Legislator Case Law & Legislation
1282/2015 AI generated

1282/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1282/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1282/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού η επικαλούμενη ως άνω διάταξη του άρθρου 106 ν. 2961/2001 δεν αναφέρεται σε απαράδεκτο που οδηγεί σε απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος, ούτε αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε.

Keywords

AI generated
aid to shipbuilding changed financial circumstances cessation of insurance benefits transitional provisions in maritime matters boat tax suspension of bankruptcy proceedings
AI generated
1624/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της .... , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3443/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 712/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουνίου 2006 αίτησή της και τους από 14 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο 2ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1466/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1676/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
842/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 5/3/2014 προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29/9/2014 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1828/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/7/2019 αίτησή του.
979/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1282 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1282/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαϊλάζη.

Της αναιρεσιβλήτης: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αυγή Νομικού, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2913/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-8-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 12-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι έκτος και έβδομος λόγοι και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το δικονομικό "απαράδεκτο", που ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ανάγεται στην εσωτερική διάρθρωση και πορεία της διαδικασίας και αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ομαλής εξελίξεως αυτής, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων που έχουν καταχθεί σε δίκη και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, συνεπάγεται δε το ανεπίτρεπτο κατά νόμο κάποιας διαδικαστικής πράξεως ή ενέργειας, ανεξαρτήτως του κύρους, της νομιμότητας ή βασιμότητας αυτής.

Το εν λόγω απαράδεκτο καθιερώνεται στον ΚΠολΔ είτε με τον όρο "απαράδεκτο", είτε με συγγενείς με αυτόν εκφράσεις, όπως "αναβάλλεται ή αναστέλλεται ή συζήτηση της υποθέσεως" (ΑΠ 329/1986). Για να ιδρυθεί δε ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικονομικό απαράδεκτο να οδηγεί σε απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος και όχι σε απαράδεκτο συζητήσεως αυτού, εκτός αν πρόκειται περί προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, οπότε ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται μόνον όταν αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση’ του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικαιώματος, όπως είναι το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) (Ολομ.

ΑΠ 12/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη με την από 18-6-2012 κλήση της γνωστοποίησε το θάνατο του αρχικού ενάγοντος Α. Π. και ότι η ίδια συνέχιζε τη δίκη ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, το Εφετείο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως, παρά το ότι αυτή δεν προσκόμισε πιστοποιητικό δηλώσεως φόρου κληρονομιάς, στην οποία να περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση, κατά παραβίαση των κανόνων του άρθρου 106 ν. 2961/2001, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση, μέχρις ότου προσκομισθεί το σχετικό πιστοποιητικό.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού η επικαλούμενη ως άνω διάταξη του άρθρου 106 ν. 2961/2001 δεν αναφέρεται σε απαράδεκτο που οδηγεί σε απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος, ούτε αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 1, 9, 14 και 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ με τις προτάσεις του αμφισβήτησε την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης στην εξακολούθηση της δίκης, καθώς και το εάν είναι η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικού ενάγοντος, το Εφετείο δεν ερεύνησε τους ισχυρισμούς του αυτούς, ούτε το αίτημά του κηρύξεως απαράδεκτης της συζήτησης της υποθέσεως για την ως άνω αιτία, αλλά με ελλιπείς αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε ότι αυτή τυγχάνει διάδοχος του αρχικού ενάγοντος και τον υποχρέωσε να της καταβάλει τα αναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ποσά.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (στο εισαγωγικό τμήμα αυτής) προκύπτει ότι η υπόθεση επαναφέρθηκε προς εκδίκαση με την από 18-6-2012 κλήση - γνωστοποίηση της Χ. Π. (ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Α. Π.), ενώ τα αυτά περίπου αναφέρονται και στο σκεπτικό αυτής, και συγκεκριμένα ότι "η έφεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 18-6-2012 κλήση της επαναλαμβανούσης τη δίκη και διαδεχθείσης στη δικονομική του θέση τον αρχικώς ενάγοντα - εφεσίβλητο, λόγω του επισυμβάντος, μετά την άσκηση της εφέσεως, θανάτου του και την εξ αυτού βίαιη διακοπή της δίκης ...".

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, εμμέσως ερεύνησε το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης και έκρινε ότι νομίμως αυτή επανέλαβε τη δίκη ως η μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικού ενάγοντος Α. Π., ενόψει άλλωστε του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε ότι υφίστανται και άλλοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι ή ότι έχει δημοσιευθεί διαθήκη του αρχικού ενάγοντος.

Συνακόλουθα τούτων, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1813 ΑΚ, που αφορούν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της πρώτης τάξεως, καλώς δεν κήρυξε απαράδεκτη την κλήση της αναιρεσίβλητης, με την οποία επανέφερε αυτή προς συζήτηση την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, και ερεύνησε την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, περιέλαβε δε για την κρίση του αυτή λιτές αλλά σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διαταγών, τις οποίες και εφάρμοσε, και κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Από το άρθρο 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δίκη που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου ενός των διαδίκων επαναλαμβάνεται εκουσίως από τους κληρονόμους του με ρητή ή σιωπηρή δήλωση χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση, και κατά συνέπεια η εκ μέρους τους κλήση για συζήτηση της εφέσεως έχει την έννοια της επαναλήψεως της δίκης (ΑΠ 866/1977).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω κλήσεως, η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος Α. Π., ζήτησε να συζητηθεί η από 2-12-2009 έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος) κατά της 2913/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και με τις προτάσεις της ζήτησε την απόρριψη της εφέσεως.

Σύμφωνα όμως με τα όσα προεκτέθηκαν, η κλήση αυτή είχε την έννοια επαναλήψεως της δίκης και κατά συνέπεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου λόγω της ερημοδικίας του, ορθώς στη συνέχεια ερεύνησε την αγωγή και αποφάνθηκε ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα και δεν συνιστούσε η ενέργειά του αυτή επιδίκαση μη αιτηθέντος εκ μέρους της καλούσας - εφεσίβλητης, ούτε περιέλαβε στο διατακτικό της αποφάσεώς του αντιφατικές διατάξεις.

Κατόπιν τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 9 και 17 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο εσφαλμένα αφενός μεν έκρινε επαρκώς ορισμένη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της αδικοπραξίας, -παρά το ότι στο δικόγραφο δεν περιέχονταν τα κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση και την ύπαρξη ζημίας στον αρχικό ενάγοντα-, αφετέρου δε τα επιμέρους κονδύλια των απωλεσθέντων εσόδων και των γενομένων εξόδων δεν επεξηγούνταν και δεν εξειδικεύονταν στην αγωγή, και έτσι υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του οικείου δικογράφου προκύπτει ότι ο αρχικός ενάγων Α. Π. εξέθετε στην επικουρική βάση της αγωγής του τα ακόλουθα: "Επικουρικά και για την απίθανη περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι δεν υπάρχει σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του πρώτου από εμάς και του αντιδίκου, ...

τότε οι ενέργειές του: 1) να μην επιτρέψει την είσοδο μας στο ναυπηγείο του, 2) να απαγορεύσει την καθέλκυση και την παραλαβή του σκάφους παρά το γεγονός ότι υπήρχε η με αριθμό 241/1998 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων νομής του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία του είχε κοινοποιηθεί και διέτασσε την απόδοση της νομής, την οποία απόφαση αγνόησε και παραβίασε επί 5 φορές με τις ματαιωθείσες ισάριθμες απόπειρες εκτελέσεώς της, συνιστούν παράνομη συμπεριφορά αντιβαίνουσα καταχρηστικά στην μεταξύ μας μισθωτική σχέση, αλλά και ποινικά κολάσιμες πράξεις και πρέπει να υποχρεωθεί να μας καταβάλει τα κονδύλια ...

της αγωγής μας (διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια δύο αλιευτικών περιόδων) ως αποζημίωση μας λόγω αδικοπραξίας ...". Ενώ στο κεφάλαιο της κυρίας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση μισθώσεως, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, παρέθετε τα κονδύλια της αποθετικής του ζημίας για την αλιευτική περίοδο Οκτώβριος 1998 - Μάιος 1999, ως ακολούθως:

Διακόσιες ημέρες αλιείας κατά τις οποίες θα αλιεύονταν ημερησίως (14 τελάρα Χ 20 κιλά) 280 κιλά ψάρια βενθικά (μπαρμπούνια, κουτσομούρες κλπ) και βαθύβια (μπακαλιάροι, σκορπίνες, φαγκριά κλπ) και συνολικά 56.000 κιλά ψάρια, αξίας 4,30 ευρώ το κιλό, δηλαδή 240.615 ευρώ, και 6.000 κιλά μαλακόστρακα (χταπόδια, σουπιές, καλαμάρια κλπ), αξίας 4 ευρώ το κιλό, δηλαδή 24.000 ευρώ, και σύνολο εισπράξεων 264.615 ευρώ και 1.467 ευρώ από διάφορα υπόλοιπα ψαριών, ενώ τα έξοδα κατά την αυτή περίοδο θα ήσαν:

καύσιμα και λιπαντικά 58.694 ευρώ, τροφοδοσία και πάγος 8.804 ευρώ, διάφορα μεταφορικά 2.934 ευρώ, κόστος εργατικών 29.347 ευρώ, έξοδα επισκευών και συντήρησης 11.738 ευρώ, έξοδα χρηματοδοτήσεων 73.367 ευρώ και αποσβέσεις σκάφους 23.477 ευρώ, και σύνολο εξόδων 208.361 ευρώ, και καθαρό κέρδος 57.721 ευρώ, το οποίο θα πραγματοποιούσε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ενόψει του είδους του σκάφους και της αλιείας σε ελληνικές θάλασσες.

Τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά αρκούσαν για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου και της υποχρεώσεώς του για αποζημίωση, κατ’ άρθρο 914 ΑΚ, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, επαρκώς δε καθορίζονται στην αγωγή τα αναμενόμενα από την εκμετάλλευση του πλοίου αυτού έσοδα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά την ένδικη αλιευτική περίοδο, όπως αυτά προϋπολογίσθηκαν από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, στα πλαίσια ελέγχου για τη χρηματοδότηση σχετικής επενδύσεως, και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο του κονδυλίου των εσόδων να παρατίθενται τα πραγματικά έσοδα, όπως αυτά προέκυψαν κατά τις επόμενες της ένδικης αλιευτικές περιόδους, όταν το εν λόγω σκάφος αλίευσε σε διάφορες ελληνικές θάλασσες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση των εξόδων του σκάφους για την επίτευξη των ως άνω εσόδων (Ολομ.

ΑΠ 22/1995). Συνακόλουθα τούτων, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την αγωγή του αρχικού ενάγοντος ως προς την επικουρική της βάση από αδικοπραξία τόσο ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης του εναγομένου προς αποζημίωση, όσο και ως προς την περιγραφή της αποθετικής ζημίας του, ορθά το νόμο ερμήνευσε και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και κατόπιν τούτου ο σχετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του.

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου, την οποία πρόβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και η οποία απορρέει από την 4386/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την αυτή ιδιότητα παρισταμένων και με την αυτή νομική και ιστορική με την κρινόμενη υπόθεση αιτία, και η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αξίωση αποζημιώσεως του αρχικού ενάγοντος για το αμέσως προηγούμενο του ένδικου χρονικό διάστημα, δηλαδή από Οκτώβριο 1997 - Μάιο 1998.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ως άνω ένσταση, με την αιτιολογία ότι οι δύο αγωγές στηρίζονταν μεν στην αυτή νομική αιτία, με διαφοροποιημένα όμως εν μέρει τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής αιτίας, τα οποία κατά την κρίση του εκδόσαντος την 4386/2010 απόφαση δικαστηρίου, αφορούσαν την εκ μέρους του εναγομένου παραβίαση του διατακτικού της υπ’ αριθμ. 241/1998 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή αφορά στη ζημία του αρχικού ενάγοντος για την αλιευτική περίοδο Οκτώβριο 1998 - Μάιο 1999, ενώ η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 4386/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφορούσε στη ζημία του ίδιου αλλά για την αλιευτική περίοδο Οκτωβρίου 1997 - Μαΐου 1998, και κατά συνέπεια δεν υπάρχει πλήρης ταυτότητα ιστορικής αιτίας, για το λόγο δε αυτό απορρίφθηκε η αγωγή εκείνη ως μη νόμιμη, λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αξιώσεως για αποζημίωση και της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος.

Πράγματι, με βάση τα εκτιθέμενα στην απόφαση εκείνη περιστατικά η αποδιδόμενη & αυτόν ζημιογόνος συμπεριφορά στηριζόταν στην παραβίαση της 241/1998 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, η οποία ωστόσο είχε εκδοθεί στις 31-8-1998, δηλαδή μετά την πρόκληση της επικαλούμενης στην πρώτη αγωγή ζημίας. Κατά συνέπεια η 4386/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δεν αποτελούσε δεδικασμένο για την ένδικη υπόθεση και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, και εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ‘ Αρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόσθηκε η διάταξη αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο ως προς το ζήτημα κατάφασης αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου (αναιρεσείοντος) δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "... Με το υπ’ αριθμ. .../24-4-1997 συμβόλαιο ... που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο ... Μ. Τ. μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, την κυριότητα του ποσοστού των 2/3 εξ αδιαιρέτου του ναυπηγείου στον εναγόμενο Γ.

Φ.. Κατά τη σύνταξη και υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου συμμετείχε και ο Γ. Δ., μισθωτής, ... του ναυπηγείου, ο οποίος συμφώνησε με τον νέο κτήτορα ... και με τον παλαιό κτήτορα να λυθεί η σύμβαση μισθώσεως, που είχε καταρτίσει με τον τελευταίο, και ταυτόχρονα απέδωσε τη χρήση του μισθίου, με αποτέλεσμα το ναυπηγείο να παραδοθεί στον εναγόμενο ελεύθερο από κάθε μισθωτική σχέση.

Ακολούθως, στις αρχές Μαΐου του αυτού έτους, ο εναγόμενος, που σχεδίαζε την εκτεταμένη ανακαίνιση του ναυπηγείου, επισκέφθηκε αυτό ... και διαπίστωσε ότι η ναυπηγική κλίνη, όπου εναυπηγείτο το πλοίο του ενάγοντος παρέμενε κατειλημμένη και επειδή ... επιδίωκε να προβεί άμεσα στις εργασίες ανακαινίσεως του ναυπηγείου, ζήτησε από τους υπομισθωτές να αποχωρήσουν από τον χώρο, όπως είχαν υποχρέωση, ενόψει του ότι μετά τη λήξη της μισθώσεως έληξε και η υπομίσθωση.

Οι υπομισθωτές ζήτησαν να παραμείνουν στη χρήση της ναυπηγικής κλίνης για χρονικό διάστημα δύο ακόμη μηνών, προκειμένου να ολοκληρώσουν, τουλάχιστον, τις ελασματουργικές εργασίες επί του πλοίου και τη σιδηρά κατασκευή. Ο εναγόμενος δέχθηκε να παράσχει την αιτηθείσα διευκόλυνση και, έτσι, μεταξύ των ενδιαφερομένων καταρτίστηκε νέα σύμβαση μισθώσεως της ένδικης θέσεως του ναυπηγείου με μηνιαίο μίσθωμα το προηγουμένως καταβαλλόμενο. ...

Μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου, η ναυπήγηση του πλοίου δεν είχε ολοκληρωθεί και οι συμμισθωτές ζήτησαν την παράταση του χρόνου της μισθώσεως με τους ίδιους όρους, όμως ο εναγόμενος, αφού προέβη σε εκτίμηση της όλης καταστάσεως και υπολόγισε την καθυστέρηση, που θα επέφερε στους σχεδιασμούς του για το ναυπηγείο η αιτούμενη παράταση, αντιπρότεινε στους παραπάνω να καταρτισθεί νέα σύμβαση μισθώσεως, με ημερήσιο μίσθωμα ποσού 20.000 δρχ. ...

για τους δύο πρώτους μήνες και 40.000 δρχ. ... για τους λοιπούς μήνες, εκτιμώντας ότι με τα ποσά αυτά θα καλυπτόταν η οικονομική ζημία, που θα υφίστατο από την καθυστέρηση στην έναρξη ανακαινίσεως του ναυπηγείου. Η αντιπρόταση αυτή του εναγομένου θεωρήθηκε υπερβολική από τους υποψήφιους συμμισθωτές, με αποτέλεσμα να μην ευοδωθούν οι σχετικές διαπραγματεύσεις για κατάρτιση νέας συμβάσεως μισθώσεως.

Έτσι, παρότι οι συμμισθωτές είχαν την υποχρέωση να αποδώσουν τη χρήση της μισθωμένης ναυπηγικής κλίνης την 1-7-1997, καθώς η ορισμένου χρόνου σύμβαση μισθώσεως είχε λήξει, χωρίς να ανανεωθεί ή να παραταθεί, δεν το έπραξαν και παρέμειναν στη χρήση του μισθίου. Ακολούθως, στις 8-8- 1997, ο εναγόμενος, προκειμένου να εξαναγκάσει τους χρήστες της ναυπηγικής κλίνης να εγκαταλείψουν το χώρο του ναυπηγείου, απαγόρευσε στα μέλη του συνεργείου του υπεργολάβου Γ.

Κ. να εισέλθουν στο χώρο του ναυπηγείου και να εκτελέσουν το ανατεθέν στον υπεργολάβο έργο συνεχίσεως της ναυπηγήσεως του πλοίου. Μετά ταύτα ακολούθησαν δικαστικές διαμάχες μεταξύ των διαδίκων και, τελικά, το πλοίο καθελκύστηκε στις 22-7-1999, συνεχίστηκε δε η κατασκευή του σε άλλο χώρο. Με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του ο εναγόμενος καθυστέρησε την πρόοδο των εργασιών της κατασκευής του ένδικου πλοίου, του οποίου η χρηματοδότηση της κατασκευής ήταν εξασφαλισμένη, λόγω της εντάξεως του έργου της ναυπηγήσεώς του σε πρόγραμμα του Υπουργείου Γεωργίας, και υπήρχε εγκεκριμένη τραπεζική χρηματοδότηση.

Αποτέλεσμα της καθυστερήσεως της ναυπηγήσεως του ένδικου πλοίου ήταν η αδυναμία του πλοιοκτήτη να χρησιμοποιήσει αυτό σύμφωνα με τον προορισμό του κατά την αλιευτική περίοδο του Οκτωβρίου 1998 - Μαΐου 1999, με περαιτέρω αποτέλεσμα, να αποστερηθεί αυτός τα καθαρά κέρδη, που θα εσόδευε από την εκμετάλλευσή του ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά ένα μέρος κατά την περί αποζημιώσεως από αδικοπραξία επικουρική βάση αυτής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Τούτο δε, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος στην οποία θεμελιώθηκε η ευθύνη του προς αποζημίωση του αρχικού ενάγοντος.

Ειδικότερα, ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι οι συμμισθωτές είχαν την υποχρέωση να αποδώσουν τη χρήση της μισθωμένης ναυπηγικής κλίνης την 1-7-1997, καθώς η ορισμένου χρόνου σύμβαση μισθώσεως είχε λήξει, χωρίς να ανανεωθεί ή να παραταθεί, αλλά, αντιθέτως, αυτοί δεν το έπραξαν και παρέμειναν στη χρήση του μισθίου, δεν περιέχει αιτιολογίες α) για ποιο λόγο και με ποια έννομη σχέση ο αρχικός ενάγων παρέμενε στη χρήση του μισθίου και μετά τη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως με τον αναιρεσείοντα, β) γιατί ο τελευταίος είχε την υποχρέωση να ανεχθεί την είσοδο του υπεργολάβου Γ.

Κ. στο ναυπηγείο του, στην άρνηση εισόδου του οποίου φαίνεται να θεμελιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση το παράνομο της συμπεριφοράς του, και γιατί η συμπεριφορά του αυτή ήταν παράνομη, γ) ποιο ήταν το αντικείμενο που είχαν οι δικαστικές διαμάχες που ακολούθησαν την άρνηση του αναιρεσείοντος να επιτρέψει την είσοδο του Γ.

Κ. στο ναυπηγείο του και ποια επίδραση είχαν αυτές στην τυχόν παράνομη συμπεριφορά του. Οι ελλιπείς δε αυτές αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης του εναγομένου προς αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Συνακόλουθα είναι βάσιμος ο από το άρθρο. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), και να αποδοθεί στον τελευταίο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, το παράβολο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 451/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ποσόν των οποίων ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Διατάσσει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Νοεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ