Supreme Court partially allows appeal against insurance company for awarding damages to third party not requested.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The lower court had ordered the insurance company to pay compensation to a third party (the car owner) rather than the insured client, despite the plaintiff's claim only seeking payment for the insured. The court ruled that the appellate court erred by awarding damages to a person who was not the subject of the lawsuit, violating the principle of requesting specific relief. Consequently, the case was remanded to the lower court for further proceedings regarding the specific claim against the insurance company.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when a lower court awards damages to a third party not requested by the plaintiff, remanding the case for retrial on the specific claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1283/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION-ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 11/2/1998 αγωγή-αναγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 599/2004 μη οριστική και 1602/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 9160/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/6/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 4/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμό 9 ΚΠολΔ, λόγο αυτής και να απορριφθεί, κατά τα λοιπά
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ...και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ... με τις κάτω από αυτές αποδείξεις παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφους και βεβαιώσεις αποστολής έγγραφης ειδοποίησης με τα ΕΛΤΑ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-3-2008, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, προς τους αναιρεσιβλήτους.
Κατά την ως άνω (αρχική) δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτηση, μετά ταύτα δε, η υπόθεση φέρεται και πάλι προς συζήτηση με την από 29-3-2008 κλήση της αναιρεσείουσας, για την ορισθείσα στην αρχή της παρούσας αναφερόμενης δικάσιμο (13-3-2009), αντίγραφο της οποίας (κλήσης) με την πράξη ορισμού της δικασίμου αυτής και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης κατ' αυτών όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ...και ....
εκθέσεις επίδοσης του ίδιου, ως άνω δικαστικού επιμελητή ... με τις κάτω από αυτές πράξεις παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου και βεβαιώσεις αποστολής έγγραφης ειδοποίησης με τα ΕΛΤΑ επιδόθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ. Για να ιδρυθεί ο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό.
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο η παράλειψη απάντηση σε ισχυρισμό απαράδεκτο. Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου και να προσδιορίζονται τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει το παραδεκτό της προβολής του (ΟλΑΠ 12/2000).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που περιέχονται. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για την επαναφορά στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμών, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως, απαιτείται επανυποβολή αυτών με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις, η οποία πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, με σύντομη αναφορά στις περιέχουσες αυτές σελίδες των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης, ώστε να προκύπτει ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, τον οποίο ο διάδικος είχε προβάλλει σε προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται για νέα εξέταση.
Μόνο η με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης αναφορά, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, στις προτάσεις τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν καλύπτει τους όρους του νόμου. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια α) της μη λήψης υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικώτερα της μη λήψης υπόψη της ένστασης περί περιορισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας, μέχρι του ποσού των 20.000.000 δρχ.
για τις σωματικές βλάβες και των 4.000.000 δρχ. για υλικές ζημίες και β) της μη λήψης υπόψη προσαχθέντος και επικληθέντος αποδεικτικού μέσου (εγγράφου) - άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ.) - και ειδικώτερα του υπ' αριθμ. ....ασφαλιστηρίου συμβολαίου, από το οποίο προέκυπτε ο περιορισμός της ευθύνης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, μέχρι τα ως άνω ποσά.
Από τον έλεγχο (παραδεκτώς κατ' άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ) των ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων της εναγομένης - νυν αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή δεν επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την ενώπιον του πρωτοδικείου προβληθείσα ένστασή της (περιορισμού της ευθύνης της).
Απλώς, περιέχεται σαυτές η γενική και αόριστη αναφορά ότι προσκομίζονται οι πρωτόδικες προτάσεις (οι οποίες δεν ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου), "με τις περιεχόμενες σαυτές ενστάσεις και ισχυρισμούς". Ο λόγος αυτός, κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ μέρος του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ουσιώδης ισχυρισμός (ένσταση περιορισμένης ευθύνης) προτάθηκε νομίμως και παραδεκτώς ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση, διότι η ένσταση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν επαναφέρθηκε, κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο, ενώπιον του Εφετείου.
Επίσης, από τον έλεγχο των ιδίων ως άνω (ενώπιον του Εφετείου) κατατεθεισών προτάσεων της εναγομένης - νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, στις οποίες αναγράφεται, όλως αορίστως, ότι προσκομίζονται τα σχετικά έγγραφα, χωρίς, όμως, ουδεμία μνεία αυτών να γίνεται, δεν προκύπτει ότι έγινε επίκληση και προσκόμιση ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, του φερόμενου, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο, κατά το άλλο μέρος αυτού, ως μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού εγγράφου (ασφαλιστηρίου συμβολαίου) και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός, κατά το, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ , μέρος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
III. Με τον πρώτο, απ' το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικώτερα ότι, ενώ οι κυρίως ενάγοντες - νυν αναιρεσίβλητοι, με τη σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή τους, ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "GENERAL UNION AEEGA" - νυν αναιρεσείουσα, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η τυχόν προβληθησόμενη από την τελευταία ένσταση παραγραφής της κατ' αυτής αξίωσής τους, να καταβάλει στον ασφαλισμένο της Φ1, ο οποίος αδρανεί να ασκήσει τις κατ' αυτής αξιώσεις του, το ποσό που αυτός θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες, εάν ευδοκιμήσει η κυρία (ευθεία) αγωγή τους, εν τούτοις, το δικάσαν Εφετείο, ενώ, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκανε δεκτή την ως άνω πλαγιαστική αγωγή, υποχρέωσε την πλαγιαστικώς εναγομένη - νυν αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, να καταβάλει τα επιδικαζόμενα ποσά όχι στον ασφαλισμένο της Φ1, όπως εζητείτο με την αγωγή, αλλά σε άλλο πρόσωπο.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικώτερα από το τμήμα αυτής, το σχετικό με την πλαγιαστική αγωγή, καθώς και από τον, παραδεκ`τώς κατ' άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., έλεγχο του δικογράφου της από 18-7-1997 αγωγής των εναγόντων - νυν αναιρεσιβλήτων, προκύπτουν τα εξής, ως προς το ως άνω ζήτημα: Οι ενάγοντες - νυν αναιρεσίβλητοι, με τη σωρευόμενη στο δικόγραφο της ως άνω κυρίας αγωγής τους, πλαγιαστική αγωγή, η οποία εστρέφετο τόσο κατά της νυν αναιρεσείουσας - ασφαλιστικής εταιρείας "GENERAL UNION ΑΕΕΓΑ", όσο και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "COMMERCIAL UNION ASSURANCE COMPANY PLC", (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), οι οποίες κάλυπταν ασφαλιστικά τα δύο φερόμενα με την αγωγή, ως ζημιογόνα αυτοκίνητα, ζητούσαν, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η τυχόν προβληθησόμενη από τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες ένσταση διετούς παραγραφής, του άρθρου 10 του Ν. 48/1976, όπως υποχρεωθούν αυτές να καταβάλουν, κάθε μία εξ αυτών στον ασφαλισμένο της, λόγω αδράνειας των τελευταίων, δηλαδή η μεν αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στον ασφαλισμένο της - συνεναγόμενο της κυρίας αγωγής Φ1, (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, επί του οποίου επέβαιναν οι ενάγοντες και από υπαιτιότητα του οδηγού του οποίου επήλθε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η δε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, στην επίσης συνεναγόμενη της κυρίας αγωγής, ασφαλισμένη της εταιρεία "...
ΕΕ", η οποία ήταν ιδιοκτήτρια του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...ΙΧΦ αυτοκινήτου, του οποίου ο οδηγός φέρεται, κατά την αγωγή, ως συνυπαίτιος για την επέλευση του ατυχήματος . Οι οδηγοί των δύο ως άνω εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων κρίθηκαν ως συνυπαίτιοι, για την επέλευση αυτού και τον εξ αυτού προκληθέντα τραυματισμό των εναγόντων, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, κατά το κεφάλαιο αυτό, δεν προσβλήθηκε με έφεση και έτσι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ερεύνησε τους λόγους έφεσης, που αφορούσαν τις εκ του τραυματισμού τους επελθούσες στους ενάγοντες ζημίες, ως προς τις οποίες έκρινε εν μέρει δεκτά τα αιτούμενα κονδύλια.
Περαιτέρω, δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσία, την, από τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες, επαναφερθείσα ένσταση, περί παραγραφής της κατ' αυτών αξίωσης των εναγόντων, λόγω παρόδου διετίας από την επέλευση του ατυχήματος και έκρινε απορριπτέα, ως προς αυτές, την κυρία (ευθεία) αγωγή και στη συνέχεια έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη την ως άνω κατ' αυτών ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή.
Πλην όμως, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι να καταβάλει κάθε μία από τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες, στον καθένα, αντίστοιχα, ασφαλισμένο της, το ποσό που θα επιδικασθεί στους κυρίως ενάγοντες, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κυρίας (ευθείας) αγωγής τους, εν τούτοις, το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, υποχρεώνει την πλαγιαστικώς εναγομένη - νυν αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, χωρίς να υπάρχει σχετικό προς τούτο αίτημα, να καταβάλει τα ως άνω ποσά, σε άλλο πρόσωπο και όχι (όπως εζητείτο με την αγωγή) στον ασφαλισμένο της Φ1.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, είναι βάσιμος. IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει και συγκεκριμένα καθόσον αφορά την πλαγιαστική αγωγή και κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της νυν αναιρεσείουσας εταιρείας GENERAL UNION, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη 9.160/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δη κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ