Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to state material factual assumptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the City of Karpathos's appeal against the Regional Court of Dodecanese's decision regarding the nature of employment contracts. The appellant argued that the court erred in classifying successive fixed-term contracts as an indefinite-term contract, violating specific labor laws and transitional provisions. The court rejected this appeal because the appellant failed to articulate the specific factual assumptions underlying the lower court's conclusion on the contract's nature.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Section 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to state the material factual assumptions of the challenged decision that are essential for the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1282 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1282/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Καρπάθου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κάρπαθο, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Χριστοδουλάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ν. του Μ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Παπαγεωργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν η 54/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 26/2013 μη οριστική και 12/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρίας Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.6.2016 και αριθ. κατάθεσης 15/17.6.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 12/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί της από 10.7.2012 και με αριθ. κατάθ. 140/10.7.2012 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Καρπάθου".
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσία η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 54/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποίαν έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 27.1.2011 και με αριθ. κατάθ. 30/27.1.2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α.
Ν. του Μ. και : α) αναγνωρίστηκε ότι η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 28.8.2002 μέχρι 31.10.2007 απασχολήθηκε στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου, η οποία καταργηθείσα από 1.1.2011 υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως από την περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και β) υποχρεώθηκε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να καταβάλει στην ενάγουσα αναδρομικά από 1.11.2007 μέχρι ανασύνταξης του Ατομικού Δελτίου Κατάταξής της τις μηνιαίες διαφορές της μισθοδοσίας της μεταξύ του 15ου και 18ου μισθολογικού κλιμακίου με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556§1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Καρπάθου" προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να προσδώσει λανθασμένο νομικό χαρακτηρισμό στις με αριθ.
πρωτ. …/2004, …/2003, …/2005, …/2005, …/2006 και …/2007 συμβάσεις που συνήψε η αναιρεσίβλητη με την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου, χαρακτηρίζοντάς αυτές ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αντί του ορθού χαρακτηρισμού τους ως συμβάσεων μίσθωσης έργου, παραβίασε τις διατάξεις της παρ. 1 περ. ι του άρθρου 15 του ν. 3205/2003, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στους μονιμοποιηθέντες υπαλλήλους του κλάδου Διεκπεραίωσης Υποθέσεων Πολιτών των ΚΕΠ, επικουρικά δε, ακόμα και αν ήθελε κριθεί πως πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, παραβίασε τις μεταβατικές διατάξεις του πδ 164/2004, γιατί παρότι δεν είχε συμπληρωθεί συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του πδ 164/2004 (19.7.2004), κατά παράβαση του εν λόγω π.δ/τος κρίθηκε πως η συνδέουσα την ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη σύμβαση εργασίας ήταν σύμβαση αορίστου χρόνου και όχι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που σε καμία περίπτωση δεν κατέστησαν αορίστου χρόνου, προς στήριξη δε των ως άνω λόγων το αναιρεσείον αναλύει στις σελίδες 5, 6, 7, 8, 9 και 10 της αίτησης τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 2190/1994, του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του ΠΔ 164/2004 χωρίς να κάνει μνεία των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω δύο λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, εφόσον στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την φύση της συνδέουσας την αναιρεσίβλητη με την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου ως σχέσης εργασίας), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Καρπάθου" περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρ. 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.6.2016 και με αριθ. κατάθ. 15/17.6.2016 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ", για αναίρεση της υπ` αριθ. 12/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ