Legislator Case Law & Legislation
1282/2017 AI generated

1282/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1282/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κοινοποίηση: 1) Ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Ρ. του Ι., 3) Θ. Ρ. του Ι., 4) Α. Ρ. του Ι., 5) Κ. Ρ. του Ι., κατοίκων ..., 6) Μ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Π. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο 8) Χ. Χ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κόκκινο και δεν κατέθεσε προτάσεις, 9) Α. συζύγου Κ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Legislator headnote

AI generated

1282/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Keywords

AI generated
missing case documents proof of indigence lack of entitlement previous legal status capacity to pursue debt enforcement lack of prosecutorial standing
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1282 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1282/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. συζύγου Θ. Ρ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., 2) Ά. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. υπό ειδική εκκαθάριση", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Στρατηγού με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: 1) Ναυτική εταιρεία με την επωνυμία "... ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Ρ. του Ι., 3) Θ. Ρ. του Ι., 4) Α. Ρ. του Ι., 5) Κ. Ρ. του Ι., κατοίκων ..., 6) Μ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Π. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο 8) Χ. Χ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κόκκινο και δεν κατέθεσε προτάσεις, 9) Α. συζύγου Κ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο, γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον δεύτερο προς ον η κοινοποίηση της αιτήσεως και προσκόμισαν την υπ’ αριθμό .../2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6350/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1036/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21/7/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι από δίκη που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους. Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ’ υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου δεν έπεται ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτου και εγγυητού υπάρχει γενικώς και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ.

β’ ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδομένης αποφάσεως και στους δύο). Αντίθετη εκδοχή, θα διεύρυνε κατ’ αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως του άρθρου 76 παρ.1 περ. β’ του ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την κατά το ουσιαστικό δίκαιο αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (άρθρο 853 ΑΚ).

Επί πλέον η απόλυτη αυτή άποψη θα κατέληγε συχνά σε διαδικαστικές δυσχέρειες και θα επέφερε εκ προοιμίου και γενικώς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και απαράδεκτα (ΑΠ 1598/2000, ΑΠ 1223/1995). Εκ τούτων παρέπεται, ότι όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ’ ο μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθένα είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντας αδιάφορο αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 764/2009).

Αυτά δε εν όψει και του ότι ο Άρειος Πάγος, όταν ερευνά το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να κρίνει παρεμπιπτόντως το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου (ούτε όταν αυτός είναι αναγκαίος, και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους αναγκαίους ομοδίκους), να ασκήσει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 2146/2013).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ και 287 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, όπως είναι και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, όχι όμως και με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 288 ΚΠολΔ, στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία συμφώνως προς τα προεκτεθέντα υφίσταται και στην περίπτωση που ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητή καθ’ ο μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθέναν είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286 που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα την διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 118/2015).

Εκ τούτων συνάγεται εξ αντιδιαστολής του άρθρου 288 του ΚΠολΔ, ότι επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και επί παθητικής ενοχής εις ολόκληρον, κατά το άρθρο 481 του ΑΚ, μεταξύ των περισσοτέρων συνοφειλετών, ως μεταξύ περισσοτέρων ευθυνομένων ως πρωτοφειλετών και συνεγγυητών εκ συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και επίσης μεταξύ πρωτοφειλέτου και εγγυητού καθ’ ο μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθέναν δεν είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, η διακοπή επέρχεται μόνο ως προς τον αποβιώσαντα απλό ομόδικο και δεν επηρεάζει την δίκη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 379/2015).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, η εκ μέρους του ενός των απλών ομοδίκων ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνο ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αιτήσεως αναιρέσεως.

Σημειωτέον, ότι εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 15-16/1996, ΟλΑΠ 1241/1979, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 785/2010, ΑΠ 292/2009, ΑΠ 269/2002). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως:

Με την από 20-2-2009 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2009) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...6-1985 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" χορήγησε στην τελευταία πίστωση, της οποίας αυτή (πρώτη εναγομένη πιστούχος) έκανε χρήση λαμβάνοντας διαδοχικώς από 2-10-1985 έως 4-10-1989 τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά βραχυπροθέσμων δανείων. Ότι δυνάμει όρου της συμβάσεως αυτής ασφαλίσθηκαν, με δαπάνη που βάρυνε την πιστούχο και για τα επίσης στην αγωγή αναφερόμενα ποσά, το αλιευτικό σκάφος "..." κυριότητος της ανωτέρω πιστούχου α) έναντι των κινδύνων θαλάσσης και πολέμου και β) για λογαριασμό της ενάγουσας ως ενυπόθηκης δανείστριας έναντι των θαλασσίων κινδύνων από υπαιτιότητα των πλοιοκτητών ή και τυχαία γεγονότα, καθώς επίσης τα ενυπόθηκα αστικά της (πιστούχου) ακίνητα κατά κινδύνου πυρός.

Ότι την ανωτέρω σύμβαση παραλλήλως προς την ανωτέρω πρώτη εναγομένη πιστούχο συνυπέγραψαν με την ιδιότητα των συνοφειλετών, ήτοι ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον μετά της τελευταίας, οι δεύτερος έως και όγδοος των εναγομένων ήτοι οι Ε. Ρ. του Ι., Θ. Ρ. του Ι., Κ. Ρ. του Ι., Α. Ρ. του Ι., Μ. Ρ. του Ι., Π. Ρ. του Ι. και Χ.

Χ. του Ο.. Ότι με δηλώσεις τους προς την ενάγουσα (πιστοδότρια τράπεζα), τις οποίες αυτή απεδέχθη, η ενάτη των εναγομένων Α. συζ. Κ. Ρ. και επίσης οι δεκάτη και ενδεκάτη αυτών αντιστοίχως Ε. συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ. εν προκειμένω αναιρεσείουσες, εγγυήθησαν ανεπιφυλάκτως υπέρ της πιστούχου, παραιτηθείσες των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως, την ολοσχερή εξόφληση του χρεωστικού καταλοίπου της πιστώσεως.

Ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως και το κλείσιμο του λογαριασμού από την ίδια (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) προέκυψε συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 597.578,37 ευρώ, το οποίον κοινοποίησε στους εναγομένους την 12η και 13η Ιανουαρίου 2009, με πρόσκληση καταβολής του από αυτούς. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν νομιμοτόκως, υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, το ως άνω ποσό.

Επί της αγωγής αυτής το προαναφερόμενο δικαστήριο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην των πρώτης έως και εβδόμου και της ενάτης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την υπ’ αριθμ. 6350/2011 οριστική απόφασή του, με την οποίαν την δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υπεχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 597.578,37 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν.

Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς μόνον οι παραστάσες και αντιμωλία δικασθέντες διάδικοι Ε. συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ., ήδη αναιρεσείουσες, οι οποίες άσκησαν την από 4-2-2012 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...2012) κοινή έφεσή τους, που απηύθυναν μόνον κατά της εναγούσης τραπέζης, κοινοποιουμένη στους λοιπούς εναγομένους ομοδίκους τους και Χ.

Χ., ο οποίος άσκησε την από 7-2-2012 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...2012) έφεσή του, που απηύθυνε επίσης μόνον κατά της αντιδίκου του εναγούσης τραπέζης. Επί των εφέσεων αυτών, αφού τις συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων, το Εφετείο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1036/2013 απόφασή του, με την οποίαν τις απέρριψε κατ’ ουσίαν. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι εκ των ανωτέρω διαδίκων εναγόμενες και εκκαλούσες Ε.

συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ. άσκησαν παραδεκτώς, κατά τα κατωτέρω ειδικότερον εκτιθέμενα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την κρινομένη από 21-7-2014 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...2014) αίτησή τους για την αναίρεσή της, την οποίαν απηύθυναν μόνον κατά της εναγούσης - εφεσιβλήτου Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, κοινοποιουμένη στους λοιπούς συνεναγομένους τους.

Τόσον κατά την πρωτόδικη, όσον και κατά την κατ’ έφεση δίκη οι μεν εκ των ανωτέρω αντιμωλία δικασθείσες εναγόμενες Ε. συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ. (ήδη αναιρεσείουσες) υπό την προαναφερομένη ιδιότητα των υπογραψασών την επίδικη σύμβαση ως εγγυητών και εκ τούτου εις ολόκληρον μετά των λοιπών εναγομένων συνοφειλετών ομοδίκων τους ευθυνομένων στην καταβολή του ως άνω καταλοίπου, δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη και την έκταση της κυρίας αυτής εις βάρος τους οφειλής, αλλά προέβαλαν μόνον το μειωμένο της εκτάσεως της ευθύνης τους ως εγγυητών, εξικνούμενο, κατά τους προβληθέντες ισχυρισμούς τους, μέχρι της αξίας του ασφαλίζοντος την απαίτηση της αντιδίκου τους τραπέζης ενυποθήκου ακινήτου τους και την κατά κατάχρηση δικαιώματος άσκηση εις βάρος τους και υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, από την ενάγουσα της επιδίκου απαιτήσεώς της.

Οι λοιποί συνεναγόμενοί τους, πλην του εξ αυτών Χ. Χ. ερημοδίκησαν πρωτοδίκως ενώ δεν μετείχαν ως διάδικοι στην κατ’ έφεσιν δίκη, ο δε τελευταίος και αντιμωλία δικασθείς πρωτοδίκως συνεναγόμενός τους Χ. Χ. υπό την ως άνω ιδιότητα του υπογράψαντος την επίδικη σύμβαση ως συνοφειλέτης μετά της πρώτης των εναγομένων πιστούχου εταιρείας αμφισβήτησε την ύπαρξη και την έκταση της επιδίκου εις βάρος του κυρίας οφειλής της εναγούσης - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου τραπέζης.

Επομένως, από τα εκτεθέντα και συμφώνως προς τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις προκύπτει, ότι μεταξύ των ως άνω αναιρεσειουσών, ως εγγυηθεισών την καταβολή στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα του καταλοίπου μετά το κλείσιμο της πιστώσεως, και του συνεναγομένου τους Χ. Χ., ως συνοφειλέτου, μετά των εκ των λοιπών συνεναγομένων του, από την εν λόγω σύμβαση πιστώσεως, δημιουργήθηκε με την κοινή παθητική εναγωγή τους απλή ομοδικία, και τούτο (δημιουργία απλής μεταξύ τους ομοδικίας) εκ του ότι δεν προέβαλαν τόσον οι αναιρεσείουσες ως εγγυήτριες, όσον και ο τελευταίος ως συνοφειλέτης μετά της πιστούχου και των λοιπών συνεναγομένων του δευτέρου έως και εβδόμου και επίσης μετά της ενάτης, πρωτοδίκως και κατ’ έφεσιν κοινή υπεράσπιση ως προς την ύπαρξη και την έκταση της αγωγικής κυρίας οφειλής τους προς την αντίδικό τους.

Κατά συνέπειαν, το μεν δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος να απευθυνθεί η αναίρεση και κατά των λοιπών απλών ομοδίκων ή να κοινοποιηθεί και προς αυτούς και ορθώς δεν απευθύνθηκε και κατ’ αυτών, το δε η επ’ ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, γενομένη από την πληρεξουσία δικηγόρο των αναιρεσειουσών, με καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωσή της, γνωστοποίηση του θανάτου του απλού ομοδίκου και συνεναγομένου τους Ε.

Ρ. του Ι., δεν επάγεται την βιαία διακοπή της προκειμένης δίκης, ως αβασίμως, επομένως, διατείνονται οι αναιρεσείουσες, η οποία επομένως και συνεχίζεται νομίμως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7/13/8/1923 και 112 ΕΝ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη του καταλοίπου, που θα προκύψει από την λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, ευθύνεται μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε.

Δεν ευθύνεται για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από την λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος (υπό την ιδιότητα του εγγυητή), στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρι όμως, του ποσού της πιστώσεως της αρχικής βασικής συμβάσεως, ή και των προσθέτων στην συνέχεια συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της συμβάσεως.

Σύμφωνα δε με την από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 849 εδ. α’ ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως", συνάγεται ότι η δήλωση του εγγυητή, με την οποία αυτός αναλαμβάνει υποχρεώσεις από την εγγύηση, πρέπει να είναι έγγραφη. Αντιθέτως, δεν χρειάζεται έγγραφο για τις συμφωνίες εκείνες μεταξύ εγγυητή και δανειστή, τις ανεξάρτητες ή μεταγενέστερες της εγγυήσεως, που καταλύουν ή περιορίζουν την ευθύνη του εγγυητή (ΑΠ 1480/2012).

Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη. Με ειδικό συμβατικό όρο, περιεχόμενο είτε στη σύμβαση εγγυήσεως, είτε σε μεταγενέστερη σύμβαση μεταξύ εγγυητή και δανειστή, μπορεί η έκταση των υποχρεώσεων του εγγυητή να περιοριστεί σε σύγκριση με την έκταση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, πράγμα που συμβαίνει όπως όταν συμφωνηθεί ότι ο εγγυητής θα ευθύνεται μέχρι ενός ορισμένου ποσού.

Ο εν λόγω περιορισμός της ευθύνης του εγγυητή συνιστά ένσταση καταλυτική, στο απέναντι αυτού δικαίωμα του δανειστή. Για το ορισμένο της σχετικής αγωγής κατά του εγγυητή, θα πρέπει, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 216 και 118 Κ.Πολ.Δ., να εκτίθενται στο δικόγραφο τα στοιχεία της κύριας οφειλής και τα στοιχεία της σύμβασης εγγύησης όπως και η μη πληρωμή της ληξιπρόθεσμης οφειλής από τον οφειλέτη.

Περαιτέρω, η ένσταση, συμφώνως προς το άρθρο 262 ΚΠολΔ ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απαντήσεως σ’ αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν.

Δηλαδή για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστικής εκτιμήσεως πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής. Αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της ενστάσεως είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη ή δεν συνάπτονται με ορισμένο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη.

Ένσταση δε η οποία πρωτοδίκως προεβλήθη αορίστως, δεν δύναται να συμπληρωθεί ενώπιον του Εφετείου ώστε να καταστεί ορισμένη (ΑΠ 507/2014).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 269 παρ.2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση, δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και κατατείνουν στην επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης ή αν δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή αν γεννήθηκαν μετά την τελευταία, συζήτηση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει την συνδρομή της εξαιρετικής ή εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 1778/2008). Περαιτέρω, από τα άρθρα 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τα οποία καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, οι αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου , αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη.

Τούτο δε διότι η πρωτόδικη απόφαση, σε περίπτωση μεν αποδοχής της εφέσεως, εξαφανίζεται, σε περίπτωση δε απορρίψεως της εφέσεως κατ’ ουσίαν, ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και συνεπώς σε αναίρεση υπόκειται μόνο η τελευταία (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 17...2014). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Εξ άλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, ισχυριζόμενες ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του περιορισμένου ή μη της εγγυητικής τους ευθύνης, καθ’ όσον αφενός δέχεται ότι, με τις 9/1991 και 10/1991 έγγραφες δηλώσεις τους προς την αναιρεσίβλητη, που έγιναν αποδεκτές από την τελευταία, αυτές εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα και απεριόριστα την άμεση και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού καταλοίπου της ενδίκου πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού, που η αναιρεσίβλητη είχε χορηγήσει στην πιστούχο (μη εν προκειμένω διάδικο πρώτη εναγομένη), αφ’ ετέρου δε ότι είναι ορισμένος ο προβληθείς από αυτές (αναιρεσείουσες) ισχυρισμός ότι η ευθύνη τους για καταβολή του καταλοίπου φθάνει μέχρι το ποσό των 141.139,75 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αντικειμενική αξία του ενυποθήκου ακινήτου τους.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση και κατά το μέρος που αφορά τους εν προκειμένω διαδίκους, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι ως άνω ήδη εκκαλούσες - εναγόμενες προς απόκρουση της ένδικης, εναντίον τους, αγωγής, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προέβαλαν, την προβλεπόμενη από τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις ένσταση περί μειωμένης ευθύνης τους, ως εγγυητριών και επικαλέσθηκαν, για την θεμελίωσή της, ότι "..η παρασχεθεί σα από εμάς εγγύηση εκτείνεται μέχρι την αξία του ακινήτου μας επί της οδού .....".

Έτσι όμως διατυπούμενος ο σχετικός ισχυρισμός δεν ήταν επιδεκτικός δικαστικής εκτίμησης, κυρίως διότι δεν διαλαμβάνονταν σ’ αυτόν καμία περιγραφή του επίμαχου ακινήτου και κυρίως η αξία του, ώστε να μπορεί να κριθεί το ύψος του ποσού μέχρι του οποίου εξικνείται η εγγυητική ευθύνη των ως άνω εναγομένων και, περαιτέρω, να κριθεί το ποσό, στο οποίο έπρεπε να περιορισθεί η έναντι αυτών αγωγική αξίωση και, για τον λόγο αυτό το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς, απέρριψε την ένσταση αυτή των εναγόμενων ως αόριστη.

Τώρα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι ως άνω εκκαλούσες υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα, απ’ αυτές, ένσταση περί μειωμένης εγγυητικής ευθύνης τους, αναφορικά με την ένδικη οφειλή, εξικνουμένης μέχρι την αξία του επί της οδού ... στον Πειραιά κειμένου ακινήτου τους, της οποίας την (αντικειμενική) αξία προσδιορίζουν, με τον υπόψη λόγο της έφεσής τους, σε 141.139,75 ευρώ.

Προς επίρρωση της ενστάσεώς τους αυτής και για το παραδεκτό της, ως προβληθείσης, με πληρότητα, βραδέως, επικαλούνται και προσκομίζουν τα εξής έγγραφα: 1) την από 30-09-1996 κατασχετήρια επιταγή της ήδη εφεσίβλητης - ενάγουσας, 2) την από 10-10-1994, όμοια κατασχετήρια επιταγή, 3) το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-2-2010 έγγραφο που τους απέστειλε η τελευταία, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτών, στο οποίο αναφέρει ότι προκειμένου να συναινέσει στην εξάλειψη της υπέρ αυτής υποθήκη επί του επιμάχου ακινήτου τους πρέπει να της καταβάλουν ποσό ίσο, τουλάχιστον, με την αντικειμενική του αξία, και 4) φωτοτυπία εγγράφου άνευ υπογραφής του συντάκτη του (και άνευ ημερομηνίας), στο οποίο προσδιορίζεται η αντικειμενική αξία του επίμαχου ακινήτου σε 141.139,75 ευρώ.

Σύμφωνα, όμως, με τις, αμέσως, παραπάνω εκτιθέμενες νομικές σκέψεις, η ένσταση αυτή, θεωρείται ότι προτείνεται, με πληρότητα, για πρώτη φορά στην παρούσα, δευτεροβάθμια, δίκη και υπόκειται, συνεπώς, στην προαναφερθείσα απαγόρευση και πρέπει να εξετασθεί εάν συντρέχει, στην προκειμένη περίπτωση, εξαιρετική περίπτωση, από τις προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, ώστε να κριθεί το παραδεκτό της προβολής αυτής, για πρώτη φορά, στο παρόν, δευτεροβάθμιο, Δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η προβολή, το πρώτον, στο παρόν Δικαστήριο ως ορισμένης της ίδιας ένστασης των ανωτέρω εκκαλουσών δεν είναι παραδεκτή, αφού δεν έγινε επίκληση ούτε προέκυψε η συνδρομή μιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα: 1) δεν προτείνεται, η ένσταση αυτή, από εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και στήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης, αλλά από εκκαλούσες προς στήριξη της έφεσής τους και ανατροπή του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, 2) δεν γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 3) δεν επικαλέσθηκαν οι εκκαλούσες, ούτε αποδείχθηκε ότι η ένσταση αυτή προβλήθηκε, ως ανωτέρω, για πρώτη φορά, στο παρόν Δικαστήριο, από δικαιολογημένη αιτία, δοθέντος ότι όλα τα προσκομιζόμενα, ως άνω, για την έγγραφη, ως απαιτείται, απόδειξή της, έγγραφα υπήρχαν κατά την ημερομηνία συζήτησης της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (2-11-2010) και 4) δεν αποδεικνύεται η ένστασή τους, εγγράφως, αφού:

ί) στις μεν επικαλούμενες και προσκομιζόμενες κατασχετήριες εκθέσεις, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του κειμένου τους, δεν γίνεται πουθενά αναφορά της αξίας και δη της αντικειμενικής του επίμαχου ακινήτου, ϋ) η προαναφερθείσα φωτοτυπία, εντύπου προσδιορισμού αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν φέρει, ως ήδη ανεφέρθη, υπογραφή του συντάκτη του (ούτε ημερομηνία) δεν εμπίπτει στην, κατ’ άρθρα 432 επ.

και ιδίως 438, 441, 443 και 444 του Κ.Πολ.Δ, έννοια του δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου και, επομένως, αυτό στερείται οποιαδήποτε αποδεικτικής δύναμης και iii) το προαναφερθέν υπ’ αριθμ. πρωτ. ...-2-2010 έγγραφο προς αυτές της ήδη εφεσίβλητης ενάγουσας δεν συνιστά δικαστική ομολογία της τελευταίας, αναφορικά με το ύψος της αξίας του υπόψη ακινήτου.

Επομένως, αφού δεν συντρέχει, σύμφωνα με τα παραπάνω, καμία, από τις προαναφερθείσες νόμιμες περιπτώσεις για το παραδεκτό της βραδείας προβολής, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με ορισμένο τρόπο, της υπόψη ενστάσεως των ήδη εκκαλουσών - εναγομένων αυτή (ένσταση) κρίνεται απορριπτέα. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίον οι εκκαλούσες, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, ζητούν την παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεώς τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και παρά το ότι η ανωτέρω ένσταση των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών ήταν αόριστη, εκ τούτου ήταν ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και απορριπτέα, αφού δεν διαλαμβάνονταν σ’ αυτήν καμία περιγραφή του επιμάχου ακινήτου και κυρίως η αξία του, ώστε να μπορεί να κριθεί το ύψος του ποσού μέχρι του οποίου εξικνείται η εγγυητική ευθύνη τους (ως άνω εναγομένων εγγυητριών) και, περαιτέρω, να κριθεί το ποσό, στο οποίο έπρεπε να περιορισθεί η έναντι αυτών αγωγική αξίωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου, και συνεπώς δεν μπορούσε, κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα, να συμπληρωθεί ενώπιον του Εφετείου ώστε να καταστεί ορισμένη και περαιτέρω ερευνητέα, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως με το να διαλάβει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του περιορισμένου ή μη της εγγυητικής ευθύνης των αναιρεσειουσών, γι’ αυτό και ο σχετικός ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ειδικότερα, το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε ορισμένο τον προβληθέντα από τις αναιρεσείουσες ισχυρισμό περί περιορισμού της εγγυητικής τους ευθύνης, χωρίς όμως να δεχθεί και την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, δεν δημιουργεί αντίφαση με το γενόμενο δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία επικυρώθηκε κατά το κεφάλαιο αυτό από την εφετειακή, ότι οι αναιρεσείουσες ανέλαβαν απεριόριστα την ευθύνη για ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού καταλοίπου της ενδίκου πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται ή δεν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (ΑΠ 1...1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς τους οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, παρά τη διαπίστωση εμμέσως ασαφειών στους όρους των πρόσθετων πράξεων εγγυήσεως (όπως αμφιβολία ως προς το απεριόριστο ή περιορισμένο της εγγυητικής τους ευθύνης αλλά και ως προς τον χρόνο και τον τρόπο υπολογισμού του εγγυηθέντος από αυτές ποσού), δεν προσέφυγε στις παραπάνω διατάξεις για την ερμηνεία των συμβάσεων αυτών.

Επίσης, οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθέντα τον προβληθέντα ισχυρισμό τους περί μειωμένης εγγυητικής τους ευθύνης.

Υπό τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Και αυτό διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο ουδεμία ασάφεια ή κενό διαπίστωσε έστω και εμμέσως, ώστε να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., ενώ επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολόγησε την απόρριψη ως απαραδέκτου (λόγω της προβολής το πρώτον στο Εφετείο) του ως άνω ισχυρισμού περί περιορισμένης εγγυητικής ευθύνης των αναιρεσειουσών.

Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες, ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί βάσει ποιων στοιχείων δεν δέχεται περιορισμό της εγγυητική τους ευθύνης μέχρι την αντικειμενική αξία του ακινήτου τους , όπως και για ποιο λόγο δεν κρίθηκε επαρκώς αποδειχθείσα από τα προσκομισθέντα έγγραφα η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου κρίνονται απορριπτέα.

Εξ άλλου, δεν απαιτείται το Δικαστήριο να αναφέρει στην απόφασή του ότι δεν διαπίστωσε κενά ή αμφίβολα σημεία, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, εφόσον το πόρισμά του διατυπώνεται χωρίς ενδοιασμούς και με σαφήνεια, ότι δηλαδή δεν αποδεικνύεται εγγράφως ανάληψη της ευθύνης των αναιρεσειουσών για την καταβολή του προκύψαντος καταλοίπου μέχρι του ύψους της αντικειμενικής αξίας του ενυποθήκου ακινήτου τους.

Ακόμη ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως ειδικότερα εκτίθεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, από το γεγονός ότι ο προβληθείς στο Εφετείο από τις αναιρεσείουσες ισχυρισμός περί μειωμένης εγγυητικής τους ευθύνης είναι ορισμένος, με το γενόμενο δεκτό ότι οι αναιρεσείουσες ευθύνονται σε καταβολή του προκύψαντος καταλοίπου κατά το κλείσιμο του ένδικου ανοικτού λογαριασμού.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Επίσης δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως και τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο απορρίψεως ως απαραδέκτου του ισχυρισμού τους περί μειωμένης ευθύνης τους από τη σύμβαση εγγυήσεως, ισχυριζόμενες:

α) ότι ο προβληθείς στον πρώτο βαθμό ως άνω ισχυρισμός τους περιείχε όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτού και επομένως δεν προβλήθηκε το πρώτον απαραδέκτως στο Εφετείο, β) ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αόριστο τον ισχυρισμό αυτόν, θα μπορούσε να ζητήσει τη συμπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου (ανώτατο ποσό εγγύησης ή αντικειμενική αξία του ακινήτου των αναιρεσειουσών) , εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 227, 236 και 245 Κ.Πολ.Δ.

ή θα μπορούσε να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως ή την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων προκειμένου να συμπληρωθεί η υπάρχουσα έλλειψη, γ) ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 αρ. 3 και 269 παρ. 2 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ, για τη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ως άνω ισχυρισμού, δ) ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του Ν. 2462/1997 με την απόρριψη ως απαράδεκτου του ισχυρισμού του , λόγω αοριστίας πρωτοδίκως και ως μη αποδεικνυομένου εγγράφως στο Εφετείο , διότι έτσι περιορίζεται υπέρμετρα το δικαίωμά του προσφυγής στη δικαιοσύνη.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο), ορθά έκρινε ότι προβλήθηκε αορίστως από τις αναιρεσείουσες ο ισχυρισμός περί περιορισμένης εγγυητικής τους ευθύνης, διότι ο προσδιορισμός του ύψους του εγγυηθέντος από αυτές ποσού αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής τους, σε περίπτωση που ο ισχυρισμός αποδεικνύονταν και ουσιαστικά βάσιμος.

Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αναβάλλει τη συζήτηση της υποθέσεως, κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ, προκειμένου να καταστεί ορισμένος ο ως άνω ισχυρισμός με την συμπλήρωση στοιχείων, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για τυπική παράλειψη του διαδίκου, ούτε όμως μπορεί να στηρίξει λόγο αναιρέσεως η μη εφαρμογή του άρθρου 236 ΚΠολΔ, καθ’ όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται μεν καθήκον του δικαστή, που διευθύνει τη συζήτηση, με την υποβολή ερωτήσεων ή με άλλο τρόπο να επικουρεί τους διαδίκους ως προς τη διασάφηση ή συμπλήρωση των ισχυρισμών τους, όχι όμως μέχρι του σημείου να υποδεικνύει ο ίδιος τον τρόπο, με τον οποίο θα έπρεπε να συμπληρωθεί η αγωγή για να είναι νόμιμη, διότι τότε θα μετατρέπονταν σε διάδικο, το οποίον όμως έρχεται σε αντίθεση με την ουδέτερη θέση αυτού ως τρίτου και αμερόληπτου κριτή αλλά και με το ισχύον συζητητικό σύστημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

Επίσης, με βάση τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, περιστατικά, ορθά κρίθηκε από αυτό ότι εκπροθέσμως ασκήθηκε το πρώτον στο Εφετείο ο ανωτέρω ισχυρισμός, εφ’ όσον ουδεμία των απαιτουμένων κατά τα άρθρα 527 και 269 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέσεων συνέτρεχε. Δεν ιδρύεται δε λόγος αναιρέσεως επειδή το Δικαστήριο δεν διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ.

ή την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων κατ’ άρθρο 245 Κ.Πολ.Δ., για την συμπλήρωση του ισχυρισμού ως προς το ύψος του περιορισμένου της εγγύησης, δεδομένου ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και ως δικονομική δεν δημιουργεί αυτοτελή λόγο αναιρέσεως (ΑΠ581/1975 ΝοΒ 24.28).

Τέλος, η τήρηση από τους διαδίκους ορισμένης διαδικασίας για την προβολή και απόδειξη των ισχυρισμών τους δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α’ της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 2462/1997 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη), καθόσον δεν στερεί σ’ αυτόν (διάδικο) το δικαίωμα να ακουστεί και να υπερασπίσει τον εαυτό του προβάλλοντας τους ισχυρισμούς του.

Συνεπώς, ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο προβληθείς ισχυρισμός, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 για την παραδεκτή βραδεία προβολή του, γι’ αυτό και ο τρίτος όπως και ο τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του , εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά το οποίο οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, παραπονούνται για την μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο του προαναφερομένου ισχυρισμού τους περί μειωμένης ευθύνης τους. Και αυτό διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, ιδίως τα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες σχετικά με την αξία του ακινήτου τους συνεκτιμώντας και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτές αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα) και απάντησε απορρίπτοντάς τον.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11(γ) του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 774/1996, ...2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεώς τους οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του υπ’ αριθμ. .../1990 συμβολαίου της συμβ/φου Πειραιώς Μ. Ν., το οποίο προσήγαγαν στο Εφετείο και το επικαλέστηκαν για την απόδειξη του περιορισμένου της εγγυητικής τους ευθύνης, η οποία έφθανε μέχρι την αντικειμενική αξία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί του περιγραφομένου στο ως άνω συμβόλαιο ακινήτου τους και συγκεκριμένα μέχρι το ποσό των 141.139,75 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εφέσεως, το ως άνω συμβόλαιο οι αναιρεσείουσες το επικαλέστηκαν και το προσκόμισαν για την απόδειξη του επουσιώδους ισχυρισμού τους ότι τους ανήκει το περιγραφόμενο σ’ αυτό ακίνητο κατά ψιλή κυριότητα και όχι για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους περί περιορισμού της εγγυητικής ευθύνης τους μέχρι την αντικειμενική αξία αυτού του ακινήτου. Στις προτάσεις βέβαια ενώπιον του Εφετείου επικαλούνται το παραπάνω συμβόλαιο για τον προσδιορισμό από το Δικαστήριο της αντικειμενικής αξίας του εμπραγμάτου δικαιώματος τους με βάση την υπάρχουσα στο συμβόλαιο λεπτομερή περιγραφή του ακινήτου. Το βάρος όμως προσδιορισμού και απόδειξης του ύψους της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που, όπως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, καθόριζε και το ύψος της αναληφθείσης από αυτές ευθύνης από τη σύμβαση εγγύησης , φέρουν αυτές και όχι το Δικαστήριο.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη "θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των " "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 198/2015).

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεώς τους, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., παραπονούνται ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα του νόμω βασίμου του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου, δεν έλαβε υπόψη και το γεγονός, το οποίο αυτές επικαλέστηκαν, ότι ως εγγυήτριες και ευθυνόμενες περιορισμένως μέχρι του ποσού των 141.139,73 ευρώ πίστευαν καλόπιστα ότι η αναιρεσίβλητη θα επιδίωκε την ικανοποίηση της απαίτησής της για ποσό όχι μεγαλύτερο των 141.139,73 ευρώ και με την εκποίηση του ενυποθήκου ακινήτου τους.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Δικαστήριο είχε δεχθεί ως βάσιμο τον ισχυρισμό περί περιορισμού της εγγυητικής ευθύνης των αναιρεσειουσών, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε απορρίφθηκε ως απαραδέκτως προβληθείς το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως (ελλιπούς αιτιολογίας) όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η εφαρμογή του ως άνω αναιρετικού λόγου προϋποθέτει σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.

Εν όψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλαν ο αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν ο αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιουλίου 2014 αίτηση των Ε. συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1036/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου