Supreme Court annuls lower court appeal decision and retains case for substantive review due to procedural defect.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision of 891/2013 and retained the case for further hearing. The appellant argued for dismissal, but the court found the appeal admissible despite the absence of the appellees at the hearing. Consequently, the court will now conduct a substantive review of the case itself rather than remanding it.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; If an appeal is upheld, the Supreme Court may retain the case for substantive adjudication if no further clarification is needed, avoiding a second remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1282 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1282/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπουγιούκο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που ..., στεγάζεται προσωρινά στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ..., 3) ..., 4) ..., το γένος ..., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6432/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5752/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η πρώτη ήδη αναιρεσείουσα με την από 3/7/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 847/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 891/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 1199/29.7.2016, 1200/29.7.2016, 1201/29.7.2016 και 1202/29.7.2016, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ξ. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους αναιρεσίβλητους. Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν κατά την ως άνω νομίμως ορισθείσα δικάσιμο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσίβλητων.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 891/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι - ανακόπτοντες κατά της 6432/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή τους περί ακυρώσεως της σε βάρος τους εκδοθείσας, ύστερα από αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, 3322/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ανωτέρω διαταγή πληρωμής.
Επί της προαναφερόμενης έφεσης, εκδόθηκε αρχικά η 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε αυτή, μετά δε την άσκηση αναίρεσης κατά της άνω απόφασης, με την 847/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η τελεσίδικη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ? αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ? αυτήν". Στο άρθρο του 580 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και στο άρθρο του 581 παρ. 2 αυτού, ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.
H έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016). Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017).
Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικά, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση, όπως και ως προς εκείνα που συνδέονται άρρηκτα με αυτά, τα οποία συναναιρούνται. Η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, τα οποία δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης ή εκείνα ως προς τα οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 634/2016).
Ως προς αυτά τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Εάν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου τα κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αν κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο δέσμευση, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 503/2017).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 644/2015).
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων για την εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από τη οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 2068/2014).
Επί αγωγής που στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις, οι οποίες είναι αμοιβαίως επικουρικές, η αναίρεση της απόφασης για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναίρεσης είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 1608/1991). Τούτο ισχύει και επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι της ανακοπής, και όταν στρέφονται κατά της αυτής διαταγής πληρωμής, συνιστούν περισσότερες βάσεις (κεφάλαια) του αιτήματός της, οι οποίες, ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους, είναι αμοιβαίως επικουρικές.
Επίσης, όταν μεταξύ των περισσοτέρων κεφαλαίων της απόφασης που αναιρέθηκε, υπάρχει συνάφεια, διότι αυτά αναγκαίως συνέχονται, ή όταν από την ερμηνεία της αναιρετικής απόφασης, σε συνδυασμό με το αναιρετήριο, προκύπτει αμφιβολία ως προς την έκταση της αναίρεσης, οι συνέπειες της αναίρεσης εκτείνονται και σε εκείνα τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν με σαφή και ρητή διάταξη (ΑΠ 1683/2008, ΑΠ 674/1998,).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επέκταση της αναίρεσης στις διατάξεις της απόφασης για τους λοιπούς λόγους της ανακοπής, είναι να προσβάλλονται αυτοί με την αίτηση αναίρεσης, οπότε, λόγω παραδοχής κάποιου λόγου αναίρεσης, αναιρείται η απόφαση χωρίς να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι. Αν δεν προσβλήθηκε με την αίτηση αναίρεσης η απόρριψη κάποιων λόγων ανακοπής, ή αν για κάποιους λόγους ανακοπής απορρίφθηκαν τα παράπονα που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η απόρριψη αυτών είναι πλέον αμετάκλητη, δεν καταλαμβάνονται, συνεπώς, από την έκταση της αναιρετικής απόφασης και το δικαστήριο της παραπομπής, παρά την αναίρεση της απόφασης με την παραδοχή κάποιου άλλου λόγου αναίρεσης δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να εξετάσει αυτούς τους λόγους εκ νέου, αφού καλύπτονται από το δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο, ως προς την απόρριψη των πρώτου και δεύτερου λόγων της ανακοπής των αναιρεσίβλητων κατά της …2/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο πηγάζει από την 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα ως προς το ότι τα προσκομισθέντα για την έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής από την αναιρεσείουσα αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων ήταν επικυρωμένα από δικηγόρο και είχαν αποδεικτική ισχύ και ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά των ανακοπτόντων αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών της βιβλίων που προσκόμισε, ενόψει του ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης είχε υπάρξει ειδική συμφωνία ότι η τυχόν οφειλή της τελευταίας από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα από 16.6.1995 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης που θα προκύψει από την καταγγελία της σύμβασης θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας, και ακολούθως εξετάζοντας παρά το δεδικασμένο τους δύο αυτούς λόγους της έφεσης, δέχθηκε αντίθετα πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά δέχθηκε τους λόγους αυτούς και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης των αναιρεσίβλητων καταρτίστηκε η από 16.6.1995 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης που αφορούσε μηχανήματα τυπογραφείου, διάρκειας πέντε ετών.
Στη σύμβαση αυτή οι λοιποί αναιρεσίβλητοι συνεβλήθησαν ως εγγυητές υπέρ της πρώτης τούτων. Η αναιρεσείουσα, για απαίτηση από καθυστερούμενα μισθώματα της ως άνω σύμβασης, με βάση έγγραφα που κατείχε, υπέβαλε αίτηση στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδόθηκε η 3322/2004 διαταγή πληρωμής, που υποχρέωσε τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν σ' αυτήν το αιτούμενο ποσό.
Κατά της διαταγής πληρωμής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 23.7.2004 ανακοπή τους, και ζήτησαν την ακύρωση αυτής για τους εξής λόγους: 1) διότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοσή της ήταν αντίγραφα που δεν είχαν επικυρωθεί και δεν είχαν αποδεικτική ισχύ, στηρίχθηκε στα προσκομισθέντα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας χωρίς να υπάρχει ειδική δικονομική συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων για την αποδεικτική δύναμη αυτών, στηρίχθηκε σε έγγραφο που δεν είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα και το οποίο είχε επικυρωθεί από δικηγόρο χωρίς να έχει το πρωτότυπο στην κατοχή του, 2) διότι η αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής είναι αόριστη, 3) διότι η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά κατάχρηση του δικαιώματός της και 4) διότι η απαίτηση έχει υπολογιστεί με επιτόκιο ανώτερο του νόμιμου δικαιοπρακτικού επιτοκίου.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 6432/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ανακοπή, κρίνοντας ως κατ' ουσία αβάσιμους τους δύο πρώτους λόγους, απαράδεκτο τον τρίτο λόγο και μη νόμιμο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής. Μετά την άσκηση έφεσης από τους ηττηθέντες ανακόπτοντες εκδόθηκε η 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι τρεις πρώτοι λόγοι της ανακοπής κρίθηκαν αβάσιμοι κατ' ουσίαν και ο τέταρτος μη νόμιμος και απορρίφθηκε η έφεση.
Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες άσκησαν την από 3.7.2008 αίτηση αναίρεσης αποδίδοντας με τους τέσσερις λόγους αυτής πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά μόνο με την απόρριψη του τρίτου λόγου της ανακοπής, ήτοι της παραβίασης, με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της αξίωσης των μισθωμάτων, της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και του δεύτερου λόγου της ανακοπής περί αοριστίας της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Με την 847/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που απέδιδε στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν είχε λάβει υπόψη του την από 16.6.1995 πρόταση χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι ήδη αναιρεσίβλητοι και κυρίως τον όρο 13 αυτής, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό αυτών επί του οποίου στηρίζεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ήδη αναιρεσείουσας να καταγγείλει τη χρηματοδοτική μίσθωση και να αξιώσει την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, καθώς και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που απέδιδε στην απόφαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της χορήγησης εντολής ασφάλισης του εξοπλισμού της μίσθωσης έναντι παντός κινδύνου και του σεισμού, που στηρίζουν το λόγο ακύρωσης της διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης και καταβολής των μισθωμάτων.
Εξάλλου, με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί της μη κήρυξης απαραδέκτου της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων και τα εξής, ενδιαφέροντα τον πρώτο λόγο της ένδικης αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής η καθ' ης επικαλέστηκε στην ανωτέρω από 12.5.2004 αίτησή της και προσκόμισε, προς απόδειξη της απαίτησής της, ο δε δικαστής έλαβε υπόψη: 1) την από 16.6.1995 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, 2) τα υπ' αρ.
…/5-10-1995 και …/25-12-1995 παραρτήματα της άνω σύμβασης με τα επισυναπτόμενα σ' αυτά προσθέματα και τα υπ' αρ. …/13-9-1995 και …4/16-11-1995 τιμολόγια της προμηθεύτριας των εκμισθούμενων μηχανημάτων, 3) τις προσαρτώμενες στα παραπάνω παραρτήματα από 5-10-1995 και 25-12-1995 συμβάσεις εγγυήσεως των 2ου, 3ης και 4ης ανακοπτόντων, 4) την από 1-9-2000 καταγγελία της άνω σύμβασης μετά των εκθέσεων επιδόσεως αυτής στους ανακόπτοντες και 5) επικυρωμένα αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της (καθής) στα οποία εμφανίζετο η χρεωπιστωτική κίνηση των λογαριασμών που είχαν ανοιχθεί για την παρακολούθηση της συγκεκριμένης σύμβασης.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και των παραρτημάτων και προσθεμάτων αυτής, δεν υπήρξε μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της καθής ειδική συμφωνία ότι η οφειλή της πρώτης προς τη δεύτερη που θα προκύψει από την καταγγελία της σύμβασης θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, συμφωνία που δεν επικαλείται ούτε η καθής στην αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Επομένως, τα εν λόγω αποσπάσματα, εφόσον, αφενός δεν θεωρούνται έγγραφα από το νόμο, αφετέρου δεν αποδεικνύεται σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, που θα ανήγαγε αυτά σε αποδεικτικό μέσο, στερούνται αποδεικτικής δύναμης. Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι, ενόψει της ειδικής συμφωνίας περί αναπροσαρμογής των μισθωμάτων βάσει του εκάστοτε ισχύοντος βασικού επιτοκίου αναπροσαρμογής της εταιρείας της καθής, τα αιτηθέντα από την τελευταία και επιδικασθέντα με την ως άνω διαταγή πληρωμής, μισθώματα, δεν ταυτίζονται, κατά κεφάλαιο, τόκους και ΦΠΑ, με εκείνα που συμφωνήθηκαν αρχικά και αναφέρονται στα δύο παραρτήματα της ένδικης σύμβασης, καθίσταται σαφές ότι η απαίτηση της καθής και το ύψος αυτής δεν αποδεικνύεται από τα υπόλοιπα, ως ανωτέρω, υπό στοιχ. 1 έως και 4, προσκομισθέντα απ' αυτήν έγγραφα ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος, για την επιδίκαση της στηρίχθηκε στα παραπάνω αποσπάσματα των βιβλίων της.
Έτσι, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης της καθής η ανακοπή και της δυνατότητας απόδειξης της με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου και συγκεκριμένα λόγω μη συνδρομής της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία αυτή εκδόθηκε.
Πέραν όμως αυτών, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την καθής ως άνω αποσπάσματα, τα οποία και προσκόμισε για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής (όπως προκύπτει από τις επ' αυτών βεβαιώσεις του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών), αυτά δεν έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους και ως εκ τούτου στερούνται και εξ αυτού του λόγου αποδεικτικής δύναμης.
Ειδικότερα, τα αποσπάσματα αυτά έχουν εξαχθεί με εκτύπωση από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της καθής και προσκομίστηκαν στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε φωτοτυπία επικυρωμένη στις 10- 5-2004 από το δικηγόρο Γεώργιο Τσαρουχά. Επομένως, για να αποτελούν κυρωμένα αντίγραφα εκ του προ)τοτύπου θάπρεπε να φέρουν, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εκτός από την επικύρωση της φωτοτυπίας από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, που εν προκειμένω υφίσταται, και βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης του αρμοδίου υπαλλήλου της καθής, που ενήργησε αυτήν.
Στα φωτοτυπούμενα, όμως, αυτά εκ του πρωτοτύπου έγγραφα (αποσπάσματα), •αν και υφίσταται επ' αυτών σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης τους και κάτω απ' αυτήν δύο υπογραφές (μονογραφές) άνωθεν της εμπορικής επωνυμίας της καθής, εν τούτοις σε κανένα εξ αυτών δεν αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των υπογραφόντων και βεβαιούντων τη γνησιότητα της εκτύπωσης προσώπων, ενώ αρκετά εξ αυτών δεν φέρουν ούτε ημερομηνία (βεβαίωσης γνησιότητας), με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η ταυτότητα και αρμοδιότητα των προσώπων να παράσχουν τέτοια βεβαίωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, στηρίχτηκε σε έγγραφα τα οποία δεν αποδεικνύουν, κατά νόμον, την απαίτηση της καθής και το ποσό αυτής, και είναι ως εκ τούτου άκυρη. Ο ισχυρισμός, επομένως, των ανακοπτόντων, με τον πρώτο σε συνδυασμό με το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, ότι δηλαδή δεν υπήρξε μεταξύ αυτών και της καθής καμμία δικονομικού τύπου συμφωνία αναφορικά με την αποδεικτική δύναμη των αποσπασμάτων από τα βιβλία της (βλ. 3η και 4η σειρά της σελίδας 18 και σελίδα 14 της ανακοπής) και ότι σε κάθε περίπτωση, από τα προσκομισθέντα αποσπάσματα δεν προέκυπτε η ημερομηνία εκδόσεως της βεβαίωσης της ακρίβειας αυτών και η ταυτότητα των προσώπων που την υπογράφουν (σελ. 15 και 16 της ανακοπής), με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται εγγράφως η απαίτηση της καθής, αποδεικνύεται βάσιμος και κατ' ουσίαν".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τον πρώτο σε συνδυασμό και με το δεύτερο λόγους της ανακοπής και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει τούτους ως ανωτέρω, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων δέχθηκε ότι με την 847/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου εξαφανίστηκε στο σύνολό της η 5752/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήτοι και ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής τους οποίους με τις ως άνω αιτιολογίες είχε απορρίψει.
Η 5752/2007 απόφαση, ως προς τους λόγους αυτούς της ανακοπής, δεν είχε προσβληθεί με την αίτηση αναίρεσης και συνεπώς ως προς τους λόγους αυτούς δεν είχε αναιρεθεί, παρά το ότι δεν αναφέρεται ρητά η απόφαση 847/2011του Αρείου Πάγου σε μερική αναίρεση. Έτσι, είχε προκύψει δεδικασμένο από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την απόρριψη των δύο ως άνω λόγων της ανακοπής.
Το Δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, δεν είχε εξουσία να εξετάσει εκ νέου τη βασιμότητα ή μη των λόγων αυτών και να κρίνει διαφορετικά. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.
Πρέπει δε κατά παραδοχή του λόγου αυτού (ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της ως άνω αίτησης αναίρεσης) να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναίρεσης και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ 1893/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 891/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 847/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 5752/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 891/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της από 4.3.2016 αιτήσεως αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ...".
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ