1283/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔικονομία Πολιτική Ακυρότητα. Αναίρεση: Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή μη βλάβης (αρθρ. 159 παρ. 3 Κ.ΠολΔ) για την απαγγελία ακυρότητας διαδικαστική πράξη ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Διαζύγιο λόγω τετραετούς διαστάσεως Στοιχεία της σχετικής αγωγής. Αναιρετικός λόγος από το άρθρθο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αβάσιμος ( Επικυρώνει Εφ. Πατρ. 742/2009.
Legislator headnote
AI generated1283/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας και στο μισθό που συμφωνήθηκε και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δικονομία Πολιτική Ακυρότητα. Αναίρεση: Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή μη βλάβης (αρθρ. 159 παρ. 3 Κ.ΠολΔ) για την απαγγελία ακυρότητας διαδικαστική πράξη ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Διαζύγιο λόγω τετραετούς διαστάσεως Στοιχεία της σχετικής αγωγής. Αναιρετικός λόγος από το άρθρθο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αβάσιμος ( Επικυρώνει Εφ. Πατρ. 742/2009.
Aριθμός 1283/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ψ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδόση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αθανασίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 8-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ν' απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας και στο μισθό που συμφωνήθηκε και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο, αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς τις οδηγίες του άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης, από τον έλεγχο του τελευταίου, υπηρεσιακής δράσεως.
Εξάλλου, το στοιχείο της εξάρτησης από τον εργοδότη, έστω και χαλαρώς, υπάρχει και στην περίπτωση των κατά το άρθρο 2 εδ. α' της διεθνούς συμβάσεως της Ουάσιγκτον (που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1929) διευθυνόντων υπαλλήλων, δηλαδή των προσώπων εκείνων που έχουν εξαιρετικά προσόντα και απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του κυρίου της επιχειρήσεως, ο οποίος τους αναθέτει καθήκοντα εποπτείας του προσωπικού και γενικότερης διευθύνσεως, ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης του εργοδότη, ασκώντας έτσι με πρωτοβουλία και υπευθυνότητα εργοδοτικά καθήκοντα (ΑΠ 403/2000, ΑΠ 1241/1999).
Λόγω της εξέχουσας θέσης τους και των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβασή τους, οι εν λόγω διευθύνοντες υπάλληλοι αμείβονται συνήθως με μισθό, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές. Γι' αυτό και τα ως άνω πρόσωπα αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την δεσπόζουσα θέση τους, όπως περί χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία και περί αδείας.
Η εξαίρεση αυτή αντισταθμίζεται με τις καταβαλλόμενες σ` αυτούς αυξημένες αποδοχές. Περαιτέρω, με το άρθρο 21 του ν. 2932/2001, το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Καβάλας" μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Καβάλας Α.Ε." με έδρα την Καβάλα. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας αποτελείται από μία μετοχή η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, μεταξύ δε των οργάνων της διοίκησης της εταιρίας περιλαμβάνεται και ο διευθύνων σύμβουλος.
Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 ο διευθύνων Σύμβουλος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, η δε διάρκεια της θητείας του είναι ανεξάρτητη από εκείνη των υπολοίπων μελών. Η ιδιότητά του δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, προΐσταται όλων των υπηρεσιών της Εταιρίας, διευθύνει το έργο της, λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της Εταιρίας, του συμβουλίου Διαχείρισης, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και του Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την παρ. 13β του άρθρου 35 του ν. 3274/2004, ο Διευθύνων Σύμβουλος προσλαμβάνεται για χρονικό διάστημα πέντε ετών (ήδη ορίζεται ότι προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου) μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσης, τα ελάχιστα δε απαιτούμενα προσόντα για την κατάληψη της θέσης αυτής, είναι πτυχίο Α.Ε.Ι., της ημεδαπής ή αλλοδαπής, με επαγγελματική εμπειρία στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα.
Η προκήρυξη της θέσης του Διευθύνοντος Συμβούλου γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, με την οποία ορίζονται τα ιδιαίτερα προσόντα του και η διαδικασία επιλογής. Η πρόσληψή του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και η αμοιβή του καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας.
Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας η σύμβαση του Διευθύνοντος Συμβούλου μπορεί να καταγγελθεί και ο διορισμός του να ανακληθεί, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Τέλος, κατά την παρ. 4, ο Διευθύνων Σύμβουλος έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες και όσες άλλες του αναθέτει εκάστοτε το Διοικητικό Συμβούλιο:
α) Υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των σκοπών που ορίζονται στο καταστατικό και προβλέπονται στο Επιχειρησιακό και Στρατηγικό σχέδιο, καθώς και στο Συμβόλαιο Διαχείρισης, β) αποφασίζει την κατάρτιση συμβάσεων αντικειμένου μέχρι του ποσού εκείνου που ορίζει με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο, γ) εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, δ) αποφασίζει για τα θέματα προσωπικού της Εταιρείας, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Εταιρείας, των συμβατικών υποχρεώσεων και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το Συμβόλαιο Διαχείρισης, ε) λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναβάθμιση και αξιοποίηση του προσωπικού, προτείνοντας στο Διοικητικό Συμβούλιο, για έγκριση, την κατάρτιση των αναγκαίων κατά την κρίση του νέων κανονισμών προσωπικού οργανογραμμάτων, προγραμμάτων εκπαίδευσης και επιμόρφωσής του, στ) υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις για την έκδοση των αναγκαίων κανονισμών και τιμολογίων και τέλος, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του από άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή από έναν από τους Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές της Εταιρείας, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου.
Τέλος, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3260/2004, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (6-8-2004) λήγει αυτοδικαίως η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από τη σύμβαση, των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας οργάνων διοίκησης καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στον ν. 2860/2000, γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών, ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης) υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών τού τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου 2 (εταιριών που ανήκουν στο Κράτος ή το Κράτος κατέχει το 51% του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση ανήκει και η αναιρεσίβλητη, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 3260/2004, για την αυτοδίκαιη λήξη της θητείας των ως άνω προσώπων, δηλαδή στελεχών που κατέχουν επιτελικές θέσεις χάριν δημοσίου συμφέροντος, όπως ο Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσίβλητης, έχει σκοπό την αναδιοργάνωση της διοίκησης με την αντικατάσταση προσώπων που καλύπτουν ανώτατες διοικητικές θέσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από άλλα καταλληλότερα, κατά την κρίση των αρμοδίων κατά περίπτωση κυβερνητικών οργάνων, για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στον αντίστοιχο τομέα.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Με την 5118.12.047.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας προκηρύχθηκε η θέση του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, ενώ με τη με αριθμό 5118.12./13/2001 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και μετά από θετική αξιολόγηση της υποβληθείσας υποψηφιότητας του αναιρεσείοντος, για την πλήρωση της παραπάνω θέσης και την ειδικότερη εκτίμηση των ουσιαστικών και τυπικών του προσόντων, ο οποίος ήταν πτυχιούχος Φυσικής με Master στην ηλεκτρονική Φυσική και μέχρι τότε κατείχε τη θέση του αερολιμενάρχη Καβάλας, αποφασίστηκε η πρόσληψή του.
Στη συνέχεια με την από 23-10-2001 σύμβαση που καταρτίσθηκε στο Πειραιά μεταξύ αυτού και του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, προσλήφθηκε αυτός ως διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης ανωνύμου εταιρίας για χρονικό διάστημα πέντε ετών αντί μηνιαίας αμοιβής 1.600.000 δραχμών (4.695,52 ευρώ), ενώ επίσης συνομολογήθηκε η καταβολή 14 μηνιαίων μισθών, υπολογιζόμενων των δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας.
Η σύμβαση άρχιζε στις 9-10-2001 και έληγε την 8-10-2006. Η αναιρεσίβλητη, όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, στην ετήσια Γενική Συνέλευση των μετόχων της αποφάσισε ομόφωνα τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών του διευθύνοντος συμβούλου στο ποσό των 3.200 ευρώ και στη συνέχεια με τη με αριθμό 8312.6/05/04/6-10-2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας με θέμα "Αναπροσαρμογή αμοιβής του Διευθύνοντος Συμβούλου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία Οργανισμός Λιμένος Καβάλας Α.Ε.", αναπροσαρμόστηκαν, οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του διευθύνοντος συμβούλου στο άνω ποσό των 3.200 ευρώ, ενώ ορίσθηκε ότι η εν λόγω απόφαση ισχύει αναδρομικά από 1-7-2004.
Ακολούθως, εκδόθηκε ο νόμος 3260/2004, στο άρθρο 10 παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει επίσης αυτοδικαίως η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε από σύμβαση των διευθυνόντων συμβούλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων, εταιριών, ενώ στο άρθρο 11 παρ. 4 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: "τα μέλη των συλλογικών οργάνων και τα μονομελή όργανα των οποίων η θητεία λήγει σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγουμένου άρθρου 10 εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και δικαιούνται ως τότε να λαμβάνουν τις αποδοχές ή την αποζημίωση που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους.
Με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου και δυνάμει της με αριθμό 5118.12/20/2005/21-3-2005 διαπιστωτικής απόφασης του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στον ενάγοντα το με αριθμό 464/18-3-2005 έγγραφό της με το οποίο του γνωστοποίησε την αυτοδίκαια παύση της θητείας του και τη λήξη της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης από 21-3-2005.
Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 11 του παραπάνω νόμου, είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και η ιδιότητά του δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Προΐσταται όλων των υπηρεσιών της Εταιρείας, διευθύνει το έργο της, λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της Εταιρείας, του Συμβολαίου Διαχείρισης, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και του Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου.
Έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες και όσες άλλες του αναθέτει εκάστοτε το Διοικητικό Συμβούλιο και συγκεκριμένα: α) Υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των σκοπών που ορίζονται στο καταστατικό και προβλέπονται στο Επιχειρησιακό και Στρατηγικό σχέδιο, καθώς και στο Συμβόλαιο Διαχείρισης, β) αποφασίζει την κατάρτιση συμβάσεων αντικειμένου μέχρι του ποσού εκείνου που ορίζει με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο, γ) εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, δ) αποφασίζει για τα θέματα προσωπικού της Εταιρείας, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Εταιρείας, των συμβατικών υποχρεώσεων και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το Συμβόλαιο Διαχείρισης, ε) λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναβάθμιση και αξιοποίηση του προσωπικού, προτείνοντας στο Διοικητικό Συμβούλιο, για έγκριση, την κατάρτιση των αναγκαίων κατά την κρίση του νέων κανονισμών προσωπικού οργανογραμμάτων, προγραμμάτων εκπαίδευσης και επιμόρφωσής του, στ) υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις για την έκδοση των αναγκαίων κανονισμών και τιμολογίων και τέλος, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του από άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή από έναν από τους Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές της Εταιρείας, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου.
Με βάση τα ανωτέρω το αντικείμενο της από το νόμο και τη σύμβαση απασχόλησης του ενάγοντος είχε σχέση με το έργο της εναγομένης που επωμίζεται ο διευθύνων σύμβουλος και συνίσταται στην εν γένει εποπτεία των εργασιών της. Ο αναιρεσείων εκτέλεσε πράγματι προσηκόντως τα ανωτέρω καθήκοντά του εργαζόμενος καθημερινά, πολλές δε φορές σε αργίες και Σαββατοκύριακα, καθόλη τη διάρκεια της ημέρας, τόσο στα γραφεία του Οργανισμού στο Λιμάνι της Καβάλας, όσο και σε εξωτερικούς χώρους της αρμοδιότητάς του παρακολουθώντας την υλοποίηση των αποφάσεων των οργάνων της και, εντοπίζοντας τα τυχόν προβλήματα, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της εναγομένης ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτής ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, αλλά καθόριζε ο ίδιος τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της απασχόλησής του, μη υποκείμενος σε νομική εξάρτηση της εναγομένης.
Άλλωστε και από αυτό το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων, όπως αυτό περιγράφεται στο άρθρο 11 του άνω νόμου, ερμηνευόμενο όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι το αντικείμενο της κατά το νόμο και τη σύμβαση, απασχόλησής του, είχε σχέση με το έργο που, κατά το καταστατικό της εναγομένης, επωμίζεται ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και συνίσταται στην εν γένει εποπτεία των εργασιών της και την άσκηση διοικητικής και διαχειριστικής εξουσίας με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπόκειτο σε νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα δεν απεδείχθη ότι η τελευταία ήλεγχε και επόπτευε την εργασία του και εκείνος αντίστοιχα είχε υποχρέωση υπακοής στις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, γεγονός το οποίο ούτε και ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του και πάντως η όποια δέσμευση και εξάρτηση με την έννοια ότι ελάμβανε αποφάσεις στα πλαίσια των διατάξεων που διείπαν τη λειτουργία της εναγομένης και υπέβαλλε στο Δ.Σ.
προτάσεις και εισηγήσεις προς έγκριση δεν υποδηλώνουν νομική εξάρτηση, αλλά τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση. Επομένως, κατέληξε η παραπάνω μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ανωνύμου εταιρείας καταρτισθείσα σύμβαση με την οποία ανέλαβε αυτός καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου, αν και στην από 23-10-2001 έγγραφη σύμβαση γίνεται λόγος για εργασία του αναιρεσείοντος, αποτέλεσε και λειτούργησε ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διότι ο αναιρεσείων αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων την άσκηση των πράξεων διαχείρισης της εταιρείας, την οργάνωση, εποπτεία και τον έλεγχο σε όλους τους τομείς δραστηριότητάς της και παρέχοντας τις υπηρεσίες του στα γραφεία της εναγομένης αλλά και οπουδήποτε αλλού ήταν αναγκαίο, καθόριζε ο ίδιος τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της απασχόλησής του, μη υποκείμενος σε νομική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη με την έννοια της υποχρέωσης υπακοής του στις εντολές και οδηγίες του Δ.Σ.
αυτής. Τα ανωτέρω δε δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί η καταβολή στον ενάγοντα επιδομάτων εορτών και αδείας, εφόσον τέτοιου είδους απολαβές, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αποκλείεται να συμφωνηθούν στα πλαίσια της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, το κρίσιμο δε στοιχείο για το διαχωρισμό των δύο συμβάσεων είναι η υποβολή ή μη του διευθύνοντος συμβούλου σε νομική εξάρτηση από τα όργανα της εταιρείας.
Με βάση όσα παραπάνω έγιναν δεκτά, εφόσον η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, έφερε το χαρακτήρα της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εκείνο της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, μπορούσε να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τις οποίες για την έγκυρη λύση της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποτίθεται αναγκαίως η ύπαρξη σπουδαίο λόγου.
Αλλά και γενικώς ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν μπορεί να θεμελιώσει οποιαδήποτε δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, η οποία αποτελεί κατά την αγωγή, την ιστορική και νομική αιτία των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, "τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα περί άκυρης καταγγελίας της σύμβασής του από την εναγομένη και της αντισυνταγματικότητάς των διατάξεων των άρθρων 10 και 11 του ν. 3260/2004 κατ' εφαρμογή των οποίων ενήργησε η τελευταία και έπαυσε τη θητεία του προ του συμφωνημένου χρόνου της λήξης της, αντίκειται σε βασικές αρχές και προστατευόμενα από το Σύνταγμα έννομα αγαθά, της συνέχειας των υπηρεσιών, της ισότιμης δυνατότητας συμμετοχής όλων των Ελλήνων πολιτών, αλλά και στη συνταγματική αρχή της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθώς με τις διατάξεις των άρθρων 7-11 του ν. 3260/2004 αναδιοργανώθηκε η δημόσια διοίκηση και τα Ν.Π.Δ.Δ.
και δεν παραβιάζεται με την παύση της θητείας όλων των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων, το άρθρο 4 του Συντάγματος, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ισότητας και οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, με τις οποίες προβλέπεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και η συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, δεδομένου ότι οι περιορισμοί που τίθενται με τις παραπάνω διατάξεις είναι γενικοί και αντικειμενικοί και στοχεύουν στη γενική αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης.
Ούτε περαιτέρω προσβάλλει το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας με την έννοια της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρα και της οικονομικής ελευθερίας και ως εκ τούτου δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν όλους τους λόγους της έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ενόλω η αγωγή με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να του επιδικαστούν μισθοί υπερημερίας για τον μετά την καταγγελία χρόνο μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου λήξεως της συμβάσεώς του, καθώς και τις διαφορές των αποδοχών του ισχυριζόμενος ότι με τη μείωση του μισθού του με την ως άνω Υπουργική απόφαση επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση, ότι κατά το μέρος που το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 3260/2004 είναι σύμφωνες με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και ότι η βασιζόμενη στις διατάξεις αυτές καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν είναι είναι άκυρη παραβίασε το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος γιατί αφορά όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά μεγάλο αριθμό της αυτής κατηγορίας εργαζομένων οι συμβάσεις των οποίων έχουν καταγγελθεί με τις ίδιες διατάξεις και εκκρεμούν ενώπιον και του παρόντος δικαστηρίου. Το ζήτημα που τίθεται με τις ως άνω διατάξεις κατά το μέρος που προβλέπουν την "αυτοδίκαιη" λήξη μεταξύ άλλων και συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, από τις οποίες πηγάζουν ενοχικά δικαιώματα, χωρίς πρόβλεψη οποιασδήποτε αποζημιώσεως, με παρέμβαση του νομοθέτη και κατά παράκαμψη των συμβαλλομένων μερών, και ειδικότερα προβλέπουν τη λήξη των συμβάσεων προσώπων που προσλήφθηκαν με σύμβαση εργασίας για ορισμένο χρόνο ως μονομελή όργανα διοίκησης, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος κατά τα συμφωνηθέντα, εφόσον δεν πρόκειται για μετακλητούς ανώτατους υπαλλήλους που κατέχουν θέση εκτός υπαλληλικής ιεραρχίας, οι οποίοι επιτρέπεται να εξαιρεθούν με νόμο από την μονιμότητα, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 5 του Συντάγματος, είναι αν αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.
Υπό τα δεδομένα αυτά, λόγω του τιθέμενου γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχείο β' του Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και να επιφυλαχθεί το δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό δεύτερο λόγο της από 15-3-2010 αιτήσεως του Δ. Ψ., για αναίρεση της 21/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας για τον παραπεμπόμενο σε αυτή λόγο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ