Supreme Court partially allows appeal regarding employer delay damages and benefit offset under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute involving multiple plaintiffs and the ELGA insurance organization. The court found the second ground of appeal inadmissible for lack of proper procedural presentation but rejected the first ground based on the employer's delay in providing services. Consequently, the judgment was annulled only for the first plaintiff, the case remitted for retrial, and costs awarded to the insurance organization.
Legislator headnote
AI generatedArt. 656 para. b Civil Code; Art. 559 para. 1 Code of Civil Procedure: An employer's delay entitles them to deduct benefits gained by the employee from unpaid wages, provided a causal link exists, while procedural grounds for appeal must be properly raised at the appellate level.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1282 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1282/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2, κατοίκου ..., 3)Χ3., κατοίκου ..., 4)Χ4, 5)Χ5 και 6)Χ6, κατοίκων ...., 7)Χ7, 8)Χ8, κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιρένε Σόλτερμαν, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), ο οποίος εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Κουτσάφτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 66/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 8167/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2006 αίτησή τους καθώς και με τους από 9-4-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 29-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τους ο δεύτερος πρόσθετος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 656 εδάφ. β` ΑΚ, ο υπερήμερος εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Από την διάταξη αυτή, προκύπτει ότι εκπεστέα από το μισθό είναι η ωφέλεια την οποία αποκόμισε ο εργαζόμενος με την χρησιμοποίηση του ελευθέρου χρόνου που του απέμεινε από την απόκρουση των υπηρεσιών του εκ μέρους του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή τον κανόνα δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή , σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό.
Λόγος που δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέος, ως αόριστος. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι γεωπόνοι, πτυχιούχοι της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής. Αυτοί, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 12 του Ν. 1790/1988 (ΦΕΚ 134/20-6-1988 τεύχος Α'), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 31 παρ. 6 του Ν. 2040/1992 (ΦΕΚ 70/23-4-1992 τεύχος Α'), προσλαμβάνονταν από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), περιοδικά, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προς παροχή των υπηρεσιών τους ως γεωπόνων για την αντιμετώπιση εξαιρετικών αναγκών του εναγομένου, και συγκεκριμένα για τη διενέργεια εκτιμήσεων των αγροτικών ζημιών της φυτικής παραγωγής, που κάλυπτε ασφαλιστικά αυτό, και τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης.
Ειδικότερα οι ενάγοντες προσέφεραν τις ανωτέρω υπηρεσίες τους, υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο του εναγομένου, δυνάμει των εν λόγω περιοδικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα και για τον καθένα από αυτούς η αρχική σύμβαση καταρτίσθηκε μετά την 1-11-1988 και συγκεκριμένα της 1ης Χ1 στις 26-4-1993, της 2ης Χ2 στις 6-5-1993, της 3ης Χ3 στις 2-12-1994, της 4ης Χ4 στις 13-12-1994, της 5ης Χ5 στις 18-4-1994, του 6ου Χ6 στις 6-12-1993, του 7ου Χ7 το Δεκέμβριο του 1993 και της 8ης Χ8 στις 26-9-1992, η δε τελευταία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του καθενός καταρτίσθηκε πριν από την 21-12-1994, ημέρα ενάρξεως της ισχύος του Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου, και όλοι υπηρετούσαν στο τελευταίο κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος αυτού, υπό την έννοια ότι υπήρχε ενεργή σύμβαση εργασίας μεταξύ τους.
Έτσι συνέτρεχαν στο πρόσωπο των εναγόντων οι δύο σωρευτικά απαιτούμενες προϋποθέσεις για να ενταχθούν , στο τακτικό προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 5 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού του ΕΛ.Γ.Α...
Συνεπώς, οι ενάγοντες από 21-12-1994 δικαιούνταν να ενταχθούν σε οργανική θέση στον κλάδο ΠΕ-1 Γεωπόνων και στην οικεία βαθμολογική κλίμακα. Τελικά εντάχθηκαν με την 91/20-10-1999 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, αναδρομικά από την 21-12-1994, σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΠΕ-1 Γεωπόνων, στον 7° βαθμό. Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (των ετών 1996 - 1999 για τους έξι πρώτους και 1995 για τους άλλους δύο), το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας τους ως τακτικών υπαλλήλων, την οποία του προσέφεραν προσηκόντως και πραγματικά.
Συνεπώς, δικαιούνται αποδοχές υπερημερίας, δηλαδή αυτές που θα ελάμβαναν ως τακτικοί υπάλληλοι, στον οικείο εκάστοτε βαθμό, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις οποίες όμως πρέπει να αφαιρεθούν, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου, τα ποσά που ωφελήθηκαν εξαιτίας της υπερημερίας του τελευταίου (άρθρο 656 εδ.
β' ΑΚ), δηλαδή οι αποδοχές από την παροχή της εργασίας τους αλλού (εκτός ΕΛ.Γ.Α.), καθώς και οι αποδοχές που έλαβαν κατά το διάστημα αυτό, εργαζόμενοι στο εναγόμενο ως έκτακτοι, μαζί με τα έξοδα κινήσεως και την αποζημίωση για μετακινήσεις τους εκτός έδρας προς διενέργεια πραγματογνωμοσυνών των ζημιών από φυσικούς κινδύνους της φυτικής παραγωγής, ενώ δεν δικαιούνται αποζημίωση για εκτός έδρας απασχόληση, δηλαδή ημερήσια αποζημίωση για κάθε διανυκτέρευση εκτός έδρας και αποζημίωση για τις διενεργούμενες εκτός έδρας εκτιμήσεις των αγροτικών ζημιών από φυσικούς κινδύνους της φυτικής παραγωγής (εκτιμητικά), διότι αυτά δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και δεν αποδεικνύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ότι οι ενάγοντες, εάν είχαν ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, θα ορίζονταν αρμοδίως και θα τους αναθέτονταν η εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι , οι ενάγοντες δικαιούνται τις αναφερόμενες στην απόφαση διαφορές αποδοχών (εκτός από τον 7ο ενάγοντα, Χ7, για τον οποίο κρίθηκε ότι δεν προέκυψε οφειλόμενη διαφορά αποδοχών). Ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και την αντέφεση των εναγόντων [πλην του 7ου), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς τον έβδομο των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη ενώ την δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο από τότε που κατέστη απαιτητό.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, από το άρθρ. 559. αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλουν ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' Α.Κ., διότι η έκπτωση της ωφέλειας έγινε αντίθετα με την διάταξη αυτή , αφού δέχεται ότι από τις αποδοχές που θα ελάμβαναν ως τακτικοί υπάλληλοι στον οικείο εκάστοτε βαθμό, στον οποίo περιλαμβάνει μόνο τον μηνιαίο μισθό, θα πρέπει να αφαιρεθούν, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του αντιδίκου τους , οι αποδοχές που έλαβαν εργαζόμενοι ως έκτακτοι μαζί με την αποζημίωση για μετακινήσεις τους εκτός έδρας προς διενέργεια πραγματογνωμοσυνών των ζημιών.
Δηλαδή στην ωφέλεια που αφαιρεί το Εφετείο, πέραν του μηνιαίου μισθού περιλαμβάνει και τις αποδοχές για την εκτός έδρας απασχόλησή τους ως εκτάκτων, ενώ, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, η έκπτωση της ωφέλειας αυτής είναι αντίθετη προς την πιο άνω διάταξη, διότι αφορά ποσά που αυτοί έλαβαν απασχολούμενοι σε εργασία διαφορετική, βαρύτερη και κοπιαστικότερη από την κανονική.
Με το περιεχόμενο αυτό ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι οι πάσης φύσεως αμοιβές που ελάμβαναν οι αναιρεσείοντες (μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές για την εκτός έδρας εργασία τους, ως εκτάκτων, προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης), αποτελούν την ωφέλεια αυτών από τη ματαίωση της εργασίας τους ως τακτικών υπαλλήλων, την οποία ο εργοδότης αναιρεσίβλητος είχε το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό τους, ενώ, εξάλλου, το Εφετείο δεν δέχθηκε, με τις πιο πάνω παραδοχές του, ότι οι αποδοχές των αναιρεσειόντων, ως εκτάκτων υπαλλήλων, ήταν για εργασία διαφορετική ή κοπιαστικότερη σε σχέση με την συνήθη εργασία των μονίμων υπαλλήλων, αλλά, αντιθέτως, ότι και η εργασία αυτή ήταν μεταξύ των καθηκόντων τους ως γεωπόνων.
Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από τις αιτιολογίες αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 3 Α.Ν. 539, 2 του Ν. 1082/80, σύμφωνα με τις οποίες ως τακτικές αποδοχές νοούνται όχι μόνο ο μισθός, αλλά και κάθε άλλη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, υπό την προϋπόθεση ότι δίδεται σταθερώς και μονίμως ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, και συνεπώς οι εκτός έδρας αποδοχές τους για την παρεχόμενη εργασία των εκτιμήσεων, που ήταν και το αντικείμενο της απασχόλησής τους, είχαν τον χαρακτήρα μισθού, αφού καταβάλλονται σταθερώς και μονίμως, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Eφετείο με την επάλληλη αιτιολογία του, κατά την οποία " δεν αποδεικνύεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ότι οι ενάγοντες, εάν είχαν ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, θα ορίζονταν αρμοδίως και θα τους αναθέτονταν η εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα", δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι οι αναιρεσείοντες δεν θα ελάμβαναν, ως τακτικοί υπάλληλοι την εν λόγω αμοιβή.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις ότι ο αναιρεσίβλητος την εκτός έδρας αυτή εργασία θα την ανέθετε σ' αυτούς οπωσδήποτε διότι οι εκτιμήσεις των ζημιών αποτελούν αντικείμενο της εργασίας τους και συνεπώς οι εκτός έδρας αποζημιώσεις θα καταβάλλονταν σταθερώς και μονίμως, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν στην πραγματικότητα την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών περιστατικών.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται, πλην άλλων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζονται οι αντιφατικές παραδοχές της, ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον αρ. 19 του 559 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν ότι το Εφετείο κρίνοντας κατά τον πιο πάνω τρόπο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του υπολογισμού της ωφέλειας που πρέπει να αφαιρεθεί , κατά την προταθείσα από το άρθρο 656β ΑΚ ένσταση του αναιρεσιβλήτου, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι κρίνει συλλήβδην για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ενιαία, χωρίς να διακρίνει τα χρονικά διαστήματα που αυτοί εργάζονταν ως έκτακτοι από τα διαστήματα που δεν εργάζονταν, με αποτέλεσμα να καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα και για τις δύο περιπτώσεις, κατά τις οποίες δέχεται ως αποδειχθέντα διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και στα ποσά που έπρεπε να αφαιρεθούν ως ωφέλεια αναφέρει μόνο κατ' έτος τα ληφθέντα, χωρίς να διαχωρίζει πόσα αντιστοιχούν στον μηνιαίο μισθό και πόσα στα εκτιμητικά και στην ημερήσια αποζημίωση.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, με το λόγο αυτό αναίρεσης, (αλλά και με τον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου), ότι ενώ το Εφετείο δέχεται, ως προς την πρώτη εξ αυτών, Χ1, ότι έπρεπε να λάβει, ως μόνιμη, για μισθούς το έτος 1996 συνολικά το ποσό των 3.411.895 και έλαβε το ποσό των 2.141.878 δραχ. και το έτος 1999 έπρεπε να λάβει το ποσό των 4.618.278 δραχμών και έλαβε το ποσό 506.735 δραχμών και συνεπώς προκύπτει διαφορά ποσού 1.270.017 δραχ.
για το έτος 1996 και ποσού 4.111.543 για το έτος 1999 και συνολικά διαφορά 5.381.560 δραχ. που αντιστοιχούν σε 15.793,28 ευρώ, το Εφετείο αθροίζοντας τα καταβληθέντα ποσά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δικαιούται για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 2.606.946 δραχ. τα οποία αντιστοιχούν σε 7.650,61 ευρώ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το εξεταζόμενο μέρος του, είναι σαφής και ορισμένος, μόνο ως προς την αναιρεσείουσα Χ1, αφού μόνο ως προς αυτή εξειδικεύονται οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις και προσδιορίζονται οι κρίσιμες παραδοχές και τα σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του υπολογισμού της ωφέλειας που πρέπει να αφαιρεθεί, κατά την προταθείσα από το άρθρο 656β ΑΚ ένσταση του αναιρεσιβλήτου.
Εξάλλου δεν ενέχει αντίφαση η παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες εργασθήκαν ορισμένα χρονικά διαστήματα ως εκτιμητές στον ΕΛ.Γ.Α., κατά το χρόνο που απασχολήθηκαν ως έκτακτοι υπάλληλοι αυτού, με την παραδοχή ότι αυτοί δεν θα προσέφεραν την αυτή εργασία ως μόνιμοι, ούτε απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς τον προσδιορισμό της ωφέλειας των αναιρεσειόντων η εξειδίκευση των ποσών που αντιστοιχούν στον μηνιαίο μισθό , στα εκτιμητικά και στην ημερήσια αποζημίωση.
Επομένως το Εφετείο δεν διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τον έβδομο αναιρεσείοντα (Χ7), ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, αφού κρίθηκε ότι ουδέν δικαιούται μετά την αφαίρεση του ποσού που έλαβε, ως έκτακτος υπάλληλος, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η ημερήσια αποζημίωση και τα εκτιμητικά από το ποσό που δικαιούται ως μόνιμος υπάλληλος, χωρίς να υπολογιστεί η ημερήσια αποζημίωση και τα εκτιμητικά, αφού κρίθηκε ανελέγκτως ότι το αναιρεσίβλητο δεν θα ανέθετε στον αναιρεσείοντα αυτόν, με την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου, την εργασία του εκτιμητή και, επομένως, είναι αβάσιμος ο (δεύτερος) πρόσθετος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος αυτό, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και από τη μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων είναι και η ομολογία. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Και τούτο γιατί, ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέσθηκε και να το αποδεικνύει, προσκομίζοντας τις προτάσεις του.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη, από το Δικαστήριο, που δίκασε, ομολογίας του αναιρεσιβλήτου ο οποίος, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, "με τις προτάσεις του ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας ομολογεί ότι οι εκτιμήσεις στις διάφορες περιοχές της χώρας γίνονται από τους γεωπόνους του ΕΛ.Γ.Α.
και εάν δεν επαρκούν προσλαμβάνουν από άλλους φορείς καθώς και εκτάκτους και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα μας απασχόλησε διάφορα χρονικά διαστήματα τον καθένα τα οποία προσδιορίζει στους επισυναπτόμενους στις προτάσεις του πίνακες", χωρίς να αναφέρεται αν έγινε από τους αναιρεσείοντες επίκληση της ομολογίας αυτής, πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως αναφέρουν, συμπληρώνουν τον πιο πάνω τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, προβάλλουν ότι, δεδομένου ότι η αναδρομική μονιμοποίησή τους έγινε στον Κλάδο ΠΕ1-Γεωπόνων, η απασχόλησή τους στο έργο των εκτιμήσεων "είναι αναμφισβήτητη" για τους αναφερόμενους στο δικόγραφό τους λόγους και, επομένως, "δεχόμενη ή αναιρεσιβαλλομένη ότι δεν αποδείχθηκε ότι θα προσφέραμε το έργο του εκτιμητή ως μόνιμοι .....
σημαίνει ότι δέχεται ότι προσληφθήκαμε για να μην προσφέρουμε έργο στον ΕΛ.Γ.Α..." . Οι αιτιάσεις όμως αυτές δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, άρα και κάθε μία από τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ. περισσότερες αιτήσεις.
Εξάλλου, "αδίκαστη" μένει μία αίτηση, όταν το δικαστήριο, καίτοι υπεχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αυτής, δηλαδή να την δεχθεί ή την απορρίψει. Η ίδρυση έτσι του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου.
Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο, από τη πιο πάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν δίκασε επί του αιτήματος της αγωγής "της αποζημίωσης λόγω μη χορηγηθείσης κανονικής άδειας". Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας και των δικογράφων των διαδίκων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ουδέν διέλαβε επί του πιο πάνω αιτήματος και, επομένως, αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά.
Εφόσον δε οι ήδη αναιρεσείοντες δεν πρόσβαλλαν στο Εφετείο την σιωπηρή αυτή απόρριψη του αιτήματός τους, θεωρείται ότι αυτό κρίθηκε τελεσιδίκως. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης ερευνά την αγωγή των αναιρεσειόντων (535 παρ.1, 536 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού η γενική αυτή έρευνα (κατά τις μη εξετασθείσες βάσεις κλπ), αφορά μόνο τα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια της αγωγής, αφού μόνο ως προς αυτά θεωρείται ότι εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση.
Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν άφησε "αδίκαστη" αίτηση των αναιρεσειόντων. "Πράγματα", που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι και οι παραδεκτώς προτεινόμενοι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης .
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, επομένως και το λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη και έκρινε βάσιμο τον ισχυρισμό του αντιδίκου τους για αφαίρεση των ποσών που ωφεληθήκαν από την παροχή της εργασίας τους στον ΕΛ.Γ.Α.
κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ενώ αυτός δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον, όπως αναφέρουν, "η αναφορά του αντιδίκου στο περιεχόμενο των πρωτοδικών προτάσεων και η ενσωμάτωσή τους στις προτάσεις του Εφετείου χωρίς στο κύριο σώμα των ενώπιον του Εφετείου υποβληθεισών προτάσεων να επανυποβάλλεται ο φερόμενος ως προταθείς περί έκπτωσης της ωφέλειας κατ' άρθρ 656 εδ.
β ΑΚ πρωτοδίκως ισχυρισμός, δεν συνιστά επαναφορά παραδεκτή κατ' άρθρ. 240 Κ.Πολ.Δικ". Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το αναιρεσίβλητο επανέφερε απαραδέκτως στο Εφετείο την κατ' 656 εδ.β ΑΚ πρωτοδίκως προταθείσα ένστασή του, ενώ , όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το αναιρεσίβλητο με το πρώτο λόγο του δικογράφου της εφέσεώς του είχε προβάλει, πλην άλλων, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων επιδίκασε στους ενάγοντες- αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα στην απόφασή του ποσά, ενώ έπρεπε, μετ'αφαίρεση των ποσών που αυτοί ωφελήθηκαν από την εργασία τους στο ΕΛ.Γ.Α., όπως αναλυτικά επικαλέστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, να επιδικασθούν τα ποσά που αναφέρει στην έφεσή του.
Το ορισμένο και παραδεκτώς προταθέντα αυτόν λόγον εφέσεως, έλαβε υπόψη του το Εφετείο, τον οποίο και δέχθηκε και κατ' ουσία, χωρίς να υποπέσει στην αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια. Σημειώνεται ότι το σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος εφέσεως, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται, αρκεί να προβάλλεται ότι εξαιτίας τους σφάλματος αυτού το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού μετά από καθολική επανεκτίμηση της υποθέσεως.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Χ1, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττώμενοι διάδικοι στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της (άρθρ. 176, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8167/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Χ1.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της πιο πάνω αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, την από 20-6-2006 αίτηση (αρ. καταθ.878/23-6-2006) και τους από 9-4-2010 προσθέτους λόγους για αναίρεση της 8167/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αμέσως πιο πάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ