1283/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1283/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 88 π op. 1 περ.α και β του Ν. 3386/2005 δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ’ αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1283/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου E. T. του A., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών που εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο του Κατερίνα Φλίνου, η οποία ορίσθηκε με την υπ’ αριθμό 70/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 91/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Mε συγκατηγορούμενους τους: 1. E. T. του A. και 2. H. B. του H..
Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαΐου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 728/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005 [όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ.4 Ν. 3772/2009 και ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, το 2010] "Πλοίαρχοι ή Κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε.
η τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α)Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα, γ] με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε [15] ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων [200000] Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ] με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον 700000 Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στη περίπτωση γ’ επήλθε θάνατος.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφος της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθηση τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών και για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται δε υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος.
Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην αναφορά για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως,(άμεσος δόλος)ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 88 π op. 1 περ.α και β του Ν. 3386/2005 δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ’ αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ’ είδος (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνείας εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την με αριθμό 91/2014 προσβαλλομένη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, που, δικάζοντας κατ’ έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στη απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "οι κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων) τέλεσαν την πρώτη από τις αποδιδόμενες σ’ αυτούς αξιόποινη πράξη.
Την περί τούτου κρίση του στηρίζει στα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι από κοινού στον παρακάτω τόπο και χρόνο από πρόθεση ως πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου ή πλωτού μέσου μετέφεραν από το εξωτερικό στην Ελλάδα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις δηλαδή χωρίς έλεγχο των Ελληνικών Αρχών, υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία.
Ειδικότερα στη Τήλο την 13.9.2010 με το ξύλινο σκάφος "..." του οποίου ήταν συγκυβερνήτες, μετέφεραν από το Φετιγέ Τουρκίας και αποβίβασαν στον όρμο Θολό της νήσου Τήλου 123 άτομα, υπηκόους Βιρμανίας, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Παλαιστίνης και Ιράν, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι από την μεταφορά αυτή προέκυψε κίνδυνος ζωής των μεταφερομένων γι’ αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του κινδύνου ζωής.
Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος σε συνδυασμό με την ανάγνωση των εγγράφων και τις απολογίες των κατηγορουμένων, και συνιστούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι κι επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχο".
Ακολούθως κήρυξε τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ του ότι από κοινού του ότι στον παρακάτω τόπο και χρόνο από πρόθεση ως πλοίαρχος ή κυβερνήτης πλοίου ή πλωτού μέσου μετέφερε από κοινού από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, ενώ ενεργούσε από κοινού και ειδικότερα στη Τήλο την 13.9.2010 με το ξύλινο σκάφος "..." στο πλήρωμα του οποίου ανήκε, μετέφερε από το Φετιγέ Τουρκίας και αποβίβασε στον όρμο Θολό της νήσου Τήλου 123 άτομα, υπηκόους Βιρμανίας, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Παλαιστίνης και Ιράν, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ενεργούσε δε από κοινού." Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου διέλαβε στη προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενό, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 παρ.
Ια, 27, 46 παρ.1 περ. β, 94 παρ. 1 του ΠΚ και άρθρα 88 παρ. 1 περ. α’ , β’ και γ’ του Ν. 3386/2005 [όπως αντικ. με το όρθρο 48 παρ.4 του Ν. 3772/2009. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις είναι απορριπτέες αφού 1] η καταδίκη του ως άνω στηρίχθηκε σε όλα τα προαναφερθέντα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε να αιτιολογείται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσεώς του και για ποιο λόγο έγινε περισσότερο πιστευτό ένα συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, αφού όλα τα παραπάνω ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων, 2] το σκεπτικό της αποφάσεως δεν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, καθόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και πληρούν την προαναφερθείσα αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάσθηκε, ενώ δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία για τον δόλο του κατηγορουμένου, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ο νόμος δεν αξιώνει, για το ως άνω έγκλημα, πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του.
Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Ε’ ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως πλήττεται η ως άνω απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας καθόσον το δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, περαιτέρω δε υπερέβη την εξουσία του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ποιό ήταν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, περαιτέρω δε δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η υπέρβαση εξουσίας.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2015 αίτηση του E. T. του A., για αναίρεση της με αριθμό 91/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ