από 1 έως 19 Ιουλίου.
Την 29-6-2015 η εναγομένη κοινοποίησε σε όλα τα καταστήματα της την ΠΝΠ και τις από 1-7-2015 έγγραφες οδηγίες. Στο κείμενο των οδηγιών αυτών αναγράφεται: "Από Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015 και για τρεις συναπτές ημέρες, θα ανοίξουν περί τα χίλια τραπεζικά καταστήματα σε όλη τη χώρα για να εξυπηρετήσουν συνταξιούχους που δεν διαθέτουν κάρτες ανάληψης ή χρεωστικές κάρτες και οι οποίοι θα δύναται να αποσύρουν έως 120 ευρώ μετρητά μία φορά μόνο κατά τη διάρκεια της εβδομάδας ετούτης.
Παράλληλα οι τράπεζες δεσμεύονται να εκδώσουν άμεσα χρεωστικές κάρτες. Σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση από την τράπεζα μας, θα ανοίξουν πανελλαδικά 30 καταστήματα προκειμένου να εξυπηρετήσουν μόνο συνταξιούχους που δεν διαθέτουν χρεωστική κάρτα. Θα εξυπηρετούνται αποκλειστικά αναλήψεις από τον συνταξιοδοτικό λογαριασμό του συνταξιούχου κου τηρείται στην Τράπεζά μας, έως του ποσού των 120 ευρώ".
Ακολούθως, 2 Ιουλίου 2015 και ώρα 5.15, η ίδια απέστειλε σε όλα τα υποκαταστήματα, το με αριθμ. …/….-7-2015 υπηρεσιακό σημείωμα με το οποίο επισημάνθηκε ότι απαγορεύεται ρητά, η πρόσβαση στον χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για τα πληρεξούσια άτομα αυτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 3-7-2015 η ενάγουσα, μετά την 15.30 συνόδεψε και παρείχε πρόσβαση σε μισθωτή στην θυρίδα που είχε μισθώσει στο υποκατάστημα στην Αγία Παρασκευή, η οποία ήταν η μητέρα συναδέλφου της.
Κατά την κάθοδο της στον χώρο των θυρίδων, η ενάγουσα δεν ενημέρωσε το καρτελάκι της θυρίδας, όπως προβλέπεται, για να υφίσταται καταγεγραμμένη απόδειξη των επισκέψεων των μισθωτών. Η ενέργειά της αυτή έγινε γνωστή στην εναγομένη από τον έλεγχο των συστημάτων ασφαλείας της τράπεζας. Την 1-10-2015 η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, κρίνοντας ότι η ανωτέρω ενέργεια της ήταν παράνομη και αντίθετη στην από 28-6-2015 ΠΝΠ που απαγόρευε κάθε τραπεζική εργασία πλην των αναφερόμενων σε αυτήν.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ΠΝΠ δεν έχει ισχύ καθώς δεν υποβλήθηκε στην Βουλή νια κύρωση εντός των 40 ημερών που προβλέπεται από το άρθρο 44 παρ. 1 Σ. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη έκθεση επί του νομοσχεδίου για την κύρωση της ΠΝΠ, προκύπτει ότι αυτή υποβλήθηκε για κύρωση στις 4-8-2015, ήτοι εντός των 40 ημερών από την έκδοσή της, ενώ ακολούθως λόγω διάλυσής της Βουλής 28-8-2015 και εκ νέου σύγκλησής της 1-10-2015, ήτοι μετά τις βουλευτικές εκλογές της 20-9-2015, εγκρίθηκε εντός τριμήνου από την ψήφισή της, ήτοι την 24-11-2015 και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Εξάλλου, με τον δεύτερο, λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η παράγραφος 6 της ΠΝΠ, προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας επειδή δεν κάνει κάποια διάκριση στην επιβολή της ποινής ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης καθώς επίσης και στις διατάξεις 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 Σ. Κάτι τέτοιο, όμως δεν γίνεται δεκτό κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, διότι δικαιολογείται η θέσπισή της ενόψει των λόγων δημοσίου συμφέροντος που επέβαλαν την θέσπιση της, της σοβαρότητας και κρισιμότητας της οικονομικής κατάστασης της περιόδου στην οποία εκδόθηκε, τη διακινδύνευση της ρευστότητας και της ομαλής λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων με ορατό τον τότε κίνδυνο κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος και τον κίνδυνο πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής από την επιλεκτική παράνομη εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ατόμων από όργανα των πιστωτικών ιδρυμάτων και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της έφεσης ομοίως ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, δεν προέκυψε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας, η οποία όπως προαναφέρθηκε ήταν αορίστου χρόνου και η οποία γίνεται και χωρίς σπουδαίο λόγο, οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης ως εργοδότη, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη I της παρούσας.
Η εναγομένη προέβη στην καταγγελία, διότι η ενάγουσα επέτρεψε την πρόσβαση στις θυρίδες της προαναφερομένης μισθώτριας μητέρας υπαλλήλου, ενώ αυτή (πρόσβαση) απαγορευόταν. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη II της παρούσας, με την από 29-6-2015 πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύχθηκε τραπεζική αργία και επετράπη η λειτουργία συγκεκριμένων καταστημάτων της, προκειμένου να εκτελούνται συγκεκριμένες τραπεζικές εργασίες, περιοριστικά αναφερόμενες.
Από την αναφορά συγκεκριμένων εργασιών, οι οποίες μπορούσαν να διενεργηθούν από τις Τράπεζες προκύπτει ότι δεν θα μπορούσαν να εκτελεστούν άλλες πράξεις, πλην αυτών. Άλλωστε το γεγονός ότι η προαναφερθείσα περίοδος κηρύχθηκε ως τραπεζική αργία, σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της μίσθωσης τραπεζικής θυρίδας και το εάν η πρόσβαση σε αυτήν συνιστά τραπεζική εργασία, οι πελάτες της Τράπεζας, στην πραγματικότητα (λόγω της "τραπεζικής αργίας") όχι μόνο δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στις θυρίδες τους, αλλά δεν είχαν καν τη δυνατότητα να εισέλθουν στις Τράπεζες, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο, παρά μόνο σε συγκεκριμένα υποκαταστήματα και για να εκτελέσουν τις επιτρεπόμενες ενέργειες.
Εν προκειμένω, η πρόσβαση στη θυρίδα επετράπη σε συγκεκριμένη μισθώτρια, η οποία εκμεταλλεύθηκε το γεγονός ότι ήταν μητέρα συναδέλφου της εναγομένης, της οποίας επετράπη η είσοδος στον χώρο των θυρίδων της Τράπεζας κατ' εξαίρεση. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία για το ότι η πρόσβαση στις θυρίδες απαγορευόταν, δεν αποδείχθηκε.
Άσχετα δε, από τις ιδιαιτερότητες που διέπουν το καθεστώς των τραπεζικών θυρίδων, η ενάγουσα γνωρίζοντας ότι η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου εκδόθηκε, προκειμένου να αντιμετωπισθεί έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης, ώστε να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει, από την έλλειψη ρευστότητας, όφειλε να δείξει μεγαλύτερη επιμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων της και σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να αναμένει να λυθούν ενδεχόμενες ασάφειες που πίστευε ότι υπήρχαν (όπως προαναφέρθηκε, το μεσημέρι της 2ας Ιουλίου 2015 ενημερώθηκαν για την απαγόρευση πρόσβασης στις θυρίδες) και όχι να σπεύσει άμεσα να επιτρέψει την πρόσβαση στις θυρίδες.
Η φράση δε, "τραπεζική αργία", που αναφέρεται στην ΠΝΠ, είναι σαφής, όχι μόνο για ένα μέσο τραπεζικό υπάλληλο, αλλά και για έναν μέσο πολίτη, ο οποίος θα τη διάβαζε, χωρίς να απαιτείται καν ιδιαίτερη επιμέλεια, πολλώ δε μάλλον για την ενάγουσα, η οποία είχε επταετή προϋπηρεσία. Επίσης, για ένα μέσο τραπεζικό υπάλληλο είναι αντιληπτό ότι η απαρίθμηση των ενεργειών, για τις οποίες η Τράπεζα θα λειτουργούσε, ήταν περιοριστική.
Σε κάθε περίπτωση, οιαδήποτε αμφιβολία για την ερμηνεία της ΠΝΠ και αν διατηρούσε η ενάγουσα, όφειλε να τη συζητήσει με τους ανώτερους της ή με τη νομική υπηρεσία της εναγομένης. Εξάλλου, από τις σαφείς απαντήσεις που η ενάγουσα έδωσε στις γραπτές ερωτήσεις που της δόθηκαν, αποδεικνύεται ότι γνώριζε την απαγόρευση της χρήσης των τραπεζικών θυρίδων, δοθέντος ότι η ίδια αναφέρει ότι και άλλοι πελάτες ζήτησαν να κάνουν χρήση των θυρίδων τους, αλλά αυτό δεν τους επετράπη.
Επίσης και από το ότι η ίδια αναφέρει ότι πείσθηκε να επιτρέψει την χρήση της θυρίδας, επειδή η συνάδελφος της, κόρη της μισθώτριας της θυρίδας, επικαλέσθηκε σοβαρά προβλήματα υγείας του πατέρα της. Η γνώση της ενάγουσας αποδεικνύεται, τέλος, και από το γεγονός ότι παρέλειψε να συμπληρώσει το πινακίδιο της θυρίδας, ώστε να αποκρύψει την πράξη της, παράλειψη για την οποία δεν έδωσε κάποια πειστική εξήγηση, απορριπτομένων, επομένως, των σχετικών λόγων έφεσης με στοιχ. 3, 5 και 6.
Άλλωστε, εν όψει της δραματικής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν η χώρα εκείνη τη χρονική περίοδο, η οποία οδήγησε και στην έκδοση της ΠΝΠ, ο ενάγων όφειλε να επιδείξει ακόμα μεγαλύτερη επιμέλεια, ανεξάρτητα από τη νομική φύση της μίσθωσης θυρίδας, διότι είναι γνωστό σε έναν τραπεζικό υπάλληλο, αλλά και στο μέσο Έλληνα πολίτη ότι στις θυρίδες είναι δυνατόν, πλην άλλων, να υπάρχουν χρήματα, τα οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να αναλάβει, αλλά και το αντίστροφο, να τοποθετήσει χρήματα σε αυτή (ενδεχομένως από προηγούμενη ανάληψη), πράξεις που επηρεάζουν τη ρευστότητα.
Περαιτέρω, ο ενάγων, επιτρέποντας την πρόσβαση στις θυρίδες υπαλλήλων ή συγγενούς υπαλλήλου, προσβάλλει και την αρχή της ισότητας, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται έναντι όλων των πελατών της Τράπεζας, δεδομένου ότι οι πελάτες οι οποίοι διέθεταν θυρίδες σε υποκαταστήματα, τα οποία δεν άνοιξαν καν, δεν θα είχαν, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα πρόσβασης στις θυρίδες τους, κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας.
Το ότι δεν επιβλήθηκε πρόστιμο στην εναγομένη από την Τράπεζα της Ελλάδος δεν ασκεί επιρροή, διότι η επιβολή προστίμου αφορά στην ευθύνη της Τράπεζας και όχι του υπαλλήλου. Άλλωστε από τη διάταξη που επιβάλλει την απόλυση του υπαλλήλου στην περίπτωση παραβίασης της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου, δεν προκύπτει ότι προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η επιβολή του προστίμου, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης με στοιχ. 4.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέλυσε τον ενάγοντα, εφαρμόζοντας τη σχετική διάταξη της ΠΝΠ. Κυρίως όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη I της παρούσας, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά τέτοια, το βάρος της απόδειξης των οποίων φέρει η ενάγουσα, από τα οποία να προκύπτει ότι η εναγομένη άσκησε το δικαίωμά της για καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας κατά τρόπο που να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Ως εκ τούτου, η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας δεν είναι άκυρη ούτε καταχρηστική, απορριπτομένων των σχετικών λόγων έφεσης με στοιχ. 7 και 8 (βλ. ad hoc την Εφ Αθ 6131/2018, αδημοσίευτη)".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε, ως αποδειχθέντα στην προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ. β' της από 28-6-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, την οποία δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο, ο σεβασμός και η προστασία του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, ούτε στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα της προσωπικής και οικονομικής (επαγγελματικής) ελευθερίας ούτε στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος περί του κοινωνικού δικαιώματος στην εργασία, αλλά ούτε και στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αφού η ρύθμιση αυτή επιβλήθηκε για λόγους υπέρτερον δημόσιου συμφέροντος λόγω της έκτακτης περίπτωσης, εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η Ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας και την ομαλή λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων με ορατό τότε τον κίνδυνο της κατάρρευσης του Τραπεζικού συστήματος και τον κίνδυνο πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής, η δε πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες αποτελούσε τραπεζική δραστηριότητα που είχε διασύνδεση με τους σκοπούς που εξυπηρέτησε η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας και συναρτάται με τους λόγους απαγόρευσης τραπεζικών εργασιών κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας και των ελέγχων κεφαλαίων, ενώ, εξάλλου, όπως, προεκτέθηκε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης, αλλά πραγματοποιήθηκε σε εκπλήρωση νόμιμης και τεθείσας με την ως άνω διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ.
β' της ΠΝΠ υποχρέωσης της τελευταίας, χωρίς να επιβάλλεται στην εναγομένη ο προηγούμενος πειθαρχικός έλεγχος της ενάγουσας, με την επιβολή της προβλεπόμενης από τον κανονισμό της ηπιότερης από την απόλυση ποινής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες, ότι με το να δεχθεί ότι η πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες συνιστά τραπεζική εργασία που εμπίπτει στις μη επιτρεπόμενες τραπεζικές δραστηριότητες και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση τη ως άνω ΠΝΠ επιβάλλεται ανεξαρτήτως της επιβολής προστίμου από την τράπεζα της Ελλάδος στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση αυτής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ.
β' της ως άνω ΠΝΠ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, από το περιεχόμενο της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της βραχείας διάρκειας τραπεζικής αργίας απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σ' αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες εξ αντιδιαστολής, δεν περιλαμβάνεται η πρόσβαση και το άνοιγμα ήδη μισθωμένων τραπεζικών θυρίδων, ανεξαρτήτως αν η πρόσβαση στις θυρίδες αποτελεί τραπεζική εργασία εν στενή ή εν ευρεία εννοία, η δε μη επιβολή προστίμου στην εναγομένη τράπεζα από την Τράπεζα της Ελλάδος ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, διότι η επιβολή προστίμου δεν αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ.
β' της ως άνω ΠΝΠ, αλλά αφορά την ευθύνη της τράπεζας και όχι του υπαλλήλου αυτής. Περαιτέρω, υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι έγκυρη, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και, επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχεται: α) ότι με την από 28-6-2015 ΠΝΠ η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου 2015 κηρύχθηκε τραπεζική αργία και επιτράπηκε η λειτουργία συγκεκριμένων καταστημάτων της εναγομένης, για τη διενέργεια συγκεκριμένων τραπεζικών εργασιών, περιοριστικά αναφερομένων και ότι από την αναφορά συγκεκριμένων τραπεζικών εργασιών, που μπορούσαν να διενεργηθούν από τις τράπεζες προκύπτει ότι δεν μπορούσαν να διενεργηθούν άλλες τραπεζικές εργασίες, πλην των περιοριστικά αναφερομένων, β) ότι η διάταξη περί κυρώσεων για παράβαση της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ προβλέπει για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης να τελούν οι υπάλληλοι σε πλήρη γνώση των επιτρεπομένων και μη πράξεων και ενεργειών, γ) ότι στις 2 Ιουλίου 2015 και περί ώρα 5.15' η εναγομένη απέστειλε σε όλα τα υποκαταστήματά της το με αριθμό …/…-7-2015 υπηρεσιακό σημείωμα, με το οποίο επισημαίνεται ότι απαγορεύεται ρητώς η πρόσβαση το χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για τα πληρεξούσια άτομα αυτών, δ) ότι την 3-7-2015, μετά την ώρα 15.30, η ενάγουσα συνόδευσε και παρείχε πρόσβαση στην τραπεζική της θυρίδα στο Υποκατάστημα της εναγομένης της Αγίας Παρασκευής σε πελάτη της εναγομένης τράπεζας και συγκεκριμένα στη μητέρα συναδέλφου της, ε) ότι κατά την κάθοδό της στο χώρο των θυρίδων η ενάγουσα δεν ενημέρωσε την καρτέλα της θυρίδας, όπως προβλέπεται, ώστε να μην υφίσταται καταγεγραμμένη απόδειξη της επίσκεψης της ανωτέρω μισθώτριας, ότι η παράνομη αυτή ενέργεια της ενάγουσας καταδείχθηκε από τον έλεγχο των συστημάτων ασφάλειας της τράπεζας και ότι η ενάγουσα τελούσε σε πλήρη γνώση των επιτρεπομένων και μη πράξεων και ενεργειών με την ως άνω ΠΝΠ και ειδικότερα της απαγόρευσης της πρόσβασης των πελατών της Τράπεζας στις τραπεζικές θυρίδες, γεγονός που καταδεικνύεται και από τη σκόπιμη παράλειψή της να συμπληρώσει το πινακίδιο της συγκεκριμένης θυρίδας, ώστε να αποκρύψει την πράξη της.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της ως άνω διάταξης είναι οι ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1184/2008, ΑΠ 403/2009). Όμως, ο από το άνω άρθρο λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991 και 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα με την ασκηθείσα παραδεκτώς κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσή της και συγκεκριμένα με τον όγδοο λόγο αυτής προέβαλε ως παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης, ότι με αυτήν έγινε δεκτό ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λύθηκε με έγκυρη καταγγελία της από την εναγομένη Τράπεζα, παρότι δεν είχε προβληθεί σχετική ένσταση από την εναγομένη προς κατάλυση της αξίωσής της για μισθούς υπερημερίας.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτό της έφεσης ως αβάσιμο, όπως απέρριψε ως αβάσιμους και τους λοιπούς λόγους έφεσης συνακολούθως δε απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον άνω λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, διατάσσοντας διεξαγωγή αποδείξεως, έστω και αν δεν είχε υποχρέωση προς τούτο, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 1710/2012). Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του Ν. 2195/2001 και 12 του Ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες τη μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1693/2017, ΑΠ 692/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί, ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά τέτοια, το βάρος της απόδειξης των οποίων φέρει η ενάγουσα, από τα οποία να προκύπτει ότι η εναγομένη άσκησε το δικαίωμα της για καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας κατά τρόπο που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήδη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι ως εκ τούτου η καταγγελία δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική, εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και συγκεκριμένα αντέστρεψε με το βάρος απόδειξης.
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της, διότι δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αποδείχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λύθηκε με έγκυρη καταγγελία, κατά παραδοχή της παραδεκτώς προβληθείσας στον πρώτο βαθμό ενστάσεως της εναγομένης, αφού η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε κατ' αντένσταση ακυρότητα της καταγγελίας, την οποία είχε επικαλεσθεί, καθώς και τους λόγους που τη θεμελιώνουν, καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2020 αίτηση για αναίρεση της 396/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ