Legislator Case Law & Legislation
1283/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute grounds of inadmissibility and awards costs.

Case Number 1283/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the admissibility of certain defendants due to insufficient tax identification numbers in the opposing party's submissions. While the court rejected the claim that these omissions concealed identity, it separated the case and allowed the appeal against the lower court's decision on the remaining heirs. Consequently, the appeal was allowed for the separated portion, and the opposing parties were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure: The absence of tax identification numbers in submissions does not render an appeal inadmissible if the parties' identity is otherwise clear, but the court may separate the case and allow the appeal against the lower court's decision on the remaining heirs.

Keywords

AI generated
inheritance dispute admissibility of appeal tax identification number separation of case legal costs award Code of Civil Procedure identity verification

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1283 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1283/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) S. (Σ.) συζύγου T. H. (Τ. Χ.) του L., κάτοικου Αλβανίας, ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος υιού της, L. H. (Λ. Χ.) του T. (Τ.),

2) Του S. H. (Σ. Χ.) του T. (Τ.) και της S. (Σ.) Αλβανού υπηκόου, κάτοικου … Αιτωλοακαρνίας, ως νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αδερφού του, L. H. (Λ. Χ.) του T. (Τ.),

3) B. H. (Μ. Χ.) του T. (Τ.) και της S. (Σ.), κάτοικου Ιταλίας, ως νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αδερφού του, L. H. (Λ. Χ.) του T. (Τ.) και

4) B. H. (ΜΠ. Χ.) του T. (Τ.) και της S. (Σ.) Αλβανού υπηκόου, κάτοικου Ιταλίας, πόλη ..., ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος αδερφού του, L. H. (Λ. Χ.) του T. (Τ.), που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νάσου Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:

1) Γ. χήρας Σ. Γ., το γένος Η. Φ., ατομικά και ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της, αρχικώς αναιρεσίβλητου Σ. Γ. του Β.,

2) Φ. Γ. του Σ. ατομικά και ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός της, αρχικώς αναιρεσίβλητου Σ. Γ. του Β.,

3) Ε. Γ. του Σ., ατομικά και ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός της, αρχικώς αναιρεσίβλητου Σ. Γ. του Β., και

4) Ν.-Β. Γ. του Σ., ατομικά και ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος πατρός της, αρχικώς αναιρεσίβλητου Σ. Γ. του Β., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Δια των προτάσεών του ο πληρεξούσιος δικηγόρος επικαλείται τον θάνατο του 1ου αρχικώς αναιρεσίβλητου Σ. Γ. του Β. (…/6-6-2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ... καθώς και το …/21-2-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου…)

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.11.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν η 18/2014 μη οριστική και 9/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29.11.2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29.11.2018 και αριθ. κατάθεσης 40/10.12.2018 αίτηση αναίρεσης των :

1) S. (Σ.) συζ. T. H. (Τ. Χ.), 2) S. H. (Σ. Χ.), 3) B. H. (Μ. Χ.) και 4) B. H. (Μπ. Χ.) προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων (Ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ) - από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 110/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποίαν έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 13.04.2017 και με αριθ.

κατάθ. 9/13.4.2017 έφεση του δεύτερου εναγομένου Σ. Γ. του Β., ο οποίος απεβίωσε την 27.03.2018 και της τρίτης εναγομένης Γ. συζ. Σ. Γ. και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθ. 9/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, εκδοθείσα κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η από 02.11.2011 και με αριθ.

κατάθ. 19/2.4.2013 αγωγή των ως άνω αναιρεσειόντων, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 18/2014 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποίαν κηρύχθηκε άκυρο το δικόγραφο της ως άνω αγωγής ως προς τον πρώτο ενάγοντα T. H. (Τ. Χ.), απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς την πρώτη εναγομένη Μ. Δ., το γένος Β.

Γ. και αναβλήθηκε η συζήτηση ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, και εξαφάνισε την ως άνω υπ' αριθμ. 9/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την παραπάνω αγωγή, την οποία και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556 § 1, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., όπως τα άρθρ. 286 και 287 ισχύουν από 01.01.2016 μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοούνται οι καθολικοί του διάδοχοι (κληρονόμοι του), οι οποίοι μπορούν να επαναλάβουν εκουσίως τη δίκη με ενιαία δήλωσή τους, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής της δίκης, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, υπό την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς με τη μη αμφισβήτηση, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 1497/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 253/2014).

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ` αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (ΟλΑΠ 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ` οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομίας (ΑΠ 47/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με την νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ` αναβολή δικάσιμο (ΑΠ 593/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ.1 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε, ενώ κατά το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ` αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο. Όπως προκύπτει από τις άνω διατάξεις, η επίδοση της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για συζήτηση, για άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 866/2013, ΑΠ 1878/2011).

Περαιτέρω κατά την § 3 εδ. β` του άρθρου 576 (που προστέθηκε σ` αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 6/2019, 307/ 2015).

Τέλος, κατά το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020, με τον οποίο κυρώθηκαν οι από 13.04.2020 και 01.05.2020 ΠΝΠ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID - 19), "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης" μετά την επιβολή του μέτρου της προσωρινής αναστολής των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020 : "2.

Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.05.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 01.07.2020 έως 15.07.2020 ή από 01.09.2020 έως 15.09.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, και την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, προκύπτει ότι υπόκειται προς κρίση η από 29.11.2018 αίτηση των : 1) S. (Σ.) συζ. T. H. (Τ. Χ.), 2) S. H. (Σ. Χ.), 3. B. H. (Μ. Χ.) και 4. B. H. (Μπ. Χ.) κατά των : 1) Σ. Γ. του Β. και 2) Γ. συζ. Σ. Γ. του Η., για αναίρεση της υπ' αριθ. 110/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας (Ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ), η συζήτηση της οποίας είχε αρχικά ορισθεί, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, για τη δικάσιμο της 05.11.2019, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17.03.2020, κατά την οποία ματαιώθηκε, λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας από 13.03.2020 μέχρι 31.05.2020, σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου, που κύρωσε τις από 13.04.2020 και από 01.05.2020 ΠΝΠ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID- 19. Στη συνέχεια, η συζήτηση της υπόθεσης, κατά της διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του ως άνω νόμου, ορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (20.10.2020).

Κατά τη δικάσιμο αυτή όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, η δεύτερη αναιρεσίβλητη Γ. Γ., καθώς και οι : 1) Φ. Γ. του Σ., 2) Ε. Γ. του Σ. και 3) Ν.- Β. Γ. του Σ. εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες, επικαλούμενος ότι ο αρχικώς αναιρεσίβλητος Σ. Γ. του Β. απεβίωσε στις 27.03.2018, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δήλωσε ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δηλαδή η δεύτερη αναιρεσείουσα- σύζυγός του και οι ως άνω Φ. Γ. του Σ., Ε. Γ. του Σ. και Ν.- Β. Γ. του Σ., θυγατέρες του.

Περαιτέρω προκύπτει ότι, οι αναιρεσείοντες, έχοντας πληροφορηθεί τον επισυμβάντα στις 27.03.2018, μετά δηλαδή την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, θάνατο του αρχικώς 1ου εκ των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, Σ. Γ. και αφού θεώρησαν διακοπείσα εκ του λόγου αυτού τη δίκη, ως πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν αναγκαστικά τη δίκη (άρθρο 291 παρ. 1εδ. β` ΚΠολΔ), κάλεσαν σε (αναγκαστική) επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης τους : 1) Λ. Σ. του Γ., αγνώστου διαμονής, 2) Ν. Σ. του Θ., αγνώστου διαμονής, 3) Γ. Σ. του Θ., αγνώστου διαμονής και 4) Φ. Γ. του Σ., αγνώστου διαμονής, ως νομίμων εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου Σ. Γ. του Β., με την επίδοση ως αγνώστου διαμονής, νομίμως και εμπροθέσμως, για τη δικάσιμο της 17.03.2020, αντιγράφου της ένδικης από 29.11.2019 αίτησης αναίρεσης με τις κάτωθι απ' αυτή :

1) από 10.12.2018 και με αριθμό 40/2018 πράξη της κ. Γραμματέως Ρουμπίνης Χριστοπούλου, που αφορά την κατάθεση της αίτησης στο Κατάστημα του Εφετείου Καλαμάτας,

2) από 28.06.2019 και με αριθμό δικογραφίας 621/2019 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου κ. Βασιλείου Πέππα, με την οποία ορίζεται αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης το Β1’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου,

3) από 28.06.2019 Πράξη της Προέδρου του Β1’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κ. Ειρήνης Καλού με την οποία είχε οριστεί ημερομηνία συζήτησης της αίτησης η 05.11.2019, ημέρα Τρίτη, ώρα 09.30 π.μ., στο Β1’ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και εισηγήτρια αυτής την Αρεοπαγίτη κ. Πανά,

4) από 28.06.2019 πράξη της κ. Γραμματέως του Αρείου Πάγου με την οποίαν γράφτηκε στο πινάκιο του Β1’ Πολιτικού Τμήματος με αύξοντα αριθμό 23 και στην παραπάνω δικάσιμο και

5) από 07.11.2019 και με Αριθ. Πρωτ. 174/2019 πράξη της αυτής Γραμματέως με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την δικάσιμο της 17.03.2020, με αριθμό πινακίου 24, μετά της συνημμένης υπ' αριθ. 174/2019 βεβαίωσης αναβολής του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (βλ. υπ' αριθ. 8236, 8237, 8238 και 8239/9.12.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ιωάννη Αποστ. Τσιμιδάκη προς τον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δημοσίευση περιλήψεως των επιδοθέντων εγγράφων στις εκδιδόμενες στην Αθήνα ημερήσιες εφημερίδες "ΛΟΓΟΣ" και "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ" με αριθ. φύλλου ... και ..., αντίστοιχα).

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του πινακίου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (το πινάκιο της δικασίμου της 17.3.2020 δεν συντάχθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων όλης της χώρας) έχουν εγγραφεί τα ονόματα και τα επώνυμα των αρχικά αναιρεσιβλήτων : 1) Σ. Γ. του Β. και 2) Γ. συζ.

Σ. Γ. του Η., ενώ δεν υπάρχει εγγραφή των ονομάτων και των επωνύμων των προαναφερόμενων : 1) Λ. Σ. του Γ., 2) Ν. Σ. του Θ., 3) Γ. Σ. του Θ. και 4) Φ. Γ. του Σ., αγνώστων διαμονής ως νομίμων εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου Σ. Γ. του Β., ως προς τους οποίους η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε, και συνεπώς πρέπει, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β` Κ.Πολ.Δ., αφού χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμους του 1ου αναιρεσιβλήτου, καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά αγωγή αποζημίωσης από εργατικό ατύχημα συγγενούς των αναιρεσειόντων - εναγόντων κατά των αναιρεσιβλήτων- εναγομένων, που συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔ), να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους, ήτοι τους αναιρεσείοντες και τους υπολοίπους αναιρεσιβλήτους και δη την δεύτερη αναιρεσίβλητη ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του συζύγου της - πρώτου αναιρεσιβλήτου και των :

Φ. Γ. του Σ., Ε. Γ. του Σ. και Ν.- Β. Γ. του Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Σ. Γ.- πατέρα τους, οι οποίοι με τον ειδικώς εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους, δήλωσαν ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα.

Οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την ιδιότητα των Ε. Γ. του Σ. και Ν.- Β. Γ. του Σ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσιβλήτου, εξεταζομένης όμως της ιδιότητάς τους αυτής παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο προκύπτει και δη από το υπ' αριθ. …/21.2.2019 Πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …, καθώς και των : 1) υπ' αριθ. …/25.2.2020 πιστοποιητικού περί μη αποποίησης της κληρονομίας του Σ. Γ. του Β. της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Γυθείου και 2) υπ' αριθ. …/25.2.2020 πιστοποιητικού περί μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος των ως άνω της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Γυθείου, επί της κληρονομίας του Σ. Γ. του Β., ότι οι προαναφερόμενες τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του τελευταίου και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται παθητικώς στα πλαίσια της συζήτησης της ένδικης αίτησης. Περαιτέρω δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο του προαναφερόμενου αντιδίκου τους, οι δε κληρονόμοι αυτού (άρθρ. 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) νομίμως παρίστανται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.

Οι αναιρεσείοντες με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προβάλλουν:

α) αίτημα επιδείξεως εγγράφων εκ μέρους των αντιδίκων τους και δη εκκαθαριστικών σημειωμάτων ή κατάλληλων βεβαιώσεων από τον οικείο Δήμο, τα οποία και κατέχουν, προκειμένου να αποδειχθεί η διεύθυνση κατοικίας των : 1) Ε. Γ. του Σ., 2) Ν.- Β. Γ. του Σ. και 3) Φ. Γ. του Σ.. Το αίτημα αυτό είναι άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι οι προαναφερόμενες παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και δηλώνουν τη διεύθυνση κατοικίας τους. Και

β) ισχυρισμό περί απαραδέκτου προσκομίσεως εγγράφων από τους αντιδίκους τους, τα οποία δεν επικαλούνται με τις προτάσεις τους, καθώς και καταθέσεως του δικογράφου των προτάσεών τους, λόγω παραλείψεως προσκόμισης γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής για την κατάθεσή τους. Και οι ισχυρισμοί αυτοί είναι άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι, πλην των προαναφερομένων εγγράφων, προς απόδειξη της ιδιότητας της δεύτερης αρχικώς αναιρεσίβλητης και των προαναφερόμενων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς πρώτου αναιρεσιβλήτου Σ. Γ., ουδέν έγγραφο προσκομίζουν, ενώ προσκομίζεται το υπ' αριθ. Π…/25.2.2020 γραμμάτιο του ΔΣΑ, για το παραδεκτό της καταθέσεως προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αλλά εκείνον του αρ. 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1486/1997, ΑΠ 956/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις ενώπιόν του κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσειόντων ισχυρισμό περί αοριστίας της έφεσης των αντιδίκων τους, με συνέπεια αυτό (Εφετείο) να αφήσει αδίκαστη αίτησή τους και να υποπέσει έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο από την τελευταία αυτή διάταξη λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αλλά εκείνον του αρ. 8 του ίδιου άρθρου. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι προβάλλεται ο τελευταίος αυτός λόγος αναιρέσεως (άρθρο 559 αρ. 8 β` ΚΠολΔ), αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας των λόγων της έφεσης και να τους κρίνει βάσιμους κατ' ουσίαν, προϋποτίθεται, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο των λόγων αυτής, αφού διαφορετικά και στην περίπτωση, που δεν υπήρχε ισχυρισμός εκ μέρους των εφεσιβλήτων, ήταν υποχρεωμένο αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει το ορισμένο αυτών και να απορρίψει την έφεση ως αόριστη και συνεπώς εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε και τον ισχυρισμό για αοριστία αυτής, που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται σχετικά ιδιαίτερη σκέψη στη απόφασή του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520§1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης, πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 119 έως 120 ιδίου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους της έφεσης. Ως λόγοι έφεσης νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις οι συνιστάμενες, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου.

Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα, τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της.

Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4, 529 παρ. 1, 2 και 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο, από την τελευταία διάταξη, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ιδρύεται και στην περίπτωση μη κήρυξης από το Εφετείο, ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, της έφεσης, στο δικόγραφο της οποίας δε γίνεται μνεία ορισμένων λόγων (ΑΠ 297/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 13.04.2017 και αριθ. κατάθ. 9/13.4.2017 έφεσης των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, τη δίκη του οποίου συνεχίζουν, κατά τα προεκτεθέντα, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, και δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία το Εφετείο δέχθηκε από τυπική και ουσιαστική πλευρά και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, περιέχονται στην έφεση αυτή συγκεκριμένες και σαφείς αιτιάσεις, με τις οποίες προσάπτεται η μομφή στην πρωτόδικη απόφαση ότι λόγω κακής ερμηνείας και εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά η αγωγή των αντιδίκων τους.

Ωστόσο, ειδική περιγραφή του περιεχομένου της αγωγής, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεν ήταν αναγκαία στην έφεση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου της και δη λόγω μη περιγραφής του περιεχομένου της ασκηθείσας αγωγής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Το δικαστήριο της ουσίας έχει την ευχέρεια να μνημονεύει ειδικώς ή και να εξαίρει ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας αυτών. Εκ τούτου, δεν έπεται ότι αγνοούνται κάποια άλλα αποδεικτικά μέσα, αρκεί από το όλο περιεχόμενο της απόφασης να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι έχουν συνεκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα, που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Ειδικότερα, η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Κατά συνέπεια, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή, αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, η δε έλλειψη της μνείας δεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 114/2019, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 887/2015, ΑΠ 2258/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το θανατηφόρο ατύχημα του συγγενούς των αναιρεσειόντων, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 39/2014 ένορκη βεβαίωση του H.

M. (Χ. Μ.) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ναυπάκτου, η οποία είχε ληφθεί ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων που έγινε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά και την οποίαν αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφερόμενο στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στις ουσιαστικές του παραδοχές, μνημονεύει μόνο (κατά λέξη) "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης A. H. (Α. Χ.) και Χ. Ι., αντίστοιχα, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις υπ' αριθμ. 3/2015, 4/2015 και 5/2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γυθείου των μαρτύρων Χ.

Α., Γ. Τ. και Β. Γ., οι οποίες προσκομίζονται από τους εναγόμενους και ελήφθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των εναγόντων, κατ' άρθρ. 671 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠολΔ (βλ. υπ' αριθ. …Β/7.1.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου Νικολάου Βαρζακάκου), την επισκόπηση των φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 8, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...".

Από κανένα σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, η οποία έπρεπε να μνημονεύεται ειδικά, με αναγραφή του αριθμού αυτής, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγινε και της κλήτευσης των αντιδίκων, διότι δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων.

Προσέτι, ούτε από τις εν γένει παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, ακόμη και εμμέσως, ότι συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενό της, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, επρόκειτο να συμβάλει στην αντίκρουση ισχυρισμών των αντιδίκων τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης του άρθρου 559 αρ.11 περ.

γ` ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ναυπάκτου ληφθείσα (μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων) ως άνω ένορκη βεβαίωση, την οποίαν είχαν προσκομίσει νόμιμα προς απόκρουση ισχυρισμών των αντιδίκων τους, είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου κατά το πρώτο σκέλος του του άρθρου 559 αρ. 9 περ.

γ ΚΠολΔ (αδίκαστη αίτηση επίδειξης εγγράφων), του τέταρτου αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 περ. 20 ΚΠολΔ (παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ' αριθμ. …/16.4.2008 εγγράφου του Γεωλογικού Τμήματος της Διεύθυνσης Εγγύων Βελτιώσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας) και του πέμπτου αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 περ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000,00) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500,00) ευρώ, που περιέρχονται στο ταμείο νομικών, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και το γνώριζαν : 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 738/2012).

Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, συνάγεται, ότι τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου, που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, έτσι ώστε, λόγω της μοναδικότητάς του για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, αυτό να προσδιορίζεται με ασφάλεια.

Η παράλειψη του στοιχείου αυτού δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση (ΑΠ 210/2020). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ζητούν να επιβληθεί σε βάρος ενός εκάστου των αντιδίκων τους χρηματική ποινή, ύψους 2.500,00 ευρώ, σύμφωνα με τα άρθρα 116 και 205 ΚΠολΔ υπέρ του Ταμείου Νομικών διότι κατά τους ισχυρισμούς τους, αφενός η δεύτερη αναιρεσίβλητη, σύζυγος του θανόντος Σ.

Γ., αρχικώς πρώτου αναιρεσιβλήτου, και οι θυγατέρες του, την δίκη του οποίου συνεχίζουν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά τα προεκετεθέντα, ενδεχομένως επιχείρησαν να παραπλανήσουν το δικαστήριο αναφορικά με την παθητική τους νομιμοποίηση, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα κληρονομιαία από την προαναφερθείσα διαθήκη του τελευταίου ακίνητα στα εγγόνια του δεν θα καταστούν αντικείμενα αναγκαστικής εκτέλεσης στα πλαίσια της ικανοποίησης αξιώσεών τους από την αγωγή τους για το ένδικο εργατικό ατύχημα του συγγενούς τους, αφετέρου γιατί κατά παράβαση του άρθρου 118 ΚΠολΔ, αυτοί παραλείπουν να αναφέρουν στο δικόγραφο των προτάσεών τους το ΑΦΜ, η μία δε εξ αυτών μάλλον, προφανώς όχι εκ παραδρομής, αλλά αποσκοπώντας στην απόκρυψη των στοιχείων τους, προκειμένου να προκαλέσουν επιπλέον δυσκολίες στα πλαίσια ενδεχόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους.

Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 116 και 205 ΚΠολΔ, διότι δεν προκύπτουν τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά και μάλιστα ότι οι προαναφερθέντες επιχείρησαν να παραπλανήσουν το δικαστήριο σχετικά με την παθητική τους νομιμοποίηση και την αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της κληρονομιαίας περιουσίας, που καταλήφθηκε στους εκ διαθήκης κληρονόμους του Σ.

Γ.. Εξάλλου, η μη αναγραφή στις προτάσεις των αντιδίκων των αναιρεσειόντων του ΑΦΜ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποσκοπούσε στην απόκρυψη των στοιχείων τους, δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η αναγραφή του ΑΦΜ αποβλέπει μεν στον προσδιορισμό της ταυτότητας του διαδίκου πλην όμως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση από το όλο περιεχόμενο των προτάσεών τους προκύπτει η ταυτότητά τους δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για το πρόσωπό τους, ειδικά δε για την Ν.- Β.

Γ. του Σ., πρέπει να σημειωθεί ότι το όνομά της και στο πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών αναφέρεται ως "Ν- Β" (σημ.: υποκοριστικό) . Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450,00 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΕΔ 2/2015, ΑΠ 117/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει το αναφερόμενο σ` αυτή παράβολο, χωρίς όμως να υπέχουν σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά (ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019). Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους απολιπόμενους : 1) Λ. Σ. του Γ., 2) Ν. Σ. του Θ., 3) Γ. Σ. του Θ. και 4) Φ. Γ. του Σ., νομίμων εκ διαθήκης κληρονόμων του αρχικού πρώτους αναιρεσιβλήτου Σ. Γ. του Β..

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους προαναφερόμενους.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 110/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ με αριθ. κωδ. ... e- παράβολο, επ' ονόματι H. S. (Χ.Σ.) με την από 05.12.2018 Πληρωμή e - Παραβόλου της Eurobank, όπως αυτά αναφέρονται στην από 10.12.2018 βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ