Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds as lower court rejected claim on merits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred in law by rejecting his claim for the division of co-owned property, claiming the court should have examined the substantive issue of the unpaid loan under Article 8 of Law 3783/1957. The court ruled that since the lower court explicitly rejected the claim on procedural grounds, there was no basis to examine the substantive legal argument regarding the loan status, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(3) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rejecting a claim on procedural grounds is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the lower court failed to examine the substantive claim on merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1282 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1282/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μυταλούλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Π. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Ρούλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών" (ΤΠΔ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2018 αγωγή και την από 22-3-2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 4-7-2018 κύρια παρέμβαση του ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9196/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1864/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1864/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης την από 11-04-2018 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι, μετά από δάνειο που έλαβαν από κοινού με την εναγομένη, τότε σύζυγο του, από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για την εξασφάλιση του οποίου έχει εγγραφεί υποθήκη υπέρ του εν λόγω Ταμείου και το οποίο δάνειο δεν έχει εξοφληθεί, απέκτησαν κατά κυριότητα και σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας με το αναφερόμενο συμβόλαιο, ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού 83,90 τ.μ., ένα κλειστό χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου εμβαδού 24,03 τ.μ.
και μία αποθήκη του υπογείου εμβαδού 14,50 τ.μ., της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ... του Δήμου Χαϊδαρίου. Ότι μετά τη λύση του γάμου τους, συμφώνησαν με την εναγομένη να παραμείνει αυτή με τα τέκνα τους στο πιο πάνω διαμέρισμα μέχρι την ενηλικίωση του υιού τους Ι., ο οποίος ήδη ενηλικιώθηκε από το Μάιο του 2016.
Ότι παρά το γεγονός αυτό, η εναγομένη εξακολουθεί να διαμένει στο διαμέρισμα, η μισθωτική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, με αποτέλεσμα να έχει αξίωση κατ' αυτής από την κοινωνία για το διάστημα από Ιούνιο 2016 έως την άσκηση της αγωγής (Μάρτιο 2018), ήτοι για το ποσό των 6.600 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα και εκθέτοντας επί πλέον ότι η αυτούσια διανομή των ανωτέρω κοινών οριζόντιων ιδιοκτησιών δεν είναι δυνατή, ζήτησε να διαταχθεί η, δια πλειστηριασμού, πώληση των εν λόγω ιδιοκτησιών και η διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ αυτού και της εναγομένης και να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 6.600 ευρώ.
Τη δίκη που ανοίχθηκε με την ανωτέρω αγωγή του, ο αναιρεσείων ανακοίνωσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς δεν είχε εξοφληθεί το δάνειο που είχε λάβει από αυτό από κοινού με την εναγομένη και το προσεπικάλεσε να παρέμβει στη δίκη. Το τελευταίο άσκησε την από 4-7-2018 κύρια παρέμβαση, ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή, καθώς, όπως ισχυρίστηκε, η διανομή κοινού αποτελεί απαλλοτρίωση, που απαγορεύεται από το άρθρο 8 Ν. 3783/1957.
Επί της αγωγής και της ασκηθείσας κυρίας παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 9196/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων περί απαγόρευσης διάθεσης των ως άνω ακινήτων, διατάχθηκε η πώλησή τους με πλειστηριασμό και η διανομή του πλειστηριάσμος, υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.750 ευρώ για την σωρευόμενη αγωγή του ενάγοντος από την κοινωνία και διατάχθηκε η ορισθείσα υπάλληλος του πλειστηριασμού να προβεί σε δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του κυρίως παρεμβαίνοντος ποσού ίσου με την απαίτησή του, όπως αυτή θα έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο του πλειστηριασμού.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης η εναγομένη - πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 05-10-2020 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εξετάζοντας αυτεπάγγελτα το νόμω βάσιμο της αγωγής, δέχθηκε ότι αυτή είναι μη νόμιμη, ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3783/1957 και κατόπιν αυτού, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αίτημά της για τη διανομή των επικοίνων ακινήτων ως μη νόμιμη, δέχθηκε δε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τις αξιώσεις του από την κοινωνία, το ποσό των 4.685,50 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 175 εδ. α' ΑΚ, που ορίζει ότι η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει, προκύπτει ότι ο νόμος, για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, τάσσει την απόλυτη απαγόρευση διάθεσης ενός αντικειμένου, χωρίς ωστόσο να είναι ανάγκη να διατυπώνεται τούτο ρητά στο νόμο, αλλά αρκεί να συνάγεται ότι οπωσδήποτε αυτό ήθελε ο νομοθέτης (ΑΠ 2024/2022, ΑΠ 1081/2005, ΑΠ 797/2000).
Εξάλλου, με τα άρθρα 1 και 2 παρ. 1 του ν.δ. 3783/1957 "Διευκολύνσεις στέγασης δημοσίων υπαλλήλων" ορίσθηκε ότι σκοπός του ν.δ/τος αυτού είναι η βάσει ενιαίου προγράμματος παροχή διευκολύνσεων προς τους στο άρθρο 2 αναφερομένους για την απόκτηση παρ' αυτών ιδιόκτητης κατοικίας, ήτοι προς τους ισόβιους και μόνιμους υπαλλήλους του Κράτους κλπ.
Στο δε άρθρο 8 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ίδιου ν.δ/τος ορίζεται ότι: "Αι κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου αποκτώμενοι κατοικίαι δεν υπόκεινται εις επίταξιν και εν γένει εις οιονδήποτε έτερον περιορισμόν της κυριότητος μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως των προς τούτο συνομολογουμένων δανείων. 2. Απαγορεύονται επίσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως του δανείου η κατάσχεσις και απαλλοτρίωσις των κατά τας διατάξεις του παρόντος αποκτηθησομένων οικιών, διαμερισμάτων και οικοπέδων των εν άρθρω 2 του παρόντος νόμου προσώπων, δι' οφειλάς αυτών οιασδήποτε φύσεως προς οιονδήποτε, γεγεννημένας προ της ισχύος του παρόντος ν.δ. 3.
Απαγορεύονται απολύτως η κατάσχεσις των τοκοχρεωλυτικών δόσεων των οφειλετών προσώπων του άρθρ. 2 του παρόντος ν.δ. ως και προϊόντος των δανείων των προς αυτούς χορηγουμένων δια την απόκτησιν κατοικίας. 4. Εν περιπτώσει εκνικήσεως του εις υποθήκην κατά τας διατάξεις του παρόντος ν.δ. δοθέντος ακινήτου, προς τον δανειστήν, ο αναδειχθείς νέος ιδιοκτήτης υπεισέρχεται αυτοδικαίως , εις τας εκ της δανειακής συμβάσεως υποχρεώσεις, ευθυνόμενος μετά του αρχικού οφειλέτου έναντι του δανειστού".
Τέλος, με το άρθρο 9 του αυτού ως άνω ν.δ/τος καθορίζονται οι όροι σύναψης των δανείων αυτών από τα δικαιούμενα πρόσωπα με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ο τρόπος εξασφάλισης της αποπληρωμής τους. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι θεσπίζεται, για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, απαγόρευση διάθεσης του ακινήτου που αγοράστηκε με χρήματα δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) κατά τις διατάξεις του ν.δ. 3783/1957, η δε παρά την απαγόρευση αυτή γενόμενη διάθεση είναι απολύτως άκυρη κατά το άρθρο 175 εδ.
α' ΑΚ. Ρητή, βέβαια, απαγόρευση διάθεσης δεν ορίζεται στο ανωτέρω ν.δ., συνάγεται όμως τέτοια βούληση του νομοθέτη από το συνδυασμό των επί μέρους διατάξεων του άρθρου 8 του εν λόγω ν.δ/τος, με σκοπό την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου έναντι ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για λόγους δηλαδή γενικότερου δημόσιου συμφέροντος.
Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 8 ορίζεται ότι τα ακίνητα που αποκτώνται με το πιο πάνω ν.δ., δηλαδή με δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δεν υπόκεινται σε επίταξη και σε οποιοδήποτε περιορισμό της κυριότητάς τους μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του δανείου. Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ο νόμος απαγορεύει ακόμα και οποιοδήποτε περιορισμό της κυριότητας ακινήτου που αποκτήθηκε με δάνειο μέχρι την εξόφλησή του και επομένως, πολύ περισσότερο, απαγορεύει την απώλεια της κυριότητάς του με τη με οποιοδήποτε τρόπο διάθεσή του.
Επίσης, με την παράγραφο 2 του αυτού ως άνω άρθρου 8 ορίζεται ότι απαγορεύεται μέχρι την εξόφληση του δανείου η κατάσχεση και η απαλλοτρίωση των ακινήτων που αποκτώνται με δάνειο από το ΤΠΔ ακόμη και για οφειλές των δανειοληπτών που είχαν γεννηθεί πριν την ισχύ του ν.δ/τος 3783/1957. Δεν είναι δε νοητό να απαγορεύει ο νόμος την κατάσχεση και απαλλοτρίωση των ως άνω ακινήτων για τις πιο πάνω οφειλές και να επιτρέπει την κατάσχεση και την απαλλοτρίωση των ακινήτων για μεταγενέστερες οφειλές και επομένως και για οφειλές του δανειολήπτη που γεννήθηκαν μετά τη σύναψη του δανείου.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι απαλλοτρίωση του ακινήτου κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης συνιστά και η διανομή αυτού μεταξύ των κοινωνών (εξώδικη ή με δικαστική απόφαση και στην τελευταία περίπτωση αυτούσια ή με πλειστηριασμό, που ισοδυναμεί με πώληση), καθώς με τη διανομή αυτή κάθε κοινωνός απαλλοτριώνει, δηλαδή, διαθέτει έναντι ανταλλάγματος το επί του κοινού ακινήτου μερίδιο του (ΑΠ 874/2001).
Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του αυτού ως άνω άρθρου 8 απαγορεύεται απολύτως η κατάσχεση των τοκοχρεωλυτικών δόσεων των οφειλετών των δανείων, καθώς και προϊόντος των δανείων που χορηγήθηκαν για την απόκτηση κατοικίας και επομένως, απαγορεύεται απολύτως η κατάσχεση και του ίδιου του ακινήτου που αποκτήθηκε με το δάνειο.
Τούτο δε, προφανώς, για τη μεγαλύτερη εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου έναντι του ΤΠΔ, ενώ προκύπτει και από τη διάταξη αυτή η βούληση του νομοθέτη να παραμείνει σε κάθε περίπτωση στα χέρια του δανειολήπτη η κατοικία που αποκτήθηκε με το δάνειο μέχρι την εξόφλησή του. Εξ άλλου, διαφορετική ερμηνευτική λύση δεν μπορεί να συναχθεί από την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου 8, στην οποία απλώς προβλέπεται η περίπτωση της εκνίκησης του ακινήτου που αποκτήθηκε με δάνειο από το ΤΠΔ, η αφαίρεση δηλαδή του ακινήτου από τον αγοραστή δανειολήπτη από τρίτο δυνάμει επικρατέστερου έναντι αυτού δικαιώματος, γεγονός, όμως, που δεν συνιστά απαλλοτρίωση κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 8, δεδομένου ότι δεν γίνεται με τη θέληση του δανειολήπτη.
Ορίζεται δε περαιτέρω στην εν λόγω παράγραφο 4, για μεγαλύτερη εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, ότι στην περίπτωση αυτή ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις της δανειστικής σύμβασης, ευθυνόμενος εις ολόκληρον μετά του αρχικού οφειλέτη έναντι του ΤΠΔ. Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζήτησε τη διανομή του ακινήτου, το οποίο απέκτησε με την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με δάνειο που έλαβαν από κοινού από το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ήτοι τη διάθεση του ακινήτου αυτού, που απαγορεύεται από τις διατάξεις του ν.δ/τος 3783/1957, και δεδομένου ότι το δάνειο αυτό, όπως ο ίδιος δέχεται με την αγωγή του, δεν έχει εξοφληθεί, παρίσταται ως μη νόμιμη.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, κατά το ανωτέρω αίτημα της, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν.δ. 3783/1957, των άρθρων 175, 798, 801 ΑΚ και 484 ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους συναφείς, ως εκ του περιεχομένου τους, πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που μαζί με την Σύμβαση κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγωσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους, προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Επιδιώκεται, δηλαδή, με τη διάταξη αυτή η προστασία της περιουσίας του φυσικού ή νομικού προσώπου από κάθε στέρηση, την οποία αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτήν, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου (Ολ ΑΠ 896/1985, Ολ ΣτΕ 3521/1992).
Η προστασία που παρέχεται με τις διατάξεις αυτές δεν είναι απόλυτη, διότι είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος (Ολ ΑΠ 9/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι το άρθρο 8 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν.δ. 3783/1957 απαγορεύει την δικαστική διανομή, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου πρώτου του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Και, τούτο, διότι, όπως διατείνεται, υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις, η απαγόρευση μεταβίβασης του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του επί του επίκοινου ακινήτου μέχρι την εξόφληση του δανείου, συνιστά σοβαρό και δυσανάλογο περιορισμό στο δικαίωμα της περιουσίας του, καθώς υποχρεούται να κατέχει το 50% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, στο οποίο δεν διαμένει και που δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι η απαγόρευση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δικαστικής διανομής του ακινήτου, στο οποίο είναι (συγ)κύριος σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και το οποίο απέκτησε με δάνειο που έλαβε από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη από το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέχρι την εξόφληση του δανείου, θεσπίστηκε με το ν.δ. 3783/1957 για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και ειδικότερα για την προστασία των δικαιωμάτων και της περιουσίας ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου έναντι αυτού.
Η απαγόρευση δε αυτή, ναι μεν συνιστά περιορισμό της κυριότητας του αναιρεσείοντος, είναι όμως, σύμφωνα με την αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, επιτρεπτή, καθώς δικαιολογείται, όπως προαναφέρθηκε, για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος. Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι, εξ αιτίας της, κατά τα ανωτέρω, απαγόρευσης διανομής του επίκοινου ακινήτου, ο αναιρεσείων δεν στερείται της αξιοποίησης και εκμετάλλευσης αυτού, δεδομένου ότι παρέχεται σ' αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει από τον κάτοχο αυτού την μισθωτική αξία του ακινήτου που του αναλογεί με βάση το ποσοστό της (συγ)υριότητάς του επ' αυτού, δικαίωμα, άλλωστε, που άσκησε και με την ένδικη αγωγή του κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 του ν.δ. 3783/1957, καθώς, όπως ισχυρίζεται, στηρίχθηκε για την εφαρμογή της σε λιγότερα και μάλιστα άσχετα στοιχεία από αυτά που απαιτεί η ίδια η διάταξη για την εφαρμογή της.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του με την προσβαλλόμενη απόφασή του για την εφαρμογή του ως άνω άρθρου στο γεγονός ότι υφίσταται υποθήκη επί του ακινήτου για το οποίο δανειοδοτήθηκε. Ότι, όμως, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν το δάνειο που χορηγήθηκε στον ίδιο έχει εξοφληθεί ή όχι, δεδομένου ότι, όπως διατείνεται, προϋπόθεση για την απαγόρευση απαλλοτρίωσης είναι το δάνειο να μην έχει εξοφληθεί και όχι το εάν υφίσταται υποθήκη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι διαλαμβάνονται ο' αυτήν τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ήδη πρώτος εκ των εφεσιβλήτων, άσκησε την από 11-4-2018 (ΓΑΚ 37604/2018 ΕΑΚ 3791/2018) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι από κοινού με την εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου έκαστος των περιγραφομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος α' ορόφου, αποθήκης υπογείου και θέσης στάθμευσης) πολυκατοικίας, που βρίσκεται στο Χαϊδάρι Αττικής, στο με αριθμό 120 ΟΤ, επί της οδού ...
Ότι τη συγκυριότητα απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, ήτοι συνεπεία αγοράς, για την οποία υπέγραψαν το με αριθμό .../2003 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαϊδαρίου (τ. 190, α/α 58), στο οποίο αναγράφεται ως τίμημα το ποσό των 120.000,00 ευρώ, το πραγματικό όμως τίμημα ανήλθε στο ποσό των 187.700,00 ευρώ.
Ότι για την αγορά των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών συνήψαν με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) την από 12.5.2003 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 120.000,00 ευρώ, παραχωρώντας στο δανειστή το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης για το ίδιο ποσό εις βάρος της αποκτώμενης ακίνητης περιουσίας τους, ενώ εξ αυτού του δανείου παραμένει ανεξόφλητο υπόλοιπο ως προς τον ίδιο ποσό 42.850,52 ευρώ...
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο ζητούσε 1) να διαταχθεί η λύση της, μεταξύ τους υφιστάμενης, σχέσης κοινωνίας, στην οποία δεν συμφωνεί η εναγομένη, με την πώληση των επίκοινων ακινήτων σε δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε καθένας τους να λάβει από το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί, ποσό ανάλογο της ιδανικής του μερίδας, αφού η αυτούσια διανομή των ακινήτων αυτών είναι προδήλως ανέφικτη κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή...".
Δέχθηκε δε στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "... η κρινόμενη αγωγή έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο τυγχάνει μη νόμιμη κατά το με αριθμό 1 αίτημά της (περί λύσεως της κοινωνίας με δια πλειστηριασμού πώληση των επίκοινων)", ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 8 του ν.δ. 3783/1957, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Ενόψει των ανωτέρω, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του για το μη νόμιμο της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά το ανωτέρω αίτημά της, μεταξύ των άλλων, και στο γεγονός ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, παραμένει ανεξόφλητο ποσό δανείου για τον ίδιο ποσού 42.850,52 ευρώ, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται με βάση το άρθρο 8 του ν.δ. 3783/1957 η απαλλοτρίωση των επιδίκων ακινήτων με την αιτούμενη διανομή αυτών με πλειστηριασμό.
Με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω τέταρτου λόγου αναίρεσης, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή του, ως μη νόμιμη, κατά το αίτημά της για την δικαστική διανομή του επίκοινου ακινήτου, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 του ν.δ. 3783/1957, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, θέτει ως κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή του τη μη εξόφληση του δανείου και όχι την ύπαρξη υποθήκης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος, όμως αυτός κατά το ως άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως δέχεται και ο αναιρεσείων, απέρριψε την αγωγή του κατά το αίτημά της για τη διανομή του επίκοινου ακινήτου ως μη νόμιμη. Επομένως, δεν υπάρχει έδαφος έρευνας περί της συνδρομής του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, δεδομένου ότι προϋπόθεση έρευνας του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή νόμω αβάσιμο (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 135/2019).
Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατάθεσαν χωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο, όσον αφορά το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ν.π.δ.δ., θα καταλογισθούν μειωμένα, δεδομένου ότι η νομική εκπροσώπησή του στην αναιρετική αυτή δίκη έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρ. 22 παρ.3 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ιδίου άρθρου και την παρ. 2 της με αριθ. 134423 οικ/16.2 - 31.3.1988 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης - ΦΕΚ Β 11, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2021 αίτηση του Η. Κ. για αναίρεση της 1864/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου