Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of contradictory reasoning claim and expired statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the High Court of Nauplia's decision regarding the sale of co-owned property. The appellants argued the High Court contained contradictory reasoning regarding the distribution of the property versus its forced sale, but the court found this argument inadmissible. The court ruled the appeal was procedurally flawed because the specific ground of appeal was not properly filed at the first instance and the three-year limitation period for filing the appeal had already expired. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562 § 2 and 566 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 566 § 2; Article 564 § 3: An appeal ground is inadmissible if the contradictory reasoning is not specifically alleged in the appeal petition to the first instance court or if the statutory limitation period for filing the appeal has expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1283/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Γ. Α., θυγ. Η. Φ., 2) Γ. Α. του Α., 3) Α. Α. του Γ., και 4) Μ. Φ. του Η., κατοίκων ... . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Ταταρόπουλο, οι 2ος, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Φ.-Ζ., συζ. Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεροντίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/2/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/1999, 100/2003 μη οριστικές, 121/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 262/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/1/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 23/4/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από ίδια την απόφαση 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ..
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να έχει προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του (Α.Π. 443/2011, ΑΠ 1435/2011). Σύμφωνα με την ισχύουσα στον χώρο του δικονομικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ή αλλιώς της λειτουργίας του κανόνα δικαίου και με βάση τις διατάξεις των άρθρων 785, 795, 798, 799, 1113 ΑΚ, 216 §1α και 478 επ.
ΚΠολΔ, για την πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής διανομής κοινού ακινήτου πρέπει και αρκεί να αναφέρεται σ' αυτήν, πλην άλλων, η ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας των διαδίκων επί του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται η επίκληση και των παραγωγικών του εν λόγω δικαιώματος πραγματικών γεγονότων. Μόνο σε περίπτωση ειδικής αμφισβητήσεως αυτού του δικαιώματος από τον εναγόμενο, ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος να θεραπεύσει την επιγενόμενη αοριστία του αγωγικού δικογράφου, προσδιορίζοντας, παραδεκτώς με τις πρωτόδικες προτάσεις του (άρθρο 224 εδ.
β' ΚΠολΔ), τον τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας των διαδίκων επί του διανεμητέου ακινήτου (ΑΠ 2001/2009, 151/2009, 1475/2008, 1757/2001). Αν πρόκειται για παράγωγη κτήση του δικαιώματος συγκυριότητας, όπως με σύμβαση ή κληρονομική διαδοχή και ο εναγόμενος αμφισβητήσει το δικαίωμα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, τότε θα πρέπει επιπλέον να προσδιορισθεί με τις προτάσεις του ενάγοντος της πρώτης συζητήσεως ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του, ενδεχομένως δε ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, μέχρι την κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο (ΑΠ 1705/2008, 92/1998, 229/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 19/2/1999 αγωγής περί διανομής επικοίνου ακινήτου η ήδη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εξέθεσε ότι είναι συγκυρία κατά ποσοστό 5/24 του επιδίκου ακινήτου με τους εναγόμενους και ότι απέκτησε το δικαίωμα αυτό με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα της Ζ.
Φ. - Ζ., που πέθανε το 1994, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε με την ... / 1998 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Π. Κίτνη που μετεγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης, στον τόμο 229 και με αρ. 118 και ζήτησε με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι δε συναινούν οι εναγόμενοι στην εξώδικη διανομή του επικοίνου, να διαταχθεί η διανομή αυτού με πλειστηριασμό, λόγω του ανεφίκτου της αυτούσιας διανομής του.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αυτοί ισχυρίσθηκαν ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης Ζ. Φ. - Ζ., δώρησε ατύπως το 1966 το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς του, των 5/24, στο επίδικο ακίνητο στην πρώτη τούτων (αναιρεσειόντων) αδελφή του, η οποία έκτοτε νεμόταν τούτο, με τις διακατοχικές πράξεις που ειδικότερα εκθέτει και κατέστη κατ' αυτόν τον τρόπο συγκυρία του επικοίνου κατά το προαναφερόμενο ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας είχε συμπληρωθεί κατά το θάνατο του αδελφού της, που συνέβη το 1994 και συνεπώς ο τελευταίος δεν ήταν κατά τον ίδιο χρόνο συγκύριος του επιδίκου, δεν ανήκε τούτο στην κληρονομία του και δεν απέκτησε την συγκυριότητα του επιδίκου η ενάγουσα με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο.
Έτσι οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβήτησαν την συγκυριότητα του παραπάνω δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, αλλά επικαλέσθηκαν την απόσβεση της κάποτε υπάρχουσας συγκυριότητάς του σ' αυτό, κατά το προαναφερόμενο εξ' αδιαιρέτου ποσοστό με την έκτακτη χρησικτησία της πρώτης τούτων. Συνακόλουθα για το ορισμένο της αγωγής, η οποία είχε ως βάση την κτήση της συγκυριότητας από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), δεν υπήρχε υποχρέωση της τελευταίας να καθορίσει με τις προτάσεις της της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης τον τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας του επιδίκου από τον άμεσο δικαιοπάροχό της.
Εξάλλου στην αγωγή περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή).
Συνεπώς το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, συνιστάμενο στην μη αναφορά σ' αυτήν του τρόπου κτήσεως του επικαλούμενου αγωγικού δικαιώματος συγκυριότητας στο επίκοινο ακίνητο από την ενάγουσα και το δικαιοπάροχό της, τον οποίο είχαν παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προβάλλει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούντες με σχετικό λόγο έφεσης δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της την αγωγή, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Αναφορικώς με την αιτίαση περί αοριστίας της αγωγής "και ως προς τα δικαιώματα των εναγομένων συγκυρίων", ο ίδιος λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη αοριστία. Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.19 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στα πλαίσια της ερευνόμενης διάταξης (του αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν ιδρύεται ο ίδιος λόγος ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1206/2008, Α.Π. 559/2009, Α.Π. 1334/2010, Α.Π. 553/2012).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996, ΑΠ 2096/2009, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 1108/2008).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης αφού, κατ' αυτούς το Εφετείο που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων - αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και διέταξε την πώληση του επικοίνου με δημόσιο πλειστηριασμό, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου κατά το επικαλούμενο στην αγωγή εξ' αδιαιρέτου ποσοστό των 5/24 από την πρώτη τούτων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται σε αυτόν οι σχετικές με το παραπάνω ζήτημα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, αλλά ούτε και προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που, υπό την επίκληση του από την παραπάνω διάταξη του αρ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικού λόγου, περιέχει αιτίαση για την απόρριψη κατ' ουσίαν της προαναφερόμενης ένστασης ιδίας κυριότητας "παρά τις αντίθετες αποδείξεις" είναι απαράδεκτος, καθ' όσον αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επειδή με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πώλησης του επικοίνου με πλειστηριασμό, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τις αντιφατικές αιτιολογίες, αφενός μεν ότι "πράγματι σύμφωνα με την άνω πραγματογνωμοσύνη, θα ήταν δυνατή η αυτούσια διανομή του επιδίκου ακινήτου με τη σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών", αφετέρου δε ότι "ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εκκαλουμένη 121/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης κατέληξε να διατάξει την πώληση τούτου με δημόσιο πλειστηριασμό με το σκεπτικό ότι η αυτούσια διανομή του με σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών αφενός μεν δεν ζητήθηκε από τους διαδίκους αφετέρου έχει το μειονέκτημα ότι ...".
Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο της εφέσεως, ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την πώληση του επικοίνου με πλειστηριασμό έχει προσβληθεί με συγκεκριμένο λόγο εφέσεως. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτος (άρθρα 562 § 2 και 566 § 1 ΚΠολΔ).
Με την εκδοχή ότι πλήττεται συναφώς η πρωτόδικη κρίση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν προκύπτει κατάθεση του αναιρετηρίου (και) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ), και πάντως, διότι έχει ήδη παρέλθει η προβλεπόμενη στο άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ τριετής (καταχρηστική) προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.
Παρεκτός του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον τα παραπάνω αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, ανάγονται στα πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας του Εφετείου προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η πρώτη αναιρεσείουσα - εκκαλούσα - εναγομένη, δεν απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου κατά το αναφερόμενο στην αγωγή ποσοστό, με έκτακτη χρησικτησία, και στις δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε στην υπάρχουσα σ' αυτό οικία προέβη, καθ' όσον γνώριζε ότι σε περίπτωση μελλοντικής διανομής τούτου, θα μπορούσε με τη σύσταση κάθετης οροφοκτησίας στο μείζον ακίνητο, να λάβει το τμήμα τούτου στο οποίο περιλαμβάνεται η οικία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο διέταξε την πώληση με πλειστηριασμό, επειδή δε ζήτησαν οι διάδικοι την αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης οροφοκτησίας και όχι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της δυνατότητας της αυτούσιας διανομής, κεφάλαιο το οποίο δε μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/1/2010 αίτηση των Α. Α., Γ. Α., Α. Α. και Μ. Φ. περί αναιρέσεως της 262/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ