Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling rejecting equal pay claim for temporary staff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by forty-four individuals against a First Instance Court decision rejecting their equal pay claim. The plaintiffs argued that temporary and transferred employees were denied equal remuneration compared to permanent staff, citing specific statutory provisions and constitutional equality principles. The court ruled that the appeal was unfounded because the relevant law does not create a direct claim for equal pay, the different salary regimes are constitutionally justified, and administrative inaction does not establish a tort claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 24(6a) of Law 2637/1998; Article 4(1) and 22(1b) of the Constitution; The statutory provision does not establish a direct claim for equal pay for temporary staff, and the differing salary regimes are constitutionally justified due to distinct employment conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1283/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ., 2) Ε. Κ., 3) Γ. Κ., 4) Α. Θ., 5) Γ. Η., 6)Ρ. Ζ., 7)Α. Χ., 8) Μ. Σ., 9) Σ. Β., 10)Σ. Ε., 11) Ν. Κ., 12) Β. Σ. - Μ., 13) Ι. Π., 14)Δ. Ρ., 15)Θ. Σ., 16) Κ. Τ., 17) Π. Χ., 18)Ε. - Γ. Κ. - Κ., 19) Α. Σ., 20) Β. Σ., 21) Φ. Μ., 22) Σ. Γ., 23)Ε. Λ., 24) Σ. Π., 25) Π. Σ., 26) Π. Τ., 27) Χ. Θ., 28) Α. Μ., 29) Λ. Α., 30) Μ. Τ., 31) Β. Δ., 32) Κ. Τ., 33) Θ. Β. 34)Π. Π., 35) Α. Μ., 36) Ε. Γ., 37) Α. Σ., 38) Χ. Μ., 39) Φ. Π. - Δ., 40) Χ. Ζ., 41) Χ. Μ., 42) Α. Δ., 43) Δ. Μ. - Τ. και 44)Μ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Σιδερή, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία: "...", (....), που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μάνου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 9488/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/6/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 19ης Ιουνίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 9488/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 28ης Απριλίου 2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμόν 242/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 22ας Ιουνίου 2013 αγωγή αυτών κατά του αναιρεσιβλήτου αφορώσα εργατική διαφορά. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, με την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 2637/1998 ιδρύθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..." (....), το οποίο λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας. Στο εν λόγω νομικό πρόσωπο συνεστήθησαν με την διάταξη του άρθρου 23 ιδίου Νόμου χίλιες επτακόσιες θέσεις τακτικού προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 24 του αυτού Νόμου προεβλέφθη η δυνατότης μετατάξεως και αποσπάσεως υπαλλήλων από το Δημόσιο και άλλους φορείς προς κάλυψη των αναγκών αυτού.
Κατά την διάταξη της παραγράφου 6α του ιδίου άρθρου 24, προστεθείσα δια του άρθρου 24 παρ. 13 Ν. 2945/2001, "Στους αποσπασμένους και τους μεταταγέντες υπαλλήλους του άρθρου αυτού, είναι δυνατή η καταβολή από τον ...., σε βάρος του εγκεκριμένου προϋπολογισμού του, πρόσθετων αμοιβών που καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι πρόσθετες αμοιβές θα καλύπτουν τη διαφορά των αποδοχών που υπάρχει μεταξύ των αποσπασμένων και των μεταταγέντων υπαλλήλων και δεν θα είναι μεγαλύτερες από το σύνολο των αντίστοιχων αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων του Οργανισμού Ελέγχου Ενισχύσεων Ελαιολάδου, όπως αυτές υπολογίζονται με βάση την ισχύουσα Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας τους.
Με τη σύναψη της Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας των τακτικών υπαλλήλων του ...., οι συνολικές αμοιβές των αποσπασμένων και των μεταταγέντων υπαλλήλων, περιλαμβανομένων των παραπάνω πρόσθετων αμοιβών, θα είναι ίσες με τις αποδοχές της ανωτέρω Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας". Όπως προκύπτει από την προαναφερομένη διάταξη, δεν θεσμοθετείται δι' αυτής υποχρέωση αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια του διοικητικού συμβουλίου του ....
προς υποβολή εισηγήσεως στους αρμοδίους Υπουργούς προς έκδοση Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως σχετικώς με την χορήγηση προσθέτων αμοιβών στους απεσπασμένους και τους μεταταγέντας υπαλλήλους, ενώ η πρόβλεψη περί ίσων αμοιβών αυτών προς τις αποδοχές της μελλούσης να καταρτισθεί ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας των τακτικών υπαλλήλων δεν αναιρεί ούτε καταργεί την εν λόγω διακριτική ευχέρεια ούτε ιδρύει ως προς τις εν λόγω αμοιβές ευθεία αξίωση των απεσπασμένων και των μεταταγέντων υπαλλήλων, αλλ' ούτε και η παράλειψη ασκήσεως της διακριτικής ευχερείας εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου του ....
προς υποβολή σχετικής εισηγήσεως προς τους αρμοδίους Υπουργούς συνιστά παραβίαση της προαναφερομένης διατάξεως ούτε ιδρύει αξίωση εξ αδικοπραξίας. Τούτο δε διότι, η ως άνω διάταξη, κατά το προφανές νόημα αυτής, δεν αναγνωρίζει εξ αρχής και αμέσως δικαίωμα των απεσπασμένων και των μεταταγέντων υπαλλήλων να λαμβάνουν αποδοχές ίσες προς τις προβλεπόμενες από την εκάστοτε ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας των τακτικών υπαλλήλων του ....
υπό την έννοια ότι θεωρεί το εν λόγω δικαίωμα ως ευθέως παρεχόμενο, αλλά, όπως προανεφέρθη, καταλείπει το θέμα τούτο στην διακριτική ευχέρεια του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού, όπως ομοίως στην διακριτική ευχέρεια αυτού καταλείπει και την υποβολή της αρχικής εισηγήσεως προς έκδοση Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως, με σημείο αναφοράς τις αποδοχές των τακτικών υπαλλήλων του Οργανισμού Ελέγχου Ενισχύσεων Ελαιολάδου.
Βάσει της ως άνω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 24 παρ. 6α Ν. 2637/1998 εξεδόθη η υπ' αρ. 2/16954/0022 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας (Φ.Ε.Κ. Β' 551/2 Μαΐου 2002), δια της οποίας ορίζονται στο άρθρο 1 τα εξής: "Στους αποσπασμένους και μεταταγμένους υπαλλήλους στον ..., καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή η οποία θα καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών τους και των αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων του Οργανισμού Ελέγχου Ενισχύσεως Ελαιολάδου (ΟΕΕΕ) όπως αυτές έχουν καθοριστεί στην ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας και θα ισούται με το άθροισμα των διαφορών που θα προκύψουν από την σύγκριση των επί μέρους αποδοχών τους με τις αντίστοιχες αποδοχές των τακτικών υπαλλήλων του ελαιολάδου, ως κάτωθι:
α) Της διαφοράς των βασικών μισθών των μισθολογικών κλιμακίων με βάση τον χρόνο που προβλέπεται από τον Ν. 2470/97. β) Της διαφοράς των χρονοεπιδομάτων της παραγρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 2470/97 και της παραγρ. 1 του άρθρου 2 της Σ.Σ.Ε. του Ο.Ε.Ε.Ε., με βάση τα χρόνια υπηρεσίας του άρθρου 17 του Ν. 2470/97. γ) Της διαφοράς του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών, μεταξύ των δραχμικών ποσών των δέκα οκτώ χιλιάδων (18.000) δραχμών στους κατόχους διδακτορικού διπλώματος και δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών στους κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 παρ. 3α και 3β του Ν. 2470/97 και των ποσοστών 10% στο 20ό κλιμάκιο στους κατόχους διδακτορικού διπλώματος και 5% στο 20ό κλιμάκιο στους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου όπως αυτό ορίζεται στην παράγρ. 3 του άρθρου 2 της σύμβασης του Ο.Ε.Ε.Ε.
αντίστοιχα με τις προϋποθέσεις καταβολής των διατάξεων του Ν. 2470/1997. δ) Την καταβολή επιδόματος επάρκειας ξένης γλώσσας 5% στο 30ό Μ.Κ. της σύμβασης του Ο.Ε.Ε.Ε., από τη στιγμή που θα προσκομισθεί πιστοποιητικό αναγνώρισης επάρκειας από το Υπουργείο Παιδείας. Για κάθε επιπλέον ξένη γλώσσα με τις ίδιες προϋποθέσεις χορηγείται επίδομα 4% στο 30ό Μ.Κ.
της ίδιας σύμβασης. ε) Την καταβολή επιδόματος πληροφορικής (τεχνικής εξειδίκευσης) στους ειδικευμένους υπαλλήλους του Τμήματος Πληροφορικής (αναλυτές, προγραμματιστές και χειριστές) που κατέχουν τα προσόντα του Π.Δ. 194/88. στ) Της διαφοράς μεταξύ των δραχμικών επιδομάτων θέσης ευθύνης όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 24 του Ν. 2470/97 και των αντίστοιχων επιδομάτων του άρθρου 4 της σύμβασης του Ο.Ε.Ε.Ε.
ζ) Την καταβολή επιδόματος διαχειριστικών λαθών ποσού 15.800 δρχ. στους Ταμίες του .... η) Την καταβολή επιδόματος ειδικών συνθηκών ποσού 13.600 δρχ. μηνιαίως στους Κλητήρες και τους Οδηγούς του .... θ) Την καταβολή της διαφοράς του οικογενειακού επιδόματος στους υπαλλήλους που λαμβάνουν το επίδομα αυτό κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2470/97 (ο ένας εκ των δύο συζύγων) τις οποίες εφαρμόζει ο ....".
Αφ' ετέρου, οι αποδοχές του τακτικού προσωπικού του .... διείποντο κατά τα έτη 2002 - 2012 από τις από 27ης Νοεμβρίου 2002, 3ης Αυγούστου 2004, 4ης Αυγούστου 2006 και 24ης Ιουλίου 2008 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (πράξεις καταθέσεως Επιθεωρήσεως Εργασίας 15/4 Δεκεμβρίου 2002, 10/5 Αυγούστου 2004, 19/19 Αυγούστου 2006 και 14/25 Ιουλίου 2008 αντιστοίχως).
Βάσει των διατάξεων της τελευταίας των ως άνω Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, το τακτικό προσωπικό του .... εδικαιούτο εκτός άλλων και των εξής επιδομάτων: Eπιδόματος ισολογισμού, το οποίο, οριζόμενο σε ποσοστό επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών βάσει της εκάστοτε ισχυούσης συλλογικής συμβάσεως εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών, καταβάλλεται στον προϊστάμενο της Διευθύνσεως Οικονομικής Διαχειρίσεως, στους προϊσταμένους και τους εργαζομένους των Τμημάτων Λογιστηρίου και Μισθοδοσίας, στον διαχειριστή παγίων και σε όσους έχουν ασχοληθεί ουσιωδώς με την προπαρασκευή ή εκπόνηση του ετησίου ισολογισμού ως επίσης και στον προϊστάμενο της Διευθύνσεως Πληρωμών Αγροτικών Ενισχύσεων, στον προϊστάμενο και τους εργαζομένους του Τμήματος Λογιστηρίου Πληρωμών Αγροτικών Ενισχύσεων ως και σε όσους έχουν ασχοληθεί ουσιωδώς με την προπαρασκευή ή εκπόνηση του ετησίου ισολογισμού του Ε.Λ.Ε.Γ.Ε.Π..
Επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή - τερματικών, το οποίο, οριζόμενο σε ποσοστό 5% επί του βασικού μισθού του 23ου μισθολογικού κλιμακίου, καταβάλλεται στο προσωπικό των κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ όλων των οργανικών μονάδων του .... εκτός των ΔΕ Οδηγών. Ελεγκτικού επιδόματος, το οποίο, οριζόμενο σε ποσοστό ανά κατηγορία:
α. ΠΕ 9%, β. ΤΕ 8% και γ. ΔΕ 7% επί του βασικού μισθού του 23ου μισθολογικού κλιμακίου, χορηγείται στο προσωπικό του .... εκτός των ΔΕ Οδηγών. Επιδόματος διαχειριστικών λαθών, το οποίο οριζόμενο στο ποσόν των 80 ευρώ από 1ης Ιανουαρίου 2008 καταβάλλεται στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Διευθύνσεων του ...., οι οποίοι ασκούν πληρωμές - εισπράξεις.
Επίσης το τακτικό προσωπικό του .... εδικαιούτο βάσει της ως άνω Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας και δαπάνης βρεφονηπιακού σταθμού και νηπιαγωγείου μέχρι του ποσού των 280 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ίσων αποδοχών ως προς όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την αυτή ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, οπότε, εάν γίνει ειδική νομοθετική ρύθμιση ως προς ορισμένη κατηγορία εργαζομένων κατά δυσμενή αποκλεισμό από την εν λόγω ρύθμιση άλλης κατηγορίας εργαζομένων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της ειδικής αυτής μεταχειρίσεως, η διάκριση είναι αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της προαναφερομένης αρχής αποβαίνει εφαρμοστέα η νομοθετική ρύθμιση και υπέρ εκείνων εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση.
Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν, εάν συντρέχουν γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση, όπως, όταν ορίζονται οι αποδοχές άλλης κατηγορίας εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και άλλης από υπουργικές αποφάσεις δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, αφού εκάστη των εν λόγω κατηγοριών υπάγεται υπό διάφορο μισθολογικό καθεστώς.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ως άνω από 22ας Ιουνίου 2013 αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), οι οποίοι ήσαν δημόσιοι υπάλληλοι, απεσπασμένοι στον εναγόμενο Οργανισμό (αναιρεσίβλητο), εζήτησαν δι' αυτής την επιδίκαση του ελεγκτικού επιδόματος και του επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία ελάμβαναν από 1ης Ιανουαρίου 2008 όλοι οι τακτικοί υπάλληλοι του ....
εκτός των οδηγών δυνάμει της από 24ης Ιουλίου 2008 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, επίσης, επί πλέον, ο πέμπτος ενάγων - αναιρεσείων Γ. Η. εζήτησε την επιδίκαση της δαπάνης βρεφονηπιακού σταθμού, της οποίας εδικαιούντο οι τακτικοί υπάλληλοι του Οργανισμού οι έχοντες τέκνα νηπιακής ηλικίας δυνάμει της αυτής Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, και η εικοστή τετάρτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα Σ.
Π. εζήτησε την επιδίκαση του επιδόματος ισολογισμού, του οποίου εδικαιούντο οι τακτικοί υπάλληλοι του Οργανισμού οι ασχολούμενοι με την κατάρτιση του ισολογισμού δυνάμει ομοίως της ως άνω Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Τις εν λόγω αξιώσεις οι ενάγοντες εστήριξαν κατά κυρία βάση επί της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 6α Ν. 2637/1998 εν συνδυασμώ προς την από 24ης Ιουλίου 2008 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και την εκ των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος αρχή της ισότητος, υπό την επίκληση ότι παρείχαν την αυτή εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τους τακτικούς υπαλλήλους του ...., επικουρικώς δε επί αδικοπραξίας του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού, το οποίο παρανόμως παρέλειψε να υποβάλει σχετική εισήγηση, προκειμένου να εκδοθεί η προβλεπομένη Κοινή Υπουργική Απόφαση και να χορηγηθεί πρόσθετη αμοιβή στους απεσπασμένους και τους μεταταγέντας υπαλλήλους, ώστε να εξαλειφθεί η υπάρχουσα μισθολογική ανισότης.
Η ως άνω όμως αγωγή είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής. Ως προς την εκ της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 6α Ν. 2637/1998 εν συνδυασμώ προς την από 24ης Ιουλίου 2008 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας βάση αυτής, διότι η εν λόγω διάταξη δεν ιδρύει ευθεία αξίωση των απεσπασμένων και των μεταταγέντων υπαλλήλων προς απόληψη ίσων αποδοχών προς τις αποδοχές των τακτικών υπαλλήλων του Οργανισμού, ως έχουν διαμορφωθεί βάσει της ως άνω Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας.
Ως προς την εκ της αρχής της ισότητος βάση, διότι οι αποδοχές των τακτικών υπαλλήλων ρυθμίζονται βάσει συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των απεσπασμένων και των μεταταγέντων υπαλλήλων βάσει υπουργικών αποφάσεων και ως εκ τούτου λόγω του διαφόρου μισθολογικού καθεστώτος δικαιολογείται η διαφορετική ρύθμιση και δεν συντρέχει παραβίαση της ως άνω συνταγματικής αρχής.
Ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση, διότι η μη άσκηση της διακριτικής ευχερείας εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου του .... προς υποβολή εισηγήσεως προς εξίσωση των αποδοχών των προαναφερομένων υπαλλήλων προς τις αποδοχές της Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας των τακτικών υπαλλήλων δεν ιδρύει αξίωση εξ αδικοπραξίας.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο υπό την αυτήν αιτιολογία έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και απέρριψε κατ' ουσίαν τους λόγους της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, δεν έσφαλε και πάντες οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 εδ.
α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δια των οποίων προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 6α Ν. 2637/1998, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 297, 298 και 914 ΑΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19ης Ιουνίου 2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 9488/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ