Legislator Case Law & Legislation
1282/2012 AI generated

1282/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1282/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1282/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, ο εναγόμενος εργοδότης, αμυνόμενος κατά της αγωγής, μπορεί να προτείνει, την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι, όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών, έστω και απλώς, αυτού ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραληφθείς στις επίμαχες προαγωγές συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγικές αυτές κρίσεις προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.

Keywords

AI generated
banking profession banking policy bankruptcy official microprudential tasks banking system central bank
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1282 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1282/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Κουτσούκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3093/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 868/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρώθηκε με το Ν. 3234/1927) προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Εσωτερικό Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του συμβατικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με τις από 22-9-1981 και 29-2-1982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου στον βαθμό του Υποδιευθυντή, που είναι ο καταληκτικός βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων της εν λόγω Τράπεζας, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά από πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον προηγούμενο βαθμό (του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου), γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα και ε) να έχει επιδείξει ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στην διάθεση αυτού και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή.

Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας της Ελλάδος τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού αυτής και θεσπίσθηκαν, για τους κρινόμενους με τον βαθμό του Λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν, εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζονται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα ασκήσεως ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών ασκήσεως αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης και στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνηθείσες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από τον εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ).

Κατάφωρα δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στην συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.

Τέλος, ο εναγόμενος εργοδότης, αμυνόμενος κατά της αγωγής, μπορεί να προτείνει, την "διακωλυτική ένσταση", δηλαδή να προβάλει ότι, όχι ο ενάγων, αλλά άλλος, υπερτερών, έστω και απλώς, αυτού ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και επίσης παραληφθείς στις επίμαχες προαγωγές συνάδελφός του, είναι ο με τις προαγωγικές αυτές κρίσεις προσβληθείς, με συνέπεια να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς άσκηση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 16-7-1974, και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, στον Λογιστικό Κλάδο.

Κατά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα και εξελίχθηκε υπηρεσιακά στην υπαλληλική ιεραρχία αυτής μέχρι τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, τον οποίο κατέχει από 1-5-2002. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Μαθηματικών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και απόφοιτος του Τμήματος Προγραμματιστών του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. (διετούς φοιτήσεως).

Γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα, κατέχων τίτλο σπουδών αυτής Lower Certificate in English του Πανεπιστημίου Cambridge, την οποία και χρησιμοποιεί στην εργασία του. Έχει παρακολουθήσει συνολικά 19 επιμορφωτικά σεμινάρια και συγκεκριμένα 9 ενδοτραπεζικά: Βασικό Πρόγραμμα Management, Σύγχρονη Διοίκηση στην Πράξη, Εφαρμοσμένη Διοίκηση Grid Scientific Methods Intersystem's, Εισαγωγή στα Παράγωγα Χρηματοπιστωτικά Προϊόντα Derivatives, Ελληνογαλλικό σεμινάριο Αυτοδιαχειριζόμενων Ταμείων, Διαχείριση Ανθρώπινων Πόρων (Μάιος 2003), Διαχείριση Ανθρώπινων Πόρων (Σεπτέμβριος 2003), Επίλυση Συγκρούσεων και Power Point και 10 εξωτραπεζικά:

Management Information Systems Control Data, PL/1 Programming (Optimizing) IBM, Linear, Nonlinear k' Dynamic Programming Control Data, Προγραμματισμός ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., VM/370 Control Monitor System - Workshop, Data Base Analysis k' Design, SQL/DS System Administration Basic IBM, Πληροφοριακά Συστήματα Διοίκησης (MIS) της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, Fundamental System Skills in 05 390 Διεθνής Έκθεση Τεχνολογίας "Hannover Messe Cebit 88". Συμμετείχε σε 34 Επιτροπές και σε 8 Ομάδες Εργασίας της εναγομένης, όπως στην Ομάδα που εκπροσώπησε την εναγομένη στη Διεθνή Σύσκεψη της Φλωρεντίας για Εκτεταμένες Τράπεζες Πληροφοριών (VΕRΥ LARGE DATA BASES) τον Νοέμβριο του 1983, στην Ετήσια Διεθνή Έκθεση Τεχνολογίας στο Αννόβερο (Ηannover Messe Cebit) τον Μάρτιο του 1988 και στο Συνέδριο της Αθήνας, με θέμα "Μεγάλα Έργα Πληροφορικής" τον Μάιο του 1995.

Δίδαξε ως εισηγητής σε δύο εκπαιδευτικά σεμινάρια της εναγομένης όλων των υπαλλήλων της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών, με θέματα "Λειτουργικό Σύστημα ΜS - DOS" και "ΜυΙtiprocessing Framework II" τον Φεβρουάριο του 1988 και βραβεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1983 με το πρώτο βραβείο (χρηματικό) της εναγομένης για τις προτάσεις του, οργανωτικού περιεχομένου, που συνέβαλαν στο έργο της βελτίωσης των διαδικασιών, οι οποίες ακολουθούνται στις εργασίες της Τράπεζας και της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της.

Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι από της προσλήψεώς του ο ενάγων υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα και συγκεκριμένα από τον Ιούλιο του 1974 στο Τμήμα Β' Εξωτερικού Συναλλάγματος, από τον Μάρτιο του 1975 στη Διεύθυνση Οργάνωσης και Προγράμματος - Τμήμα Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων, από τον Απρίλιο του 1993 στη Διεύθυνση Ταμείων, από τον Οκτώβριο του 1993 στο Τμήμα Μηχανογραφικών Εργασιών και από τον Φεβρουάριο του 1994 στη Διεύθυνση Πληροφορικής.

Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στις παραπάνω Διευθύνσεις και Τμήματα της εναγομένης άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 16-12-1986 Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Προγραμματισμού Οικονομετρικών Εφαρμογών, από 22-9-1995 Αναπληρωτή Προϊστάμενου του Τμήματος Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων, από 10-2-2000 Προϊστάμενου του Τμήματος Μηχανεπεξεργασίας και από 19-12-2006 Προϊστάμενου του Τομέα Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων, ενώ διετέλεσε Α' Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ταμείου Υγείας της εναγομένης (1997 - 1998).

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006, σύμφωνα με τις κατ' έτος συντασσόμενες εκθέσεις αξιολογήσεως, στις οποίες οι υπό κρίση υπάλληλοι αξιολογούνται για 17 επί μέρους στοιχεία, ήταν για όλα τα έτη "εξαίρετη" και στα 17 στοιχεία και από τους δύο κριτές, με επί μέρους κρίσεις ότι "έχει πολύ μεγάλη προοπτική εξέλιξης" για τα έτη 1999, 2000, 2001 και "έχει άριστες προοπτικές εξέλιξης" για τα υπόλοιπα έτη.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι με την υπ' αριθμ. 446/11-6-2003 πράξη του Διοικητή της εναγομένης, που εκδόθηκε κατά το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της, συνεστήθη γνωμοδοτική Επιτροπή προς αξιολόγηση των υπαλλήλων, που συμπλήρωναν χρόνο προς προαγωγή στον βαθμό του Υποδιευθυντή έως την 1-4-2003.

Η εν λόγω Επιτροπή, εκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων των κρινομένων, κατέταξε τον μεν ενάγοντα, μαζί με άλλους 132 υπαλλήλους, σε πίνακα κατ' αλφαβητική σειρά, διότι έκρινε ότι δεν πληρούσε σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλεπόμενα κριτήρια αξιολογήσεως, τους δε κατωτέρω αναφερόμενους συναδέλφους του, μαζί με άλλους 40, σε πίνακα προς προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή, θεωρώντας ότι οι τελευταίοι υπερείχαν του ενάγοντος ως προς την διοικητική ικανότητα, την υπηρεσιακή απόδοση και τα τυπικά προσόντα.

Στη συνέχεια, το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, μετά πρόταση του Διοικητή της, προήγαγε από 1-2-2003 (με την από 15-12-2003 απόφασή του) στον βαθμό του Υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, τους προς σύγκριση προτεινόμενους από τον ενάγοντα, με την αγωγή, συναδέλφους του 1) Ε. Κ., 2) Α. Μ. και 3) Γ. Κ., ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ο οποίος διατείνεται ότι υπερείχε καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των παραπάνω προαχθέντων ομοιόβαθμων συναδέλφων του (στη σύγκριση με τους οποίους αναφέρεται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως), οι οποίοι, όπως δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, είχαν τα ακόλουθα προσόντα: 1) Η Ε.

Κ. προσελήφθη από την εναγομένη στις 11-10-1973 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Τμήματος Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου, καθώς και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Αγγλικού Πανεπιστημίου (Master of Arts in Εuropean Employee Relations and Human Resources Management - University of Keele).

Γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα και την Γαλλική γλώσσα (είναι κάτοχος τίτλου σπουδών Superieures), με άδεια διδασκαλίας και για τις δύο γλώσσες. Έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια (La Communaute Economique Europeene, Ελληνική Στενογραφία, Συνέντευξη Επιλογής, Project Planning and Control 2001, Γαλλική Τραπεζική Τεχνική - σύγχρονα εργαλεία, Ανθρώπινο Δυναμικό σε Εξέλιξη, Βalanced Scorecard) και 5 ημερίδες και συμπόσια (3ο συμπόσιο ανθρώπινου δυναμικού, managing Thoughtfully, δημιουργώντας το ανθρώπινο δυναμικό του μέλλοντος, international negotiations, διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, συνέδριο της εταιρείας ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων).

Διετέλεσε μέλος σε Επιτροπές Προμηθειών και Γραμματέας Συμβουλίων Διεύθυνσης και Διοικητικής Υπηρεσίας. Συμμετείχε στην καταγραφή του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Κατάστασης των Υπαλλήλων. Απασχολήθηκε στις Διευθύνσεις Πιστώσεων, Διοικητικού και Οικονομικών Μελετών.

Εργάσθηκε με επιτυχία ως Προϊσταμένη του ιδιαίτερου γραφείου του πρώην Διοικητή της εναγομένης Χ. από 1982 έως 1987 και ως Προϊσταμένη του ιδιαίτερου γραφείου του Υποδιοικητή Π. Θ. από 1994 έως 2000. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος Υπηρεσιακής Εξέλιξης Προσωπικού από 9-9-1991, Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Τμήματος Διοίκησης από 6-8-1993 και Προϊσταμένης Τμήματος στο Γραφείο Μελέτης Διοικητικών Θεμάτων από 16-3-2000.

Η βαθμολογία της κατά τα έτη 2000 έως και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετη", με κρίσεις ότι "έχει άριστη προοπτική για εξέλιξη σε ανώτερα καθήκοντα". 2) Η Α. Μ. προσελήφθη στις 10-2-1972 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (Τμήμα Οικονομικών Επιστημών) και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα πολύ καλά (δεν είναι κάτοχος τίτλου σπουδών).

Έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια (Βασικών Αρχών Πληροφορικής, Αγγλικών για προχωρημένους, Βασικό Πρόγραμμα Μanagement, Συνάλλαγμα, Εφαρμοσμένη Διοίκηση GRID, Πρακτική Εφαρμογή των Δημοσίων Σχέσεων στη σύγχρονη επιχείρηση, στο Δημόσιο και τους Οργανισμούς, Τransformational Leadership in a European Context). Έχει εκπροσωπήσει την Τράπεζα στην Ομάδα Δράσης Ευρώ στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στην Επιτροπή Επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στην Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τραπεζική Ιστορία, ενώ έχει αξιοποιηθεί και σε επιτροπές της εναγομένης (προαγωγών, προμηθειών κ.λπ.).

Απασχολήθηκε στο Τμήμα Προμηθειών στη Διεύθυνση Διοικητικού και στο Τμήμα Γραμματείας και Δημοσίων Σχέσεων Διοικητικού. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 10-8-1982, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 19-12-1983, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 4-9-1990 και Προϊσταμένου Τμήματος από 23-12-1993.

Η βαθμολογία της κατά τα έτη 1999 έως και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετη", με κρίσεις ότι "έχει άριστη προοπτική για ανώτερο βαθμό" και 3) ο ! προσελήφθη στις 29-6-1974 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 14-2-1997. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων).

Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε καλό επίπεδο (δεν διαθέτει τίτλο σπουδών) και έχει παρακολουθήσει 10 επιμορφωτικά σεμινάρια (Ενημέρωσης, Bank Risk Evaluation, Management Τμήμα Γ' - ΕΛΚΕΠΑ, Έλεγχος Συστημάτων Πληροφορικής, Διοικητικής Επιμόρφωσης - Management, Management και Παραγωγικότητα, Profit Analysis and Return, Informations Systems and Security, Εφαρμοσμένη Διοίκηση GRID, σεμινάριο ΕΛΚΕΠΑ Management).

Συμμετείχε σε Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας (μελέτη ασφαλιστικού συστήματος, μελέτη θεσμικού πλαισίου ασφάλισης, μελέτη διανομής περιουσίας ταμείου ασφάλισης, καθορισμός προδιαγραφών ασφάλισης, μελέτη οικονομικής κατάστασης). Έχει αποκτήσει σημαντική εξειδίκευση σε θέματα ασφάλισης και συνταξιοδότησης και έχει συμβάλλει στη διευθέτηση σχετικών ζητημάτων, όπως στην προώθηση της αξιοπιστίας των ασφαλιστικών ταμείων της Τράπεζας.

Υπηρέτησε στις Διευθύνσεις Εργασιών Δημοσίου, Γενικής Επιθεωρήσεως Τραπεζών και Ταμείου Υγείας και στα Τμήματα σχέσεων με το δημόσιο, συντάξεων προσωπικού, ταμείων περιθάλψεως και εποπτείας λοιπών τραπεζικών ιδρυμάτων. Διετέλεσε Προϊστάμενος Υπηρεσίας Λογιστηρίου από 12-10-1982, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος από 23-7-1987, Διευθυντής στο Ταμείο Υγείας από 17-2-1992, όπου ήταν αποσπασμένος, Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος (Ταμείου Συντάξεων) από 31-12-1993 και Προϊστάμενος Τμήματος (Υ + Ταμείου Συντάξεων) από 30-12-1994.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 έως και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετη", με άριστες κρίσεις ως προς την προοπτική εξέλιξής του σε υψηλότερες θέσεις ευθύνης. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι από την σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος με εκείνα των παραπάνω προαχθέντων τριών συναδέλφων του, αντικειμενικά εκτιμώμενα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έναντι της !:

α) Υστερεί ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 9 μήνες, ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 έτη και 4 μήνες και ως προς την γνώση ξένων γλωσσών, καθόσον η προαχθείσα είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου Αγγλικής γλώσσας, μεταπτυχιακού διπλώματος Βρετανικού Πανεπιστημίου και διπλώματος Γαλλικής γλώσσας, με άδεια διδασκαλίας της Αγγλικής και της Γαλλικής γλώσσας, ενώ ο ενάγων είναι κάτοχος τίτλου σπουδών της Αγγλικής γλώσσας.

β) Είναι ισάξιοι ως προς τους τίτλους σπουδών, καθόσον, ναι μεν η προαχθείσα είναι κάτοχος δύο πανεπιστημιακών πτυχίων, ήτοι Φιλοσοφίας και Αγγλικής Φιλολογίας ως και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών Βρετανικού Πανεπιστημίου, ενώ ο ενάγων ενός πανεπιστημιακού πτυχίου, ήτοι Μαθηματικών, με πρόσθετες σπουδές διετούς φοιτήσεως, στην Πληροφορική και στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές (δίπλωμα ΕΛΚΕΠΑ), πλην όμως το πανεπιστημιακό πτυχίο της φιλοσοφίας, όντας άσχετο με το γνωστικό αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών, δεν προσδίδει καθεαυτό υπεροχή.

Επίσης είναι ισάξιοι και ως προς την βαθμολογία των ουσιαστικών προσόντων. γ) Υπερέχει ο ενάγων ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση, καθόσον αυτός παρακολούθησε 19 επιμορφωτικά σεμινάρια, που αποδεικνύουν την έφεση αυτού να επιμορφώνεται στο αντικείμενό του προς όφελος της Τράπεζας, έναντι 7 σεμιναρίων που παρακολούθησε η προαχθείσα.

δ) Υπερέχει ακόμη ο ενάγων ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον αυτός ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από 16-12-1986 σε νευραλγικές διευθύνσεις και Τμήματα του Κεντρικού Καταστήματος της εναγομένης στην Αθήνα, ενώ η προαχθείσα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊσταμένη του ιδιαίτερου γραφείου του πρώην Διοικητή της Τράπεζας Χ.

και του ιδιαίτερου γραφείου του Υποδιοικητή Π. Θ., ως Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Υπηρεσιακής Εξέλιξης Προσωπικού και του Τμήματος Διοίκησης και ως Προϊσταμένη του Τμήματος Μελέτης Διοικητικών Θεμάτων, απασχολούμενη δε αποκλειστικά με ζητήματα των ως άνω ιδιαίτερων γραφείων και των Τμημάτων Διοίκησης και Διοικητικού, δεν απέκτησε ποτέ εμπειρίες σχετικές με το κύριο αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών (που ποτέ δεν άσκησε), όπως απεναντίας έγινε με τον ενάγοντα.

ε) Υπερέχει ο ενάγων και ως προς τα πρόσθετα καθήκοντα και συγκεκριμένα ως προς την συμμετοχή σε μεγαλύτερο αριθμό επιτροπών της εναγομένης, σε ομάδες εκπροσώπησης αυτής σε συσκέψεις, συνέδρια και εκθέσεις στο Εξωτερικό και στο Εσωτερικό, ως προς την συμμετοχή του ως εκπαιδευτής σε σεμινάρια της εναγομένης για τους υπαλλήλους της, ως προς την συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου Υγείας της εναγομένης, με την ιδιότητα του Α' Αντιπροέδρου, καθώς και ως προς τις τιμητικές διακρίσεις, καθόσον τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο για την υποβολή των προτάσεων οργανωτικού περιεχομένου, συμβάλλοντας έτσι στο έργο της βελτίωσης των διαδικασιών, που ακολουθούνται στις εργασίες της Τράπεζας και της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της, ενώ η προαχθείσα δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε τέτοια πρόσθετα καθήκοντα.

Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων υπερείχε καταδήλως έναντι της ως άνω προαχθείσας συναδέλφου του !, διότι η υπεροχή αυτού ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την επαγγελματική επιμόρφωση και τα πρόσθετα καθήκοντα αντισταθμίζει πλήρως την υπεροχή της προαχθείσας ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, η οποία αρχαιότητα (υπηρεσιακή και βαθμολογική) άλλωστε, από μόνη της δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προαγωγής στον βαθμό του Υποδιευθυντή, και ως προς την γνώση ξένων γλωσσών και ότι ως εκ τούτου η προαγωγή εκείνης αντί του ενάγοντος στον βαθμό του Υποδιευθυντή αντίκειται στην καλή πίστη.

Έναντι της Α.Μ.: α) Υστερεί ο ενάγων ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 μήνες και ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 έτη και 4 μήνες. β) Είναι ισάξιοι ως προς την βαθμολογία των ουσιαστικών προσόντων. γ) Υπερέχει ο ενάγων ως προς τους τίτλους σπουδών, καθόσον είναι κάτοχος ενός πανεπιστημιακού πτυχίου, όπως και η προαχθείσα, επιπλέον, όμως, έχει κάνει πρόσθετες σπουδές, διετούς φοιτήσεως, στην Πληροφορική και στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές (δίπλωμα ΕΛΚΕΠΑ), επίσης υπερέχει ο ενάγων και ως προς την γνώση ξένης γλώσσας, καθόσον αυτός γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, κατέχων δίπλωμα Lower Certificate in English του Πανεπιστημίου Cambridge, ενώ η προαχθείσα γνωρίζει σε καλό επίπεδο την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να διαθέτει κάποιο τίτλο σπουδών αυτής.

δ) Υπερέχει ο ενάγων και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από 16-12-1986 ως Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Προγραμματισμού Οικονομετρικών Εφαρμογών και κατά το κρίσιμο διάστημα ήταν Προϊστάμενος του Τμήματος Μηχανεπεξεργασίας, ενώ η προαχθείσα άσκησε κατά κανόνα υπεύθυνα καθήκοντα στο Τμήμα Γραμματείας της Διεύθυνσης Διοικητικού, του οποίου ήταν και Προϊσταμένη, ως απασχολούμενη δε αποκλειστικά με ζητήματα του εν λόγω Τμήματος, δεν απέκτησε ποτέ εμπειρίες σχετικές με το κύριο αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών (που ποτέ δεν άσκησε), όπως απεναντίας έγινε με τον ενάγοντα.

ε) Υπερέχει ακόμη και ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση, καθόσον αυτός παρακολούθησε 19 επιμορφωτικά σεμινάρια, έναντι 7 σεμιναρίων που παρακολούθησε η προαχθείσα και στ) υπερέχει ο ενάγων και ως προς τα προαναφερόμενα πρόσθετα καθήκοντα που άσκησε, ενώ η προαχθείσα δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε τέτοια πρόσθετα καθήκοντα.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων υπερείχε καταδήλως έναντι της ως άνω προαχθείσας συναδέλφου του Α. Μ., διότι η υπεροχή αυτού ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων‚ την επαγγελματική επιμόρφωση, την πιστοποιημένη γνώση ξένης γλώσσας και ως προς την άσκηση πρόσθετων καθηκόντων αντισταθμίζει πλήρως την υπεροχή της προαχθείσας ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, η οποία, άλλωστε, από μόνη της δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προαγωγής στον βαθμό του Υποδιευθυντή, με αποτέλεσμα η προαγωγή εκείνης αντί του ενάγοντος στον βαθμό του Υποδιευθυντή να αντίκειται στην καλή πίστη.

Έναντι του Γ. Κ.: α) Υστερεί ο ενάγων ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 17 ημέρες και ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 έτη και 4 μήνες. β) Είναι ισάξιοι ως προς την βαθμολογία των ουσιαστικών προσόντων. γ) Υπερέχει ο ενάγων ως προς τους τίτλους σπουδών, καθόσον είναι κάτοχος ενός πανεπιστημιακού πτυχίου, όπως και ο προαχθείς, επιπλέον, όμως, έχει κάνει πρόσθετες σπουδές, διετούς φοιτήσεως, στην Πληροφορική και στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές (δίπλωμα ΕΛΚΕΠΑ), επίσης υπερέχει ο ενάγων και ως προς την γνώση ξένης γλώσσας, καθόσον αυτός γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, κατέχων τον προαναφερόμενο τίτλο σπουδών, ενώ ο προαχθείς γνωρίζει σε καλό επίπεδο την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να διαθέτει κάποιο τίτλο σπουδών αυτής.

δ) Υπερέχει ο ενάγων ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση, καθόσον παρακολούθησε 19 επιμορφωτικά σεμινάρια, έναντι 10 σεμιναρίων που παρακολούθησε ο προαχθείς. ε) Υπερέχει ο ενάγων και ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον άσκησε τέτοια καθήκοντα από 16-12-1986 σε νευραλγικές Διευθύνσεις και Τμήματα του Κεντρικού Καταστήματος της εναγομένης, ενώ ο προαχθείς άσκησε μεν τέτοια καθήκοντα ενωρίτερα, από 1-10-1980, αποκτώντας, όμως, ως εκ της υπηρεσίας του, ειδίκευση μόνο στα Ασφαλιστικά Ταμεία της εναγομένης, επιβοηθούμενος στα καθήκοντά του αυτά από τον ενάγοντα, ο οποίος έκανε την ανάλυση των απαιτήσεων των Ταμείων και στη συνέχεια την δημιουργία προγραμμάτων για την αντιμετώπισή τους και στ) υπερέχει ακόμη ο ενάγων και ως προς τα προαναφερόμενα πρόσθετα καθήκοντα που άσκησε, ενώ ο προαχθείς δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε τέτοια καθήκοντα.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων υπερείχε καταδήλως έναντι του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του Γ. Κ., διότι η υπεροχή αυτού ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την επαγγελματική επιμόρφωση, την πιστοποιημένη γνώση ξένης γλώσσας και ως προς τα πρόσθετα καθήκοντα αντισταθμίζει πλήρως την υπεροχή του προαχθέντος ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, η οποία από μόνη της δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προαγωγής στον βαθμό του Υποδιευθυντή, με αποτέλεσμα η προαγωγή εκείνου αντί του ενάγοντος στον βαθμό του Υποδιευθυντή να αντίκειται στην καλή πίστη.

Έτσι, το Εφετείο κατέληξε, ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς και των τριών παραπάνω προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε η παράλειψη προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 15-12-2003, να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και καταχρηστική και ότι συνακόλουθα τα αρμόδια όργανα της εναγομένης εμπόδισαν, εναντίον της καλής πίστεως, την πλήρωση της αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η προαγωγή του ενάγοντος στον βαθμό του Υποδιευθυντή, με αποτέλεσμα η αίρεση αυτή να θεωρείται ως πληρωθείσα έκτοτε και η εναγομένη να είναι υποχρεωμένη να προαγάγει τον ενάγοντα στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-12-2003.

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι από την ως άνω παράλειψη της προαγωγής του ενάγοντος μειώθηκε η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του, καθώς και η προσωπικότητά του στον κύκλο της εργασίας του και στον κοινωνικό του περίγυρο. Αφού δε έλαβε τούτο (Εφετείο) υπόψη του το είδος της προσβολής του ενάγοντος, την διάρκειά της, τον βαθμό υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης, τα οποία δεν ενήργησαν με ορθή κρίση, στα όρια της νόμιμης άσκησης κάθε δικαιώματος, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση και θέση του ενάγοντος, έκρινε ακολούθως ότι ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση αυτής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επικύρωσε‚ με απόρριψη των σχετικών λόγων της εφέσεως της εναγομένης, την πρωτόδικη απόφαση (3093/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 207 του ΑΚ, ούτε εκείνες των άρθρων 57, 59 και 299 του ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές και πλήρες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κατάδηλης υπεροχής του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου έναντι των παραπάνω προαχθέντων τριών συναδέλφων του (Ε.

Κ., Α. Μ. και Γ. Κ.) ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού για την προαγωγή του από 1-12-2003 στον βαθμό του Υποδιευθυντή αντί εκείνων. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, ενιαίως διατυπούμενοι, καθώς και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τον πίνακα αξιολογήσεως των κρινόμενων υπαλλήλων, που είχε συνταχθεί για τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις από την αρμόδια Γνωμοδοτική Επιτροπή της αναιρεσείουσας Τράπεζας.

Από την περιεχόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τον ανωτέρω πίνακα, τον οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και κατά το ερευνώμενο εδώ μέρος τους. Περαιτέρω το Εφετείο, εξετάζοντας την διακωλυτική ένσταση της εναγομένης - αναιρεσείουσας Τράπεζας, σύμφωνα με την οποία, κατά τις επίδικες προαγωγικές κρίσεις της 15-12-2003 παραλείφθηκαν τέσσερις (4) ακόμη ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος, ήτοι οι Γ.

Κ., Ι. Τ., Α. Ζ. και Σ. Ν., οι οποίοι υπερτερούσαν, έστω και απλώς, του ενάγοντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και θα είχαν προαχθεί αυτοί αντί εκείνου, δέχθηκε τα ακόλουθα: 1) Ο Γ. Κ. προσλήφθηκε στις 19-7-1976 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997. Είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών.

Δεν προκύπτει πιστοποιημένη γνώση ξένης γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια (Βασικές Χρηματοδοτικές Έννοιες, Αγορές Χρήματος - Κεφαλαίων, Σύγχρονες Τραπεζικές Εργασίες, Ηγεσία - Ομάδες, Υποκίνηση, Αρχές Πληροφορικής και Εφαρμοσμένη Διοίκηση GRID). Έχει απασχοληθεί στο Τμήμα Ελέγχου Εξαγωγών και στο Ταμείο Αυτασφάλισης Προσωπικού.

Ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Πιστοποιητικών Εξαγωγικής Δραστηριότητας από 7-8-1987 και Προϊστάμενου Τμήματος (Ταμείου Αυτασφάλισης του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κτηματικής) από 19-8-1992. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 έως και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετη". 2) Ο Ι. Τ. προσλήφθηκε στις 6-10-1970 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997.

Είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης) και πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Δεν προκύπτει πιστοποιημένη γνώση ξένης γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει 2 επιμορφωτικά σεμινάρια (Βασικό Πρόγραμμα Management και Management και Παραγωγικότητα).

Από της προσλήψεώς του υπηρέτησε στο Υποκατάστημα της εναγομένης στα Ιωάννινα. Ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 25-10-1983 στο Υποκατάστημα Ιωαννίνων και Διευθυντή Υποκαταστήματος από 20-6-1997. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 έως και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετη". 3) Ο Α. Ζ. προσλήφθηκε στις 17-9-1971 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1997.

Είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών (του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης) και πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Δεν προκύπτει πιστοποιημένη γνώση ξένης γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει 1 επιμορφωτικό σεμινάριο (Τεχνικές Συλλογής και Ανάλυσης Στατιστικών Στοιχείων).

Ανέλαβε καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 9-3-1995 στο Υποκατάστημα Μυτιλήνης, Υποδιευθυντή Υποκαταστήματος Μυτιλήνης από τον Αύγουστο του 1995 και Διευθυντή Υποκαταστήματος Ρόδου από 26-3-2001. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 έως και 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετη" και 4) ο Σ. Ν. προσλήφθηκε στις 21-8-1972 και προήχθη στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου από 1-1-1998, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως.

Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής και γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα σε καλό επίπεδο. Έχει παρακολουθήσει 6 επιμορφωτικά σεμινάρια (World Congress Labour Law, Γρήγορο Διάβασμα - Μνήμη, Εφαρμοσμένη Διοίκηση, Σεμινάρια Ενημερώσεως, Αγγλικά Intermed Part 2, Αγγλικά Advanced). Υπηρέτησε στο Τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών και άσκησε καθήκοντα Προϊστάμενου Τμήματος από 4-3-1993 στο Ίδρυμα Εκτύπωσης Τραπεζογραμματίων και Αξιών/Μονάδα Ποιοτικού Ελέγχου.

Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1999 έως και 2002 ήταν για το έτος 1999 σε 13 στοιχεία "εξαίρετη" και σε 4 στοιχεία "πολύ καλή", για το έτος 2000 σε 15 στοιχεία "εξαίρετη" και σε 2 στοιχεία "πολύ καλή" και για τα επόμενα έτη 2001, 2002 ήταν και στα 17 στοιχεία "εξαίρετη". Από την συγκριτική αντιπαράθεση - συνεχίζει το Εφετείο - των προαναφερομένων προσόντων (τυπικών και ουσιαστικών) του ενάγοντος με εκείνα των αντιπροτεινομένων από την εναγομένη προς σύγκριση με αυτόν, επίσης παραλειφθέντων κατά τις επίμαχες προαγωγές συναδέλφων του, προκύπτει ότι:

Ο ενάγων υπερέχει του Γ. Κ. ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 2 έτη περίπου και υστερεί, ως προς την ίδια αρχαιότητα, έναντι του Ι. Τ. κατά 4 έτη, έναντι του Α. Ζ. κατά 3 έτη και έναντι του Σ. Ν. κατά 2 έτη, ενώ υστερεί όλων ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα κατά 5 περίπου έτη έναντι των τριών πρώτων και κατά 4 περίπου έτη έναντι του τέταρτου αυτών.

Υστερεί επίσης ο ενάγων έναντι του Γ. Κ., του Ι. Τ. και του Α. Ζ. ως προς τους τίτλους σπουδών, καθόσον σι συγκρινόμενοι είναι κάτοχοί δύο πανεπιστημιακών πτυχίων (το πτυχίο της Παιδαγωγικής Ακαδημίας που κατέχουν επί πλέον οι δεύτερος και τρίτος αυτών, όντας άσχετο με το γνωστικό αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών, δεν προσδίδει καθεαυτό υπεροχή), ενώ ο ενάγων ενός (το δίπλωμα του ΕΛΚΕΠΑ που κατέχει δεν συνιστά πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών), υπερτερεί όμως ο ενάγων, ως προς τους τίτλους σπουδών, έναντι του Σ.

Ν., καθόσον και οι δύο είναι κάτοχοι ενός πανεπιστημιακού πτυχίου, πλην όμως ο ενάγων έχει κάνει πρόσθετες σπουδές, διετούς φοιτήσεως, στην Πληροφορική και στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές (δίπλωμα ΕΛΚΕΠΑ). Υπερέχει όλων ο ενάγων ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθόσον αυτός ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από προγενέστερο χρόνο (16-12-1986), σε νευραλγικές Διευθύνσεις και Τμήματα του Κεντρικού Καταστήματος της εναγομένης στην Αθήνα, ενώ οι αντιπροτεινόμενοι προς σύγκριση από την εναγομένη άσκησαν υπεύθυνα καθήκοντα, ο Γ.

Κ. από 7-8-1987, ο Ι. Τ. ενωρίτερα μεν του ενάγοντος (25-10-1983), αλλά σε περιφερειακό Υποκατάστημα της εναγομένης (Ιωαννίνων), ο Α. Ζ. πολύ αργότερα (9-3- 1995) και σε περιφερειακά Υποκαταστήματα της εναγομένης (Μυτιλήνης και Ρόδου) και ο Σ. Ν. επίσης πολύ αργότερα (4-3-1993) από τον ενάγοντα. Υπερέχει ακόμη ο ενάγων έναντι όλων των παραπάνω συναδέλφων του και ως προς την γνώση ξένης γλώσσας, καθόσον είναι ο μόνος που διαθέτει τίτλο σπουδών ξένης γλώσσας (Αγγλικής), κατέχων δίπλωμα Lower Certificate in English του Πανεπιστημίου Cambridge, ενώ οι συγκρινόμενοι δεν διαθέτουν τίτλο σπουδών, από τον οποίο να προκύπτει ότι γνωρίζουν κάποια ξένη γλώσσα.

Υπερέχει έναντι όλων ο ενάγων και ως προς την επαγγελματική επιμόρφωση, καθόσον έχει παρακολουθήσει 19 επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ ο Γ. Κ. έχει παρακολουθήσει 7, ο Ι. Τ. έχει παρακολουθήσει 2, ο Α. Ζ. έχει παρακολουθήσει 1 και ο Σ. Ν. έχει παρακολουθήσει 6 σεμινάρια. Υπερέχει ο ενάγων και ως προς τα προαναφερόμενα πρόσθετα καθήκοντα που άσκησε, ενώ οι συγκρινόμενοι δεν αποδείχθηκε ότι άσκησαν τέτοια πρόσθετα καθήκοντα.

Είναι δε ισοδύναμος με τους Γ. Κ., Ι. Τ. και Α. Ζ. ως προς την βαθμολογία των ουσιαστικών προσόντων, καθόσον τόσον ο ενάγων όσο και εκείνοι έχουν λάβει, κατά τα έτη 1999 έως και 2002, εξαίρετες κρίσεις σε όλα τα βαθμολογούμενα στοιχεία, ενώ υπερέχει ο ενάγων έναντι του Σ. Ν., καθόσον η βαθμολογία του τελευταίου κατά τα έτη 1999 και 2000 δεν ήταν "εξαίρετη" σε όλα τα στοιχεία.

Μετά από αυτά το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι η υπεροχή των προς σύγκριση αντιπροτεινομένων από την εναγομένη τεσσάρων ως άνω υπαλλήλων της ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και η υπεροχή των Ι. Τ., Α. Ζ. και Σ. Ν. ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, η οποία αρχαιότητα (υπηρεσιακή και βαθμολογική), σε περίπτωση κρίσεων για προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή όπως στην εξεταζόμενη περίπτωση, δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προαγωγής στον βαθμό του Υποδιευθυντή, καθώς και η υπεροχή των Γ.

Κ., Ι. Τ. και Α. Ζ. ως προς τους τίτλους σπουδών, αντισταθμίζεται με την υπεροχή του ενάγοντος ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, στοιχείο από το οποίο προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό η εν γένει ουσιαστική καταλληλότητα του κρινόμενου υπαλλήλου, ως προς την γνώση ξένης γλώσσας, ως προς την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων και ως προς την άσκηση πρόσθετων καθηκόντων, έτσι ώστε, με βάση τα δεδομένα αυτά και μετά από συνολική συνεκτίμηση των προσόντων κάθε συγκρινόμενου υπαλλήλου, ανάλογα με την βαρύτητά τους, δεν αποδεικνύεται απλή έστω υπεροχή των αντιπροτεινομένων προς σύγκριση από την εναγομένη έναντι του ενάγοντος και ως εκ τούτου δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως του ενάγοντος και της πρόκρισης των ως άνω συναδέλφων του Ε.

Κ., Α. Μ. και Γ. Κ., έναντι των οποίων αυτός, κατά τα προεκτεθέντα, υπερείχε καταφανώς. Κατ' ακολουθία δε των ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την σχετική διακωλυτική ένσταση της εναγομένης - αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες), τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων όσων εκτέθηκαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2011 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 868/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ