1283/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 611/2003 και 516/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-8-2005 αίτησή του καθώς και με τους από 8-11-2006 προσθέτους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 26-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1283/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): επί πλευράς Α 10- Α19 μήκους 10,90 μ., νότια με συνεχόμενη ιδιοκτησία του εναγομένου επί πλευράς Α 15- Α13 μήκους 33,27 τ.μ. και κατά ένα μέρος με την οδό Καστρακίου- Μετεώρων επί πλευράς Α12-Α11 μήκους 13,83 μ. και δυτικά με συνεχόμενη ιδιοκτησία του εναγομένου επί πλευράς Α13-Α20 μήκους 5μ. περίπου και κατά ένα μικρό μέρος με την ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ1.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1283 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1283/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλονόμου.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ....... και 2. ......, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Φριντζίλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 611/2003 και 516/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-8-2005 αίτησή του καθώς και με τους από 8-11-2006 προσθέτους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 26-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 118 εδ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ., για να είναι πλήρης και ορισμένη η διεκδικητική αγωγή ακινήτου, πρέπει να περιέχει το δικόγραφό της, εκτός από άλλα στοιχεία, και ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, έτσι ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να γίνεται στο δικόγραφο αυτής επίκληση της συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του αμέσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζομένου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κυριότητας αυτού από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης υποχρεούται ο ενάγων, κατ'επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρο 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από το δικαιοπάροχό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, όπως η χρησικτησία.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της ένδικης από 8-8-2001 αγωγής των αναιρεσιβλήτων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις τους της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου (άρθρο 224 παρ.2 ΚΠολΔ), εξέθεσαν ότι είναι συγκύριοι, ο καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου εκτάσεως 2.500 περίπου τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....." του οικισμού ......
Καλαμπάκας και συνορεύει με ιδιοκτησίες Ζ1, κληρονόμων Ψ1, Χ1 (εναγομένου), με κοινοτική οδό και με τη δημόσια οδό Καστρακίου- Μετεώρων, και το οποίο περιήλθε στην κυριότητά τους, λόγω πωλήσεως τούτου προς αυτούς από τον αληθή κύριό του Ζ2, δυνάμει του υπ' αριθμ.4630/1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιάννας Παναγοπούλου, όπως αυτό διορθώθηκε με τα αναφερόμενα συμβόλαια της ίδιας συμβολαιογράφου, τα οποία όλα μεταγράφηκαν νόμιμα.
Ότι στην κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου τους περιήλθε το ακίνητο αυτό από κληρονομία της εκ μητρός θείας του Ζ4, δυνάμει της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης της έτους 1987, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία (κληρονομία) εκείνος αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. 3985/1994 πράξη αποδοχής της ίδιας συμβολαιογράφου Καλαμπάκας, που μεταγράφηκε νόμιμα, στη δε απώτερη δικαιοπάροχό τους Ζ4 είχε περιέλθει αυτό κατά κυριότητα και νομή κατά το έτος 1943, λόγω συστάσεως υπέρ αυτής προίκας από τον πατέρα της ......
με προικοσυμβόλαιο, το οποίο όμως δεν σώζεται και ότι ο εναγόμενος, που είναι κύριος του όμορου οικοπέδου, κατά το διάστημα των ετών 1992-1999 κατέλαβε από το ανωτέρω ακίνητό τους το επίδικο τμήμα, ήτοι μία εδαφική λωρίδα, πολύπλευρου σχήματος, εμβαδού 415,90 τ.μ., όπως αυτή εικονίζεται στο από 7-11-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ...... , η οποία συνορεύει βόρεια με τη συνεχόμενη ιδιοκτησία τους επί πλευράς Α 15- Α26 μήκους 52,40 μ., ανατολικά με δημιουργηθείσα παραρεμάτια κοινόχρηστη έκταση και πέραν αυτής με ιδιοκτησία ....Φ1....
επί πλευράς Α 10- Α19 μήκους 10,90 μ., νότια με συνεχόμενη ιδιοκτησία του εναγομένου επί πλευράς Α 15- Α13 μήκους 33,27 τ.μ. και κατά ένα μέρος με την οδό Καστρακίου- Μετεώρων επί πλευράς Α12-Α11 μήκους 13,83 μ. και δυτικά με συνεχόμενη ιδιοκτησία του εναγομένου επί πλευράς Α13-Α20 μήκους 5μ. περίπου και κατά ένα μικρό μέρος με την ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ1.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί του επιδίκου τμήματος ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να το αποδώσει σ' αυτούς. Από το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι αυτή περιέχει, πλην άλλων, ακριβή περιγραφή του επιδίκου τμήματος ακινήτου, ώστε να μη γεννιέται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, αυτός με τις έγγραφες προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής δεν αμφισβήτησε και μάλιστα ειδικώς την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων(αμέσου και απώτερης) στο μείζον ακίνητό τους, στο οποίο κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή περιλαμβάνεται και το επίδικο , αλλά αμφισβήτησε μόνο την ταυτότητα του επιδίκου σε σχέση με τους τίτλους κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας (συμβόλαια αγοράς και γονικής παροχής) του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του και ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Συνακόλουθα, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία είχε ως βάση την από παράγωγο τρόπο κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες, δεν υπήρχε υποχρέωση των τελευταίων να συμπληρώσουν αυτήν και να καθορίσουν με τις προτάσεις τους της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου.
Ενόψει τούτων, η αγωγή, έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, ήταν ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων1033, 1192, 1198 Α.Κ.
Συνεπώς το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή και απέρριψε σιγή τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εναγομένου, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ, οι δε περί του αντιθέτου πέμπτος, μέρος δεύτερο, του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και δεύτερος του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ., για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος, για τη συμπλήρωση της οποίας ο χρησιδεσπόζων μπορεί να συνυπολογίσει και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ.19Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ. ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών, αρκεί μόνο το πόρισμα που συνάγεται από αυτές να εκτίθεται με σαφήνεια. (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Με το υπ' αριθμ. 4630/1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιάννας Παναγοπούλου-Πύργου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το οποίο ακολούθως διορθώθηκε με τα υπ' αριθμ.8162/1998 και 10004/2000 συμβόλαια της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι ενάγοντες αγόρασαν από τον Ζ2, ο καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ένα οικόπεδο, εμβαδού, κατά το αρχικό συμβόλαιο αγοράς 1.732,38 τ.μ., κατά το πρώτο διορθωτικό συμβόλαιο1.885,49 τ.μ.
και κατά το δεύτερο διορθωτικό συμβόλαιο2.148,28 τ.μ., το οποίο (οικόπεδο) βρίσκεται εντός του οικισμού ...... Καλαμπάκας, στη θέση ".....", και, σύμφωνα με την περιγραφή αυτού που γίνεται στο τελευταίο από τα συμβόλαια αυτά, συνορεύει με ιδιοκτησίες Ζ1, κληρονόμων Ψ1, Χ1 (εναγομένου), με κοινοτική οδό και με την επαρχιακή οδό Καστρακίου - Μετεώρων.
Αρχική κυρία του οικοπέδου τούτου ήταν η αποβιώσασα κατά το έτος 1992 Ζ4, η οποία με την υπ' αριθμ.19798/15-10-1987 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Επαμεινώνδα Αθανασούλα και μετά το θάνατό της δημοσιεύθηκε νόμιμα, με το 852/ 25-2-1992 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατέλειπε αυτό στον ανηψιό της και άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ζ2.
Ο τελευταίος, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία της θείας του Ζ4, με την υπ' αριθμ. 3985/1994 πράξη της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιάννας Παναγοπούλου- Πύργου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι έγινε κύριος του οικοπέδου που ακολούθως μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στους ενάγοντες. Στην παραπάνω διαθήκη το εν λόγω ακίνητο, που κατελείφθη με αυτήν στο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ζ2, περιγράφεται ως ακολούθως: "ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση ".....", εκτάσεως 2.500 τ.μ.
περίπου, που συνορεύει γύρω-γύρω με ιδιοκτησίες Ζ1, κληρονόμων Ψ1, κληρονόμων Ζ3, με βραχώδη κοινοτική έκταση Καστρακίου και με την οδό Μετεώρων". Το ίδιο ακίνητο στην προαναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας περιγράφεται ως εξής : " ένας αγρός ξηρικός (άμπελος και αμπελότοπος), ολικής εκτάσεως 2.500 τ.μ.
περίπου, που βρίσκεται στη θέση "......" Καστρακίου και συνορεύει γύρωθεν με αγρούς κληρονόμων Ζ1, κληρονόμων Ψ1, κληρονόμων Ζ3, με βραχώδη κοινοτική έκταση και νεοανοιγείσα αγροτική κοινοτική οδό, με επαρχιακή οδό προς Μετέωρα και με παραρεμάτιο κοινοτική έκταση". Από της παραπάνω περιγραφές γίνεται φανερό ότι το ακίνητο, επί του οποίου είχε κυριότητα η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων Ζ4 συνόρευε οπωσδήποτε με την επαρχιακή οδό Καστρακίου-Μετεώρων και γι' αυτό οι προαναφερόμενες διορθώσεις του αρχικού συμβολαίου αγοράς των εναγόντων, με τα μεταγενέστερα αυτού ως άνω δύο συμβόλαια, ως προς το εμβαδόν του ακινήτου που αγόρασαν οι ενάγοντες από τον Ζ2 και ως προς το όριο αυτού σε επαφή με την επαρχιακή οδό Καστρακίου- Μετεώρων είναι δικαιολογημένες.
Η γνώμη της πραγματογνώμονος ......, αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, ότι του ακίνητο της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ζ4 δε συνόρευε με την Ε.Ο. Καστρακίου-Μετεώρων, λόγω του ότι μεταξύ αυτού και εκείνης (οδού) παρεμβαλλόταν, πλην του προαναφερθέντος ρέματος, και έκταση ανήκουσα στην Κοινότητα Καστρακίου, έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ίδιου του εναγομένου, ότι στο σημείο εκείνο δεν υφίσταται κοινοτική έκταση, τον οποίο αυτός πρόβαλε στη δίκη, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, επί εφέσεως της Κοινότητας Καστρακίου κατά της υπ' αριθμ. 10/1992 απόφασης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, που είχε απορρίψει την από 25-9-1992 αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων για αναγνώριση της νομής της στην επίδικη έκταση, ισχυρισμός, ο οποίος και έγινε δεκτός με την 3/1993 απόφαση του Ειασαγγελέα Εφετών Λάρισας.
Η έκταση που είχε αρχικά το ακίνητο της ρηθείσης απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων έχει μειωθεί, λόγω διανοίξεως κοινοτικής οδού, η οποία διέρχεται από τη βόρεια πλευρά αυτού. Έτσι το ακίνητο που περιήλθε με το πιο πάνω συμβόλαιο αγοράς στην κυριότητα των εναγόντων απεικονίζεται στο από 30-1-2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος με περιμετρικά στοιχεία 1, 2, 3, Α15, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 1 και έχει εμβαδόν 1882, 78 τ.μ.
Σ' αυτό περιλαμβάνεται και η εδαφική έκταση, που παρεμβάλλεται μεταξύ του ακινήτου που κατέχουν οι ενάγοντες και της Επαρχιακής οδού Καστρακίου- Μετεώρων, και που αποτελεί το επίδικο ακίνητο, η οποία στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος εικονίζεται με περιμετρικά στοιχεία 39, Α10, Α11, Α13, Α14, Α15, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 39 και έχει εμβαδόν 216,05 τ.μ.
και όχι 415,90 τ.μ., όπως αναφέρεται στην αγωγή. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι στον εναγόμενο περιήλθε κατά κυριότητα και νομή, με αγορά από τον ....., δυνάμει του υπ' αριθμ.21577/1991 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Επαμεινώνδα Αθανασούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, το κατά τη νότια πλευρά του ακινήτου των εναγόντων ευρισκόμενο γειτονικό οικόπεδο, εμβαδού 1524,60 τ.μ., το οποίο περιήλθε στον άνω δικαιοπάροχό του με το 20173/1988 συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου Καλαμπάκας, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω συστάσεως προς αυτόν γονικής παροχής από τη μητέρα του Ζ5, στην οποία είχε περιέλθει τούτο από κληρονομία του συζύγου της και αρχικού ιδιοκτήτη Ζ6, δυνάμει της υπ' αριθμ. 12210/1977 δημόσιας διαθήκης αυτού ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία κληρονομία εκείνη αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. 20161/23/9/1988 πράξη αποδοχής του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Το εν λόγω ακίνητο, σύμφωνα με το από μηνός Σεπτεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ......, στο οποίο αυτό εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ, έχει συνολικό εμβαδόν 1.524,60 τ.μ, και συνορεύει με τα προς βορράν ακίνητα ...... και .... επί πλευράς ΒΓΔΕ συνολικού μήκους 55 μέτρων, και με την προς νότον αυτού διερχόμενη Ε.Ο.
Καστρακίου-Καλαμπάκας επί πλευράς μήκους 32,70 μέτρων. Κατά τη γνώμη της πραγματογνώμονος το μήκος της τελευταίας πλευράς (νότιας) ανερχόταν σε 37,20 μέτρα. Και βέβαια το ίδιο ακίνητο στην παραπάνω δημόσια διαθήκη του αρχικού ιδιοκτήτη Ζ6, αλλά και στη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομίας αυτής από την τιμηθείσα με τη διαθήκη σύζυγό του Ζ5, φέρεται να έχει εμβαδόν 1000 τ.μ., πλην όμως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού ο καθορισμός της έκτασης αυτής από τους ανωτέρω δικαιοπαρόχους του εναγομένου έγινε καθ' υπολογισμό, χωρίς επιμέτρηση του ακινήτου και σύνταξη οικείου τοπογραφικού διαγράμματος.
Ενόψει αυτών το ακίνητο, που με το πιο πάνω συμβόλαιο αγοράς, περιήλθε πράγματι στην κυριότητα και νομή του εναγομένου έχει εμβαδόν 1524,60 τ.μ. και εικονίζεται στο προαναφερόμενο διάγραμμα της πραγματογνώμονος με περιμετρικά στοιχεία 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 43, 42, 41, 20. Ο εναγόμενος, όμως, μετά την κατά το έτος 1991 αγορά του ως άνω ακινήτου του, ενεργώντας αυθαίρετα, επεξέτεινε τούτο σταδιακά προς ανατολάς, καταλαμβάνοντας έτσι από το προπεριγραφόμενο ακίνητο που ανήκε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ζ2 και το οποίο στη συνέχεια περιήλθε στην κυριότητα αυτών την επίδικη εδαφική λωρίδα, εμβαδού 261,05 τ.μ., την οποία και κατέχει έκτοτε, και επιπλέον το, εντωμεταξύ, επικαλυφθέν ρέμα που αποτελούσε το όριο μεταξύ του ακινήτου των εναγόντων και του ακινήτου του ....Φ1....., καθώς και τμήμα από το ακίνητο του τελευταίου.
Μετά τη γενόμενη από τον εναγόμενο επέκταση προς ανατολάς του ακινήτου του, αυτό αποτυπώθηκε κατ' εντολή του από το μηχανικό ..... , αρχικά στο από μηνός Μαρτίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο φέρεται ότι έχει εμβαδόν 1690, 89 τ.μ., και στη συνέχεια στο από του έτους 1999 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο φέρεται ότι έχει εμβαδόν 1734,89 τ.μ., δηλαδή όση είναι και η έκταση του ακινήτου που αυτός κατέχει σήμερα, και που εικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονος με περιμετρικά στοιχεία 20,21,22,23,24,25,26,27,28,29,30,31,32,33,34,35,36,37,38, 12,11,10,9,8,7,6,5,4, Α15.
Έτσι με την επέκταση αυτή , η νότια πλευρά του ακινήτου του εναγομένου, δηλαδή αυτή που έχει πρόσωπο επί της Επαρχιακής οδού Καστρακίου-Μετεώρων έχει συνολικό μήκος 72,17 μέτρων. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η επίδικη έκταση, εμβαδού 261,05 τ.μ., περιλαμβάνεται στο ακίνητο που ανήκε στην κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ζ4 και που περιήλθε με αγορά στους ενάγοντες και όχι στο ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους του εναγομένου και των δικαιοπαρόχων του, ότι, επομένως, οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ενώ ο εναγόμενος δεν κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, αλλ' ούτε και πρωτοτύπως, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού, για μεν την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, δεν υφίσταται, πλην άλλων, και νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος, για δε την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, από το έτος 1991, που ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο, και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής (έτος 2001) δεν παρήλθε εικοσαετία, και ότι, συνεπώς, είναι αβάσιμες οι ενστάσεις του εναγομένου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο και περί παραγραφής της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1198 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045,1051 και 249 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τόσο της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους με παράγωγο τρόπο, όσο και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας του επιδίκου από τον αναρεσείοντα με παράγωγο τρόπο, ή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και για την παραγραφή της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων.
Ειδικότερα δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης στο ουσιώδες ζήτημα του πραγματικού εμβαδού της επίδικης έκτασης, της οποίας αναγνωρίζονται ως συγκύριοι οι αναιρεσίβλητοι, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτει ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα έχει εμβαδόν 261,05 τ.μ. και όχι 216,05, όπως από παραδρομή αναφέρεται στην αρχή του αιτιολογικού της απόφασης.
Επομένως οι δεύτερος, μέρος πρώτο, τρίτος, μέρος πρώτο, τέταρτος, μέρος δεύτερο, λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και οι τέταρτος, μέρος δεύτερο, πέμπτος, έβδομος, μέρος δεύτερο, όγδοος, μέρος δεύτερο, και ένατος, μέρος πρώτο, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που, με την επίφαση της επίκλησης των από τις άνω διατάξεις του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης ,περιέχουν αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφορήτων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος, κατά το έτος 1992 κατασκεύασε στη Βορειοανατολική πλευρά της επίδικης έκτασης που κατέλαβε τσιμεντένιο τοιχείο, ύψους ενός περίπου μέτρου, προς διαχωρισμό αυτής από το ακίνητο των εναγόντων, παραλλήλως δε του τοιχείου αυτού φύτεψε μία σειρά καλλωπιστικών δένδρων, ενώ το ακάλυπτο τμήμα της επίδικης έκτασης το χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων και κατά το έτος 1999 (από παραδρομή αναγράφεται το έτος 1989) σ' ένα μέρος αυτού κατασκεύασε τσιμεντένιο υπόστεγο, για να χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων.
Από τους χρόνους κατασκευής στο επίδικο του τοιχείου και του υποστέγου (1992 και 1999, αντίστοιχα) και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (έτος 2001) δεν μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά το ίδιο διάστημα οι ενάγοντες δεν επέδειξαν συμπεριφορά τέτοια που να δημιούργησε στον εναγόμενο την εντύπωση, ότι αυτοί δεν θα ασκούσαν το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν το επίδικο, ενώ η δαπάνη την οποία έκανε ο εναγόμενος για την κατασκευή του τοιχείου και του υποστέγου δεν ανήλθε σε σημαντικό χρηματικό ποσό.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εναγόντων δεν είναι, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, καταχρηστική, ακολούθως δε, δεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης αυτών, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, και έκανε εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη διεκδικητική αγωγή.
Με τους πρώτο του κυρίου δικογράφου και έκτο του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, για τη θεμελίωση της ενστάσεώς του καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, και τα εξής περιστατικά:
ότι η καταβληθείσα από αυτόν δαπάνη για την αξιοποίηση του όλου οικοπέδου του, με την ανέγερση εντός αυτού από το έτος 1991 και εφεξής ξενοδοχείου και με τη διαμόρφωση του ακάλυπτου αύλειου χώρου, (μετά του επιδίκου τμήματος,), απολύτως αναγκαίου για τη λειτουργία του ξενοδοχείου, ανέρχεται σε τεράστιο χρηματικό ποσό, που προσεγγίζει τα 500.000.000 δραχμών, ενώ η αξία του επιδίκου δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.464.736 δραχμών.
Προβάλλει δε ακολούθως ο αναιρεσείων, με τους λόγους αυτούς αναιρέσεως, αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 περ. β΄ και 19 ΚΠολΔ, , ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ και χωρίς να λάβει υπόψη και τα ανωτέρω περιστατικά που αυτός επικαλέσθηκε προς θεμελίωσή της, απέρριψε την εν λόγω ένστασή του.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως προς μεν την αιτίαση από τον αριθμό 8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έκρινε με βάση τα περιστατικά που προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβήτων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο, πλην όμως την έκρινε απορριπτέα, γιατί δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητά της, και συνεπώς δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη στήριξη της εν λόγω ενστασής του, ως προς δε τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, το δε Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος, αφενός ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της ενστάσεως αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως του ΑΚ.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α΄ ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός που συνιστά κατά τη διάταξη αυτή "πράγμα" και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό. Για τη νόμιμη επαναφορά του, αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών, δεν θεωρείται δε νόμιμη επαναφορά του η ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, με τις οποίες είχε προβληθεί ο ισχυρισμός πρωτοδίκως, και η γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις με παραπομπή στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με αυτές. Η επιβαλλόμενη, όμως, με το ως άνω άρθρο 240 ΚΠολΔ ρύθμιση του τρόπου επαναφοράς "ισχυρισμών", όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις, όχι δε και εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.
Συνεπώς για τη λήψη από το Εφετείο ισχυρισμών περιεχομένων στην αγωγή, ως προς την οποία μεταβιβάσθηκε σ' αυτό η υπόθεση με έφεση του ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, δεν υφίσταται ανάγκη επαναφοράς τους από τον εκκαλούντα ενάγοντα με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε όλους τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων εναγόντων που θεμελιώνουν την απόκτηση από αυτούς της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, έστω και αν αυτοί δεν τους επανέφεραν με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ο δε τρίτος, μέρος πρώτο, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α΄ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επίσης και ο πρώτος, μέρος δεύτερο, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από τον ίδιο αριθμό 8 περ.α΄του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων εναγόντων σε σχέση με ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, παρότι με την έφεσή τους μεταβιβάσθηκε σ' εκείνο το δικαστήριο η υπόθεση ως προς την αγωγή μόνο για μέρος του επιδίκου, εμβαδού 95 τ.μ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, με αυτήν μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο ως προς ολόκληρο το επίδικο ακίνητο.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον πρώτο, μέρος πρώτο, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.9 περ.β΄ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να αναγνωρίσει την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στην επίδικη έκταση των 261,05 τ.μ., ενώ με την έφεσή τους μεταβιβάσθηκε σ' αυτό η υπόθεση μόνο για τμήμα της έκτασης αυτής, εμβαδού 95 περίπου τ.μ., επιδίκασε σ' αυτούς περισσότερα από όσα ζήτησαν με την έφεσή τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει, από το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, αυτοί ζήτησαν με την έφεση την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την εξολοκλήρου παραδοχή της αγωγής τους περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β΄ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς του 1) περί απουσίας προσβάσεως του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων στην Επαρχιακή οδό Καστρακίου- Μετεώρων 2) περί αδικαιολόγητης και υπερβολικής μεγέθυνσης της εκτάσεως του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων μετά από την κατάρτιση κάθε συμβολαίου και 3) περί του ότι ανέκαθεν το επίδικο ευρίσκετο εκτός των τίτλων κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και εντός του ακινήτου της ιδιοκτησίας του. Οι ισχυρισμοί αυτοί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν από το Εφετείο και συνεπώς λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο εκείνο. Επομένως ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ με τους πέμπτο, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και όγδοο, μέρος πρώτο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα την από 2-2-2004 έγγραφη γνωμοδότηση του τεχνικού συμβούλου του, ....... Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το έγγραφο αυτό.
ΕΠΕΙΔΗ με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.β΄ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα στο αναιρετήριο έξι έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι, είχαν μεν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις που είχαν υποβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, αυτοί επικαλέσθηκαν ειδικώς με αυτές όλα τα παραπάνω έγγραφα.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, μέρος δεύτερο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και τέταρτο, μέρος πρώτο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ.4630/1995, 8162/1998 και 10004/2000 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιάννας Παναγοπούλου, αφού, ενώ σε κανένα από αυτά το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων δεν προσδιορίζεται ως εφαπτόμενο με την Επαρχιακή οδό Καστρακίου- Μετεώρων, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ακίνητο αυτό εφάπτεται της εν λόγω οδού.
Με τέτοιο περιεχόμενο, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο τρίτος, μέρος δεύτερο, λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον ίδιο αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε και το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 2/30-1-2004 εκθέσεως της πραγματογνώμονος ......, διότι μεταξύ των εγγράφων, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως, δεν περιλαμβάνεται και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτή δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο, αλλά αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της ίδιας της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και ένατο του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγους αναιρέσεως, από το άνω άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις, αφού, ενώ στην αρχή του αιτιολογικού της αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση, της οποίας οι αναιρεσίβλητοι αναγνωρίζονται κύριοι, έχει εμβαδόν 216,05 τ.μ., με το διατακτικό αυτής διατάσσεται ο αναιρεσείων να αποδώσει στους αναιρεσιβλήτους την ίδια επίδικη έκταση, που φέρεται ότι έχει εμβαδόν 261,05 τ.μ., πράγμα που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια ανάγεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως δεν ιδρύει τον από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
ΕΠΕΙΔΗ, ο έβδομος, μέρος πρώτο, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.8, 11, και 12 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο λόγο αυτό περιστατικά που να θεμελιώνουν οποιοδήποτε από τους λόγους αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 187-8-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 516/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ