1283/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1283/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1283/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων-εφεσιβλήτων-εναγόντων: 1.Ν. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 2. Δ. Π., κατοίκου ... και 3. Δ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη.
Των καθών η κλήση-εκκαλούντων-εναγομένων: 1.Σ.-Α. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2000 αγωγή των ήδη εφεσιβλήτων και την από 25-10-2000 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2111/2004 του ίδιου Δικαστηρίου 6694/2005 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκαν αναιρέσεις και εκδόθηκε η 1039/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και την παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 3868/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι εφεσίβλητοι με την από 18-12-2011 αίτησή τους. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 1924/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3868/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κράτησε επί της ουσίας την υπόθεση και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 21-1-2014 κλήση των καλούντων-εφεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των καλούντων-εφεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της εφέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου σε μέρος της δικαστικής δαπάνης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 1924/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε ως προς τους καθών η κλήση η 3868/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 19-7-2004 έφεση αυτών κατά της 2111/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε απορριφθεί ως προς αυτούς η από 12-9-2000 αγωγή αποζημιώσεως των καλούντων. Επί της αποφάσεως αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχαν εκδοθεί προηγουμένως η 6694/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη μεν αμετάκλητη με την 1039/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς την αρχική πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", αναιρέθηκε δε ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες - εναγομένους, και κατά τα ανωτέρω εκδόθηκε στη συνέχεια μετ’ αναίρεση ως προς αυτούς η 3868/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η 1924/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διακράτησε πλέον την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ήδη με την από 21-1-2014 κλήση των εναγόντων φέρεται νόμιμα προς συζήτηση η μεταξύ των διαδίκων υπόθεση και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’ , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 περ. δ’ , του Ν 3632/1928 περί χρηματιστηρίων αξιών, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2341/1940 περί συμπληρώσεως των περί χρηματιστηρίων αξιών διατάξεων: "Ο χρηματιστής θεωρείται έμπορος, ασκών δημόσιον λειτούργημα. Ο χρηματιστής τηρεί ... βιβλιάριον τριπλοτύπων πινακιδίων, προωρισμένων όπως εξ εκάστου πινακιδίου το ...
πρώτον τμήμα παραδίδεται εντός 24 ωρών από της συνάψεως της συναλλαγής υπό του χρηματιστού εις τον εντολέα ...". Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 1806/1988 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις: "Όπου στην κείμενη νομοθεσία για τα χρηματιστήρια αξιών γενικώς αναφέρεται η λέξη "χρηματιστής", από την ισχύ του νόμου αυτού νοείται ως χρηματιστής και η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία.
Οι χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι υπόκεινται στις ίδιες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις με τους χρηματιστές". Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του αυτού Νόμου: "Για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές η ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία διορίζει εκπροσώπους της, οι οποίοι ονομάζονται χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του αυτού Νόμου, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2324/1995 Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα Χρηματιστήρια αξιών: "Η χρηματιστηριακή εταιρία ...
πρέπει ... να ενημερώνει τουλάχιστον ανά μήνα τους πελάτες της, των οποίων διαχειρίζεται τα χαρτοφυλάκια, ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, εφόσον υπάρχει μεταβολή ...". Κατά την Απόφαση ΥΠΕΘΟ 12263/Β.500/11-4-1997: Κώδικας Δεοντολογίας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) (ΦΕΚ Β’ 340/24-4-1997): "Οι βασικές αρχές δεοντολογίας είναι οι εξής: (α) Πρώτη Αρχή:
Οι εταιρίες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύουν τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς (άρθρο 3 παρ. 2α) ... . Για την εκπλήρωση υποχρεώσεων των εταιριών, που απορρέουν από την πρώτη αρχή θα λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, ώστε (α) να διασφαλίζεται η ορθολογική διοικητική οργάνωση της εταιρίας, (β) να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρίας ... (δ) να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα (άρθρο 4 παρ. 2) ...
Οι εταιρίες θα λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση ότι τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία πελατών, τα οποία κατέχουν ή διακινούν δεν θα χρησιμοποιούνται ... για λογαριασμό ή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου εκτός από τον δικαιούχο πελάτη. Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, η εταιρία θα εξασφαλίζει ότι ...
θα τηρούνται λογαριασμοί αξιών και μετρητών ανά πελάτη της και ότι θα ενημερώνονται αμέσως ως προς οποιαδήποτε μεταβολή (άρθρο 4 παρ. 3)... Χωρίς αυτό να περιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο την ευθύνη των εταιριών (και των καλυπτομένων προσώπων) για την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης, που απορρέει από την δεύτερη αρχή, συνιστάται ενδεικτικά η λήψη μέτρων, τα οποία μπορούν να συμβάλλουν στα ακόλουθα: (α) να εξασφαλισθεί η ορθολογική οργανωτική διάρθρωση της εταιρίας, με στόχο: (αα) την ελαχιστοποίηση των ενδιάμεσων πράξεων μεταξύ εντολής και εκτέλεσης ... (γγ) τον περιορισμό, κατά το δυνατό, της χρησιμοποίησης άλλων ενδιαμέσων, εντός της εταιρίας, για την εκτέλεση της εντολής (δδ) την τήρηση ασφαλών και αποτελεσματικών εσωτερικών διαδικασιών υλοποίησης των παρεχόμενων εντολών (άρθρο 5 παρ. 1).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω προς την αρχή ότι οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα διά των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, συνάγεται ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι χρηματιστηριακών εταιριών και γενικότερα εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών βαρύνονται οι ίδιοι προσωπικώς με τις οικείες υποχρεώσεις, ήτοι:
Να αποστέλλουν απευθείας στους εντολείς - πελάτες των εταιριών το οικείο αντίτυπο πινακιδίου περί πώλησης ή αγοράς μετοχών στο όνομά τους, να ενημερώνουν απ’ ευθείας αυτούς περιοδικώς ως προς τις αγοραπωλησίες τίτλων, να θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και να αποδίδουν απευθείας στους δικαιούχους τα χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησαν για λογαριασμό τους ή το τίμημα που εισέπραξαν από την εκποίηση αυτών, πιστώνοντας τον -τηρητέο κατά τα ανωτέρω- ειδικό λογαριασμό εκάστου.
Ανεξαρτήτως τούτων, σύμφωνα με γενική δικαιϊκή αρχή, αν κάποιος εξουσιάζει μια πηγή κινδύνων για τους τρίτους, και ειδικότερα αυτός που με προηγούμενη θετική ενέργειά του δημιούργησε κατάσταση επικίνδυνη για τους τρίτους, έχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει πρόσφορα μέτρα αποτροπής των ζημιών, που μπορεί να προκληθούν από την κατάσταση αυτή σε τρίτους.
Συνιστά δε τέτοια πηγή κινδύνων και η ανάθεση ή ανοχή ανεξέλεγκτης διαχείρισης ξένων περιουσιών, και ιδίως χρημάτων και συναφών κινητών αξιών, επ’ ονόματι οικονομικών φορέων που, λόγω του θεσμικού τους ρόλου, παρέχουν πίστη στο ευρύ κοινό ως προς την ηθική και οικονομική φερεγγυότητά τους, όπως είναι και οι χρηματιστηριακές εταιρίες και, γενικότερα, οι εταιρίες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΠ 252, 253/2013).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που περιέχονται στα 2111/2004 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την ένορκη βεβαίωση του Δ. Γ., η οποία ελήφθη μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά:
Η μη διάδικος στην παρούσα δίκη ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία με την επωνυμία "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." ήταν επί σειρά ετών μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και λειτουργούσε με έδρα την Αθήνα, εκπροσωπούμενη από τους εναγομένους - εκκαλούντες, από τους οποίους ο μεν πρώτος ήταν πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος αυτής, ο δε δεύτερος αντιπρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου.
Σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν η διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών και η σύναψη χρηματιστηριακών συμβάσεων. Για την επιτυχέστερη επίτευξη της εμπορικής της δραστηριότητας ίδρυσε, σύμφωνα με το άρθρο 71 ν. 1969/1991 και με βάση την .../5-8-1994 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, στην οδό ....
Σ’ αυτό όρισε υπεύθυνο υπάλληλο και διευθυντή τον Λ. Τ., στον οποίο ανέθεσε την πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία της εταιρείας και πρωτοβουλία δράσεως, σχετικά με πράξεις που γίνονταν στο υποκατάστημα, αλλά και τη διενέργεια κάθε υλικής πράξεως που σχετιζόταν με τη λειτουργία του υποκαταστήματος. Ο τελευταίος τελούσε υπό τις οδηγίες και τις εντολές της χρηματιστηριακής εταιρείας, που τον είχε προστήσει ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση.
Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του αυτών, πραγματοποιούσε τις επαφές με τους πελάτες, παρείχε σ’ αυτούς συμβουλές, κατάρτιζε τις συμβάσεις, εισέπραττε χρήματα για λογαριασμό της εταιρείας, διαβίβαζε τις εντολές των πελατών για τη διενέργεια των συναλλαγών και παρέδιδε στους πελάτες κάθε έγγραφο που εξέδιδε η εταιρεία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.
Ο πρώτος ενάγων Ν. Ι., με σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, δια του νομίμου εκπροσώπου της Λ. Τ., ανέθεσε στην τελευταία, έναντι αμοιβής, να καταρτίζει στο όνομα και για λογαριασμό του χρηματιστηριακές συμβάσεις, δηλαδή αγορές και πωλήσεις μετοχών ανωνύμων εταιρειών, που ήσαν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Στις 31-7-1998 ο πρώτος ενάγων, καθ’ υπόδειξη του Λ. Τ., κατέθεσε 5.000.000 δρχ. στην ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ για να αγορασθούν για λογαριασμό ταυ μετοχές της εταιρείας Μ. προς 5.524 δρχ. η κάθε μετοχή. Το Δεκέμβριο 1998 ο Λ. Τ. ανακοίνωσε στον πρώτο ενάγοντα ότι ήταν σε θέση να του εξασφαλίσει μετοχές των εταιρειών ... και ..., στην αγορά των οποίων μπορούσαν να συμμετάσχουν τόσο ο ίδιος όσο και οι φίλοι του, αν διέθεταν μεγάλα χρηματικά ποσά, ώστε να αποκτήσουν τις μετοχές ως "πακέτο", σε τιμή κατώτερη της κτήσεως μεμονωμένων ή λίγων μετοχών.
Ο πρώτος ενάγων, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του με τον Λ. Τ., ενόψει και των καλών αποδόσεων που απέφερε το χαρτοφυλάκιό του μέχρι τότε, αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και στις 16-12-1998 κατέθεσε το ποσόν των 20.000.000 δρχ. στο λογαριασμό της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, που του υπέδειξε ο Λ. Τ.. Παράλληλα γνωστοποίησε την ως άνω δυνατότητα αγοράς μετοχών και στους λοιπούς ενάγοντες, και έτσι αυτοί κατέθεσαν σε λογαριασμό της ίδιας Τράπεζας, με υπόδειξη και πάλι του Λ.
Τ., τα ποσά των 10.000.000 δρχ. στις 24-12-1998 ο δεύτερος και 15.000.000 δρχ. στις 23-12-1998 ο τρίτος, αντίστοιχα. Άλλοι φίλοι του πρώτου ενάγοντος κατέθεσαν επίσης διάφορα ποσά για τον ίδιο λόγο, και ενδεικτικά 60.000.000 δρχ. ο Σ. Π. και 60.000.000 δρχ. ο Α. Τ.. Με την πληρωμή των εν λόγω χρημάτων οι ενάγοντες προσδοκούσαν να αποκτήσουν μετοχές των εταιρειών ...
και ... μέσω του Χρηματιστηρίου, με συναλλαγές σύννομες και όχι παράνομες, τούτο δε ήταν σαφές και αυτονόητο στον αντισυμβαλλόμενο τους Λ. Τ. με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε. Ο τελευταίος απέστειλε στη συνέχεια στον πρώτο ενάγοντα πίνακες συναλλαγών και καταστάσεις της πορείας του χαρτοφυλακίου του, όπου εμφανιζόταν ότι τα χρήματα που έλαβε είχαν χρησιμοποιηθεί σύννομα και είχε πραγματοποιηθεί η αγορά των εν λόγω μετοχών, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αυτός, αν είχε εντολή για κρυφή και παράνομη εκτέλεση συναλλαγών.
Κατά συνέπεια οι επίμαχες συμφωνίες εμπίπτουν στις έννοιες των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1, 18 ν. 3632/1928 και 20 παρ. 1 ν. 1806/1988, και ως εκ τούτου δεν είναι παράνομες, όπως κρίθηκε άλλωστε αμετακλήτως με την 1039/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο Λ. Τ. ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι με τα παραπάνω χρηματικά ποσά είχε αγοράσει για λογαριασμό τους και είχε συμπεριλάβει στο χαρτοφυλάκιο του πρώτου από αυτούς μετοχές της εταιρείας ...
με τιμή κτήσεως της κάθε μετοχής 11.400 δρχ. για τον πρώτο ενάγοντα και μετοχές της εταιρείας ... με τιμή κτήσεως της κάθε μετοχής 3.200 δρχ. για τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες. Απέστειλε μάλιστα στον πρώτο ενάγοντα καταστάσεις που τιτλοφορούνταν "πίνακες συναλλαγών" και "διάρθρωση χαρτοφυλακίου", με την επωνυμία "...
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε. καθώς και το όνομά του, στις οποίες εμφανιζόταν η αγορά των εν λόγω μετοχών και η ένταξή τους στο συνολικό χαρτοφυλάκιο του πρώτου ενάγοντος. Ο τελευταίος διαμαρτυρήθηκε στον Λ. Τ., επειδή συμπεριέλαβε στο χαρτοφυλάκιο του και τους άλλους δύο ενάγοντες, πλην όμως εκείνος τον καθησύχασε, λέγοντάς του ότι αυτό έγινε προς διευκόλυνση της σχετικής αγοράς, που ερχόταν ως πακέτο και ότι αργότερα οι μετοχές θα επιμερίζονταν αναλόγως στον καθένα τους.
Ωστόσο, στις αρχές Ιουνίου 1999 αποκαλύφθηκε σειρά εκτεταμένων ατασθαλιών εκ μέρους του Λ. Τ., διευθυντή στο ως άνω υποκατάστημα της εταιρείας "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." στη Θεσσαλονίκη, εξαιτίας των οποίων απομακρύνθηκε αυτός από τη θέση του, ασκήθηκαν εναντίον του ποινικές διώξεις για αξιόποινες πράξεις σε βαθμό κακουργήματος (απάτη, υπεξαίρεση κλπ) σε βάρος τρίτων - πελατών της εταιρείας και έχουν ήδη εκδοθεί τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του.
Τότε ακριβώς, με την αποκάλυψη της αξιόποινης συμπεριφοράς του Λ. Τ., διαπίστωσαν οι ενάγοντες ότι ουδέποτε είχε αγοράσει αυτός για λογαριασμό τους τις ως άνω μετοχές, αλλά αντιθέτως είχε παρακρατήσει και ιδιοποιηθεί παράνομα για λογαριασμό του τα χρήματα που του είχαν καταβάλει, αποκρύπτοντάς τους με επιδεξιότητα ότι δεν έλαβαν χώρα οι ως άνω χρηματιστηριακές πράξεις.
Η συμπεριφορά αυτή του Λ. Τ. έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης σ’ αυτόν υπηρεσίας από την εταιρεία "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." και η πραγματοποίηση της υπεξαιρέσεως των χρημάτων των εναγόντων κατέστη δυνατή από τον ίδιο, ακριβώς λόγω της διευθυντικής του θέσεως και των ευκαιριών που του παρείχε η εταιρεία αυτή, έστω και αν αυτός χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό τα μέσα που έθεσε στη διάθεσή του η εταιρεία ή καταχράστηκε την υπηρεσία που του είχε ανατεθεί.
Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε εξωτραπεζικό δανεισμό του Λ. Τ., από τον οποίο προέρχονται και οι επίδικες αξιώσεις τους, ώστε να καταλογισθεί σ’ αυτούς συντρέχον πταίσμα, όπως προέβαλαν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό, επαναφέρουν δε με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς τους.
Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες έδωσαν στον Λ. Τ. την εντολή να προβεί για λογαριασμό τους σε σύννομες χρηματιστηριακές πράξεις. Ακόμη και η από 12-6-1995 εξουσιοδότηση του πρώτου ενάγοντος, ως πελάτη της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, προς τον Λ. Τ., αφορούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές του με την εταιρεία.
Kαι ναι μεν οι ενάγοντες κατέθεταν τα χρήματα για την αγορά των μετοχών σε προσωπικούς λογαριασμούς του Λ. Τ. και της συζύγου του, πλην όμως αυτό δεν ήταν ασυνήθιστο και δεν τους ξένισε, δεδομένου ότι και στο παρελθόν, ο πρώτος, τουλάχιστον, ενάγων, είχε προβεί σε καταθέσεις χρημάτων σε ατομικούς λογαριασμούς των υπευθύνων του άλλου υποκαταστήματος της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, στη Θεσσαλονίκη;
Κ. και Β.. Άλλωστε, οι ενάγοντες δεν γνώριζαν τότε ότι ο Λ. Τ. ενεργούσε παράνομες συναλλαγές, εκτός κάθε ελέγχου της ... Α.Ε. Τέλος, τα ποσά που έλαβε ο πρώτος ενάγων από τον Λ. Τ. στο χρονικό διάστημα από 6-2-1995 έως 21-4-1995 αποτελούν μέρος μόνο των καταβολών από τις πολλαπλάσιες χρηματιστηριακές συναλλαγές του τελευταίου με την "...
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." και καθόλου δεν αποδεικνύεται ότι είναι προϊόν εξωτραπεζικού δανεισμού. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και ο συναφής με αυτήν πέμπτος λόγος της εφέσεως των εναγομένων.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, εξάλλου, αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, και τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι - εκκαλούντες, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, αντίστοιχα, του διοικητικού συμβουλίου της πιο πάνω εταιρίας, είναι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, όπως και δεν το αρνούνται. Οι τελευταίοι, επίσης, αποδείχθηκε, ότι ευθύνονται εις ολόκληρον με την εν λόγω ανώνυμη εταιρία για την άνω παράνομη πράξη που διέπραξε σε βάρος των εναγόντων ο Λ.
Τ.. Ειδικότερα, μολονότι είχαν υποχρέωση από το καταστατικό, το νόμο αλλά και τα συναλλακτικά ήθη, να ασκούν έλεγχο στο προσωπικό, στους υπαλλήλους, όπως και στους διευθυντές και αντιπροσώπους της άνω εταιρίας (ώστε να αποφεύγεται κάθε ζημία των συναλλασσομένων με αυτή πελατών της) κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, επέδειξαν βαριά αμέλεια, λαμβανομένου υπόψη, ότι αποδείχθηκε ότι αυτοί, με την άνω ιδιότητα τους είχαν παραχωρήσει στον Λ.
Τ. πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία και πρωτοβουλία δράσης, δεσμεύουσα την εταιρία, αφήνοντάς του ανεξέλεγκτη τη διαχείριση του υποκαταστήματος στη Θεσσαλονίκη, καθιστώντας τον έτσι πηγή κινδύνου για τα συμφέροντα των συναλλασσομένων με την εταιρία που οι ίδιοι εκπροσωπούσαν. Από την αμέλειά τους δε αυτή κατέστη δυνατή η τέλεση από τον Λ.
Τ. της άνω παράνομης και υπαίτιας πράξης της υπεξαίρεσης σε βάρος των εναγόντων. Πιο συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν αποτελεσματικό μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου, ο οποίος να εξασφαλίζει την επαρκή επίβλεψη και εποπτεία των υπαλλήλων της άνω εταιρίας και στη συγκεκριμένη περίπτωση του Λ.
Τ., ώστε να αποτραπεί κάθε κίνδυνος των συμφερόντων των πελατών της από αυτούς εκπροσωπούμενης εταιρίας, και κατ’ ακολουθία και των εφεσιβλήτων, αφού, κατά παράβαση των ως άνω υποχρεώσεών τους, δεν είχαν προβλέψει κανένα μέτρο διασταύρωσης και επιβεβαίωσης, αν οι εγγραφές πληρωμών προς τους πελάτες ήταν πραγματικές ή εικονικές και αν πράγματι οι υπογραφές για καταβολή χρημάτων ήσαν γνήσιες ή όχι, και σε τελική ανάλυση αν η φερόμενη καταβολή χρημάτων τοις μετρητοίς μεγάλων ποσών σε πελάτες της από το υποκατάστημά της ήταν πραγματική, ούτε αν οι νομίμως επιβεβλημένες περιοδικές ενημερώσεις των πελατών τους έφθαναν όντως στον προορισμό τους, αλλά ούτε αν είχαν συναφθεί με τους πελάτες της εκπροσωπούμενης απ’ αυτούς εταιρίας, μεταξύ των οποίων και οι εφεσίβλητος, οι επιβαλλόμενες από τον κώδικα Δεοντολογίας του ΕΠΕΥ, έγγραφες συμβάσεις.
Αν οι εκκαλούντες είχαν προβεί στην εξασφάλιση αποτελεσματικού μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου και είχαν φροντίσει για την υπογραφή εγγράφων συμβάσεων, κατά τα ειδικότερα προεκτεθέντα, θα είχε αποτραπεί η ζημία των εφεσιβλήτων αφού, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στον Λ. Τ. να τους ενημερώνει με αναληθή έγγραφα για δήθεν αγοραπωλησίες μετοχών τους και δήθεν διάρθρωση του χαρτοφυλακίου τους, ούτε να τους υποδεικνύει την κατάθεση των χρημάτων τους σε ατομικούς λογαριασμούς, δικό του ή της συζύγου του, κάτι που οι εφεσίβλητοι έπραξαν, όπως έχει προαναφερθεί, και τελικώς, θα είχε αποτραπεί η ιδιοποίηση από τον Λ.
Τ. των χρηματικών ποσών των εφεσιβλήτων, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αντίθετο συμπέρασμα, εξάλλου, ότι δηλαδή, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι είχαν λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα ελέγχου της απ’ αυτούς εκπροσωπούμενης εταιρίας,. δεν μπορεί να εξαχθεί από το Ότι η τελευταία: 1) Συνεργαζόταν με τον ελεγκτή Ε.
Σ., 2) τελούσε υπό τον ετήσιο τακτικό οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο του Ορκωτού ελεγκτή
του ΣΟΛ Θ. Π., 3) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είχε αναθέσει στην εταιρία ... τη διενέργεια ελέγχου στην εταιρία, 4) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είχε εγκρίνει την πρόσληψη ως υπευθύνου υπαλλήλου του υποκαταστήματος της εταιρίας στη Θεσσαλονίκη τον Λ. Τ., 5) ο Κανονισμός Λειτουργίας του υποκαταστήματος αυτού, ο οποίος προέβλεπε ρητώς τα καθήκοντα του τελευταίου, αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης εργασίας του και 6) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε ελέγχους που διενεργούσε στην εταιρία δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε πρόβλημα στις εγγραφές της ή στις συναλλαγές της με τους πελάτες της, όπως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες.
Συγκεκριμένα, οι επικαλούμενοι από τους τελευταίους ως άνω έλεγχοι, αποδείχθηκε ότι περιορίζονταν στις λογιστικές κυρίως εγγραφές, ενώ όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούν την πλήρως, κατά τα άνω, αποδειχθείσα, παντελή έλλειψη μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου της εταιρίας. Η αναφορά στην 21/222/31-7-2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ότι δεν εμφανίσθηκαν άλλες περιπτώσεις, εκτός από το υποκατάστημα Θεσσαλονίκης, από τις οποίες να συνάγεται ότι η εταιρία αντιμετωπίζει γενικότερο πρόβλημα οργάνωσης και διοίκησής της και οι βασικοί μέτοχοι κρίνονται άτομα χαίροντα εκτιμήσεως στη χρηματιστηριακή αγορά, αφενός μεν αφορούν μεταγενέστερο του επίδικου χρονικό διάστημα, αφετέρου δε, δεν αναιρούν το ήδη προαναφερόμενο περιεχόμενο της ίδιας απόφασης, από το οποίο σαφώς προκύπτει η έλλειψη αποτελεσματικού μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου.
Η έλλειψη αυτή δεν αναιρείται βεβαίως από το γεγονός ότι οι εκκαλούντες, όταν μεταγενεστέρως διαπίστωσαν την παράνομη δράση του Λ. Τ., κατήγγειλαν τη σύμβαση εργασίας του, έκλεισαν το υποκατάστημα και υπέβαλαν σε βάρος του μήνυση για απάτη, υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, ούτε από την αναφορά στο 141/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ότι "οι εφεσίβλητοι τελούσαν σε πλήρη άγνοια της παράνομης δραστηριότητας του Λ.
Τ., δεδομένου ότι οι χρηματιστηριακές συναλλαγές ορισμένων από τους εκκαλούντες διεξάγονταν αποκλειστικά από τον προαναφερθέντα χωρίς τη μεσολάβηση της ... ΑΧΕ ...", κάτι που αφορά τη μη δεσμεύουσα το παρόν Δικαστήριο, ποινική έκβαση άλλων παθόντων από την παράνομη συμπεριφορά του Λ. Τ.. Περαιτέρω, το υποστηριζόμενο από τους εκκαλούντες ότι ουδεμία προσωπική ευθύνη έχουν, αφού για τις παράνομες πράξεις του Λ.
Τ., ευθύνεται μόνο η προστήσασα αυτόν ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία την οποία οι ίδιοι εκπροσωπούν, δεν είναι νόμιμο. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1, 2 του ν. 1806/1988, του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο 3 παρ. 1, διαμορφώθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2324/1995, της απόφασης ΥΠΕΟ &12263/.500/11-4-1997 (ΦΕΚ Β’ 340/24-4-1997), με εκείνη του άρθρου 71 ΑΚ, οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα, διά των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους.
Επομένως, οι νόμιμοι εκπρόσωποι χρηματιστηριακών εταιριών και γενικότερα εταιριών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, βαρύνονται οι ίδιοι προσωπικώς με τις οικείες υποχρεώσεις, ήτοι, μεταξύ άλλων να θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της εταιρίας και να λαμβάνουν τα προεκτεθέντα μέτρα.
Επομένως, οι εκκαλούντες, που κατά τα άνω αποδείχθηκε ότι από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν του άνω μηχανισμούς, όπως όφειλαν κατά το νόμο, το καταστατικό της από αυτούς εκπροσωπούμενης εταιρίας, αλλά και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και τη θεμελιώδη δικαϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς, ενόψει του ότι, κατά τα ήδη εκτενώς προλεχθέντα, οι τελευταίοι είχαν ανεχθεί ανεξέλεγκτη διαχείριση ξένων περιουσιών εκ μέρους του Λ.
Τ., καθιστώντας τον "πηγή κινδύνου", είχαν προσωπική ευθύνη για την άνω αδικοπραξία του τελευταίου. Το υποστηριζόμενο, εξάλλου, από τους εκκαλούντες, ότι δηλαδή δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της όποιας δικής τους αμέλειας, την οποία αρνούνται, και του ζημιογόνου για τους εφεσιβλήτους αποτελέσματος, για το λόγο ότι οι τελευταίοι κατέθεσαν τα χρήματά τους που ιδιοποιήθηκε ο Λ.
Τ. σε προσωπικό λογαριασμό αυτού ή της συζύγου του, δεν είναι βάσιμο. Και αυτό γιατί, αποδείχθηκε ότι αν οι εκκαλούντες είχαν φροντίσει να λάβουν τα επιβαλλόμενα και απαραίτητα μέτρα που θα εξασφάλιζαν ύπαρξη αποτελεσματικού μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου, όπως όφειλαν και αμελώς φερόμενοι παρέλειψαν, δεν θα είχε τη δυνατότητα ο Λ.
Τ. να υποδείξει τον τρόπο αυτό της συναλλαγής στους εφεσιβλήτους και θα αποτρεπόταν η ζημία τους, κατά τα διεξοδικώς προεκτεθέντα. Η ύπαρξη ποινικών αποφάσεων που απαλλάσσουν τους εκκαλούντες από αξιόποινες πράξεις που τους αποδόθηκαν, σε σχέση με τις απάτες και υπεξαιρέσεις που διέπραξε ο Λ. Τ., τις οποίες οι τελευταίοι προσκομίζουν και επικαλούνται, δεν αναιρεί την άνω αποδειχθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους.
Όλες οι άνω αποφάσεις που αφορούν διάπραξη ποινικών αδικημάτων και όχι την αποδειχθείσα αδικοπραξία των εκκαλούντων, λαμβάνονται υπόψη και συνεκτιμώνται με το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων.
Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε αυτοτελής αδικοπρακτική ευθύνη των εκκαλούντων. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι, ενεργώντας υπό την ιδιότητά τους ως νόμιμοι εκπρόσωποι της χρηματιστηριακής εταιρείας, είχαν λάβει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα και ενδεικνυόμενα μέτρα ελέγχου όλων των υποκαταστημάτων της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και το συγκεκριμένο υποκατάστημα όπου εργαζόταν ο Α.
Τ., δεδομένου ότι είχαν θεσπίσει διπλό σύστημα ελέγχου, τόσο εσωτερικού, μέσω του ορισθέντος προς τούτο ελεγκτή Ε. Σ., την μετά του οποίου συνεργασία είχαν ήδη γνωστοποιήσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από τις αρχές του 1998, όσο και εξωτερικού, μέσω του ορκωτού ελεγκτή λογιστή του ΣΟΛ Θ. Π., ο οποίος και διενεργούσε ετήσιο τακτικό οικονομικό διαχειριστικό έλεγχο σε όλα τα υποκαταστήματα της εταιρείας.
Παράλληλα, η εποπτεύουσα αρχή της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είχε αναθέσει ήδη από το έτος 1996 στην εταιρεία ... τη διενέργεια ελέγχου. Ανεξαρτήτως του ότι από κανένα στοιχείο αποδείχθηκε ότι πέραν του ανωτέρω εφαρμοζόμενου από τους εναγομένους τρόπου ελέγχου, υπήρχε και άλλος, προσφορότερος και πλέον αποτελεσματικός, τον οποίο παρέλειψαν αυτοί να εφαρμόσουν, είναι γεγονός, ότι οποιαδήποτε μέτρα και αν ελάμβαναν και οποιουσδήποτε μηχανισμούς και αν καθιέρωναν για την διασφάλιση των συμφερόντων των πελατών τους, δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη ζημία των εναγόντων.
Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες κατέθεταν τα αναφερόμενα παραπάνω χρηματικά ποσά για την αγορά των μετοχών που επιθυμούσαν, σε προσωπικούς λογαριασμούς του Λ. Τ. και της συζύγου του και κατά συνέπεια, από της καταθέσεως αυτών οι τελευταίοι αποκτούσαν δικαίωμα να τα αναλαμβάνουν οποτεδήποτε και να τα χρησιμοποιούν κατά βούληση, ενώ παράλληλα οι εναγόμενοι δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν την ύπαρξη των καταθέσεων αυτών ενόψει του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων.
Με τον τρόπο αυτό, οι εκ μέρους των εναγόντων καταθέσεις χρηματικών ποσών, διέφευγαν από οποιονδήποτε έλεγχο της χρηματιστηριακής εταιρείας, αφού οι συναλλαγές των διαδίκων ελάμβαναν χώρα χωρίς την μεσολάβησή της. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι το γεγονός ότι ο τρίτος ενάγων Δ. Κ., δεν είχε καν κωδικό συναλλαγής με την χρηματιστηριακή εταιρεία, όπως δεν αμφισβητείται από τον ίδιο, έτσι ώστε οιαδήποτε συναλλαγή και αν είχε αυτός με τον Λ.
Τ., με αντικείμενο την αγορά μετοχών μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας των εναγομένων, οι τελευταίοι θα ήταν αδύνατον να την διαπιστώσουν, οποιονδήποτε έλεγχο και αν διενεργούσαν στο επίδικο κατάστημα που εργαζόταν εκείνος. Ενόψει των δεδομένων αυτών, οι παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που διαπίστωσε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά τον έλεγχο που διενήργησε στην εκπροσωπούμενη από τους εναγομένους εταιρεία, όπως, μη σύναψη συμβάσεων με τους πελάτες της εταιρείας, μη διάθεση γραπτών εξουσιοδοτήσεων για άλλους, μη ύπαρξη αποδείξεων παράδοσης και παραλαβής των τίτλων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, εφόσον αναφέρονται σε συναλλαγές πελατών που γίνονταν μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας, ενώ οι επίδικες συναλλαγές των διαδίκων ελάμβαναν χώρα χωρίς την μεσολάβηση της τελευταίας.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, δεν καταφάσκεται αυτοτελής αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων για την διαπραχθείσα σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξία και η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα ως προς αυτούς.
Κατά τη γνώμη επίσης του μέλους του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, ως νόμιμοι εκπρόσωπου της εταιρείας "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", ουδεμία ευθύνη έχουν για τη ζημία την οποία υπέστη ο τρίτος εκκαλών - ενάγων Δ. Κ., δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν είχε κωδικό συναλλαγής με την ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία, γεγονός που δεν το αμφισβητεί και ο ίδιος τόσο με την αγωγή όσο και με τις προτάσεις του, και κατά συνέπεια όποια συναλλαγή και αν είχε αυτός με το Λ. Τ., με αντικείμενο την αγορά μετοχών για λογαριασμό του μέσω της "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" δεν είχαν αυτοί τη δυνατότητα να την αντιληφθούν ή να την διαπιστώσουν, οποιονδήποτε έλεγχο κι αν διενεργούσαν στο ως άνω υποκατάστημα της εταιρείας που εργαζόταν ο Λ. Τ.. Κατόπιν τούτου θα έπρεπε ως προς τον τρίτο ενάγοντα να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Λ. Τ. οι ενάγοντες υπέστησαν τις ακόλουθες ζημίες, τις οποίες δεν θα υφίσταντο, αν δεν μεσολαβούσαν οι ενέργειές του που προεκτέθηκαν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τιμή κλεισίματος των μετοχών ..., Μ.
και ... στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αν γινόταν η αγορά των μετοχών την επομένη της καταθέσεως των χρημάτων, ο πρώτος ενάγων θα αποκτούσε 1755 μετοχές της εταιρείας ... και 905 μετοχές της εταιρείας Μ., ο δεύτερος ενάγων θα αποκτούσε 3.000 μετοχές της εταιρείας ... και ο τρίτος ενάγων 4.600 μετοχές της ίδιας εταιρείας.
Στις 12-9-2000 (ημερομηνία ασκήσεως της ένδικης αγωγής) κατά την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων, οι ενάγοντες θα εξακολουθούσαν να κατέχουν τις εν λόγω μετοχές και όσες άλλες διανεμήθηκαν δωρεάν από τις ως άνω εταιρείες. Ειδικότερα: Α) Ο πρώτος ενάγων θα κατείχε 14.040 μετοχές της εταιρείας ..., αφού: 1) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων την 1-2-1999 αποφασίστηκε η μείωση της τιμής της μετοχής από 500 σε 100 δρχ.
και η διανομή τεσσάρων (4) δωρεάν μετοχών για κάθε μία παλαιά και 2) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων στις 12-7-1999 αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, και συγκεκριμένα για πέντε (5) παλαιές μετοχές δόθηκαν τρεις (3) νέες με καταβολή 1.000 δρχ. ανά μετοχή. Έτσι ο πρώτος ενάγων θα κατείχε κατά τον ως άνω χρόνο (1.755 + 7.020 = 8.775 + 5.265) 14.040 μετοχές, η αξία των οποίων κατά τον ίδιο πάλι χρόνο θα ανερχόταν σε 52.762.320 δρχ. (14.040 Χ 3.758 δρχ., που ήταν η χρηματιστηριακή αξία της μετοχής αυτής κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής).
Η ζημία λοιπόν του πρώτου ενάγοντος από τη μη κτήση των μετοχών της εταιρείας ... ανέρχεται σε 46.970.820 δρχ. (52.762.320 δρχ. η αξία των μετοχών μείον 5.791.500 δρχ. που θα κατέβαλε για τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής). Στο ποσόν αυτό πρέπει να προστεθούν 56.160 δρχ. (7.020 μετοχές Χ 8 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1998 και 280.800 δρχ. (14.040 μετοχές Χ 20 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1999, που θα εισέπραττε από τις ως άνω μετοχές, με αποτέλεσμα το ποσόν της ζημίας του από την αιτία αυτή να ανέρχεται σε 47.307.780 δρχ.
Β) Ο ίδιος ενάγων θα κατείχε κατά τον ως άνω χρόνο 1.810 μετοχές της εταιρείας Μ., αφού: 1) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων την 15-12- 1999 αποφασίστηκε η μείωση της τιμής της μετοχής, η διανομή μιας (1) δωρεάν μετοχής για κάθε δύο παλαιές και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών, και συγκεκριμένα για κάθε δύο παλαιές μετοχές δόθηκε μία (1) μετοχή με την καταβολή 2.800 δρχ.
Έτσι ο πρώτος ενάγων θα κατείχε κατά τον ως άνω χρόνο 1.810 μετοχές, η αξία των οποίων κατά τον ίδιο πάλι χρόνο θα ανερχόταν σε 9.556.800 δρχ. (1.810 μετοχές Χ 5.280 δρχ. που ήταν η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής). Η ζημία λοιπόν του πρώτου ενάγοντος ανέρχεται σε 8.291.200 δρχ. (9.556.800 δρχ.
η αξία των μετοχών μείον 1.265.600 δρχ. που θα κατέβαλε για τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου). Στο ποσόν αυτό πρέπει να προστεθούν 54.300 δρχ. (905 μετοχές Χ 60 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1998 και 18.100 δρχ. (1.810 μετοχές Χ 10 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1999, που θα εισέπραττε από τις άνω μετοχές, με αποτέλεσμα το ποσόν της ζημίας του από την αιτία αυτή να ανέρχεται σε 8.363.600 δρχ.
Έτσι η συνολική ζημία του πρώτου ενάγοντος από τις ως άνω αιτίες ανέρχεται σε (47.307.780 + 8.363.600) 55.671.380 δρχ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Λ. Τ. εμφάνιζε στους πίνακες που έστελνε στον πρώτο ενάγοντα και πωλήσεις μετοχών, που ο τελευταίος πίστευε ότι είχε. Συγκεκριμένα, τους τέσσερις πρώτους μήνες του έτους 1999 εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, και πωλήσεις μετοχών των εταιρειών ...
και Μ., από τις οποίες ο πρώτος ενάγων εισέπραξε στις 21-4-1999 10.000.000 δρχ. από τον εκπρόσωπο της εταιρείας "... ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." Λ. Τ.. Το ποσόν αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο ποσόν στον πρώτο ενάγοντα, κατά μερική παραδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως των εναγομένων, που πρόβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τον όγδοο λόγο της εφέσεώς τους, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατόπιν τούτου η ζημία του πρώτου ενάγοντος περιορίζεται στο ποσόν των 45.671.380 δρχ. ισότιμο με 134.031,92 ευρώ. Γ) Ο δεύτερος ενάγων θα κατείχε 3.000 μετοχές της εταιρείας ..., αφού: 1) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων την 12-7-1999 αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών, και συγκεκριμένα για κάθε μία (1) παλαιά μετοχή δόθηκε μια (1) νέα μετοχή με την καταβολή 1.250 δρχ.
ανά μετοχή και 2) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων την 28-7-2000 αποφασίστηκε η αύξηση της ονομαστικής αξίας της μετοχής με ταυτόχρονη μείωση των αριθμών των μετοχών στο ήμισυ. Έτσι ο δεύτερος ενάγων θα κατείχε κατά τον παραπάνω χρόνο 3.000 (3.000 + 3.000 = 6.000 : 2) μετοχές, η αξία των οποίων κατά τον ίδιο χρόνο θα ήταν 19.380.000 δρχ. (3.000 μετοχές Χ 6.460 δρχ.
που ήταν η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής). Η ζημία του ενάγοντος λοιπόν ανήλθε σε 15.630.000 δρχ. (19.380.000 δρχ. η αξία των μετοχών μείον 3.750.000 δρχ. που θα κατέβαλε για τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου). Στο ποσόν αυτό πρέπει να προστεθούν 90.000 δρχ. (3.000 μετοχές Χ 30 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1998 και 60.000 δρχ. (3.000 μετοχές Χ 20 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1999, που θα εισέπραττε από τις ως άνω μετοχές, με αποτέλεσμα το ποσόν της ζημίας του από την αιτία αυτή να ανέρχεται σε (15.630.000 + 90.000 + 60.000) 15.780.000 δρχ.
ισότιμο με 46.309,61 ευρώ. Δ) Ο τρίτος ενάγων θα κατείχε 4.600 μετοχές της εταιρείας ..., αφού: 1) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων την 12-7-1999 αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με την καταβολή μετρητών, και συγκεκριμένα για κάθε μία (1) παλαιά μετοχή δόθηκε μια (1) νέα μετοχή με την καταβολή 1.250 δρχ.
ανά μετοχή και 2) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων την 28-7-2000 αποφασίστηκε η αύξηση της ονομαστικής αξίας της μετοχής με ταυτόχρονη μείωση των αριθμών των μετοχών στο ήμισυ. Έτσι ο τρίτος ενάγων θα κατείχε κατά τον παραπάνω χρόνο 4.600 (4.600 + 4.600 = 9.200: 2) μετοχές, η αξία των οποίων κατά τον ίδιο χρόνο θα ήταν 29.716.000 δρχ. (4.600 μετοχές Χ 6.460 δρχ.
που ήταν η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής). Η ζημία του ενάγοντος λοιπόν ανήλθε σε 23.966.000 δρχ. (29.716.000 δρχ. η αξία των μετοχών μείον 5.750.000 δρχ. που θα κατέβαλε για τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου). Στο ποσόν αυτό πρέπει να προστεθούν 138.000 δρχ. (4.600 μετοχές Χ 30 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1998 και 92.000 δρχ. (4.600 μετοχές Χ 20 δρχ.) για μέρισμα χρήσεως 1999, που θα εισέπραττε από τις ως άνω μετοχές, με αποτέλεσμα το ποσόν της ζημίας του από την αιτία αυτή να ανέρχεται σε (23.966.000 + 138.000 + 92.000) 24.196.000 δρχ., από τα οποία δικαιούται να λάβει το ποσόν των 21.750.000 δρχ., που ζητεί με την αγωγή, ισότιμο με 63.829,79 ευρώ.
Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δεν υπολόγισε τη θετική ζημία των εναγόντων κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, και σε κάθε περίπτωση κατά το χρόνο επελεύσεως της ζημίας, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρουν με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου της εφέσεώς τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, και τούτο γιατί ο χρόνος προσδιορισμού της ζημίας των εναγόντων σ’ αυτόν της ασκήσεως της αγωγής και όχι σε εκείνον της πρώτης συζητήσεώς της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν ενέχει παράβαση της διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ (ΑΠ 802/2013, 843/2003).
Περαιτέρω, εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εκκαλούντων - εναγομένων, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, το Δικαστήριο δε, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την υπαιτιότητα των εναγομένων, το είδος και την έκταση της ζημίας των εναγόντων, την ψυχική τους στενοχώρια και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι οι ενάγοντες πρέπει να λάβουν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ ο πρώτος, των 1.200 ευρώ ο δεύτερος και των 1.400 ευρώ ο τρίτος. Τέλος, με δεδομένο το δυνητικό χαρακτήρα της προσωπικής κρατήσεως για χρηματικές αξιώσεις από αδικοπραξία, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την αναμόρφωση του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ με το άρθρο 62 ν. 3994/2011 (βλ. σχετική εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού), το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να απειληθεί προσωπική κράτηση κατά των εναγομένων ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της καταδικαστικής διατάξεως σε βάρος τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι η οικονομική κατάσταση τούτων είναι τέτοια που επιτρέπει, σε περίπτωση μη εκούσιας συμμορφώσεώς τους, την είσπραξη του ποσού αυτού με τα συνήθη μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει, κατά μερική παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο, να γίνει εν μέρει δεκτή και στην ουσία της η από 12-9-2000 αγωγή των εναγόντων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα 136.031,92 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα 47.509,61 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα 65.229,79 ευρώ, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, οι εναγόμενοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων, θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη κατανεμόμενη ανάλογα με την έκταση της νίκης των εναγόντων - εκκαλούντων (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 6 Ιουλίου 2004 έφεση των Ν. I., Δ. Π. και Δ. Κ. και την από 19 Ιουλίου 2004 έφεση των Σ. - Α. Κ. και Γ. Κ.
Εξαφανίζει την 2111/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διακρατεί την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 12 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγής των Ν. Ι. κλπ.
Δέχεται κατά πλειοψηφία εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τους εναγομένους, καθένα εις ολόκληρον, να καταβάλουν, στον πρώτο ενάγοντα εκατόν τριάντα έξι χιλιάδες τριάντα ένα και 92/100 (136.031,92) ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα σαράντα επτά χιλιάδες πεντακόσια εννέα και 61/100 (47.509,61) ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα εξήντα πέντε χιλιάδες διακόσια είκοσι εννέα και 79/100 (65.229,79) ευρώ, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τους εναγομένους στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ