Supreme Court allows appeal against appellate court decision due to failure to consider ex parte evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Larissa Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the appellate court failed to properly evaluate ex parte evidence submitted to prove the defendant's sole liability for an accident and his prior occupation as a farmer. The court found that while the lower court acknowledged the evidence, it did not explicitly consider the defendant's ex parte confession regarding the accident's cause in its reasoning. Consequently, the court ruled that the second and third grounds for appeal were valid and remanded the case for retrial before a newly constituted panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to cassation if the appellate court fails to consider or properly evaluate evidence submitted by a party, particularly ex parte documents, which are essential for forming its conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1282 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1282/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου ο οποίος ανακάλεσε την από 19/2/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)...., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Σοφίας Γκότζη και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ AEΓΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης γερμανικής Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG", που εδρεύει στην Νυρεμβέργη Γερμανίας, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 634/2003 μη οριστική και 571/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/4/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 25/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και β) την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 73 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει μετά το θανατό του, σύμφωνα με το άρθρο 35 ΑΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Πολ.Δ απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία έχει διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση χαρακτηριζόμενη ως ανυπόστατη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις, εάν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώνει όμως στη συνέχεια, εάν μεν ο θάνατος του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, τηρουμένων και των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων κι εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ μέχρι της νόμιμης επανάληψης αυτής διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.
Η διακοπή της δίκης δηλαδή δεν επέρχεται αυτομάτως μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του λόγου αυτού της διακοπής της δίκης. Επομένως, εάν η αγωγή εγερθεί κατά υπαρκτού προσώπου ως εναγομένου και μετά την άσκηση αυτής επακολουθήσει θάνατος του διαδίκου, χωρίς όμως ο θάνατος να γνωστοποιηθεί στον αντίδικό του, σύμφωνα με το άρθρο 287 παρ. 1 εδ.
α' Κ.Πολ.Δ, δηλαδή είτε με επίδοση σχετικού δικογράφου προς τον αντίδικό του, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο είτε και εκτός αυτού κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από τον δικαιούμενο γι' αυτό, τότε η δίκη, εφόσον δεν πρόκειται για υπόθεση απολύτως προσωποπαγή (λ.χ διαζύγιο), αλλά για έννομη σχέση δεκτική καθολικής διαδοχής, δεν διακόπτεται, αλλά συνεχίζεται ανεπίληπτα κατά του αποβιώσαντος στο όνομα του οποίου εκδίδεται η απόφαση και στη θέση του οποίου υπεισέρχονται αυτοδικαίως οι δεσμευόμενοι κατ' άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ.
από το δεδικασμένο καθολικοί διάδοχοί του. Τέλος, κατά το άρθρο 558 εδ. α' Κ.Πολ.Δ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, στην και στην περίπτωση θανάτου διαδίκου, κατά των καθολικών διαδόχων ή κληροδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς δηλαδή να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους), οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου, να προηγήθηκε της ασκήσεως της αναιρέσεως και ο αναιρεσείων κατά την άσκηση αυτής να γνώριζε το γεγονός αυτό. (ΑΠ 65/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 30-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του ... απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων..., ... και της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "DEUTSE UNIVERSA", ως αντιδίκων του κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, ο μεν πρώτος αναιρεσίβλητος ....
παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Γκότζη, η δε τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα δεν εμφανίστηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα ο δεύτερος αναιρεσίβλητος .....
Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 7-1-2001 (βλ. σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου....), ήτοι μετά την άσκηση από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα κατ' αυτού της από 23-4-1999 αγωγής και πριν η συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Παρά ταύτα, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου ο εν λόγω εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Γεώργιο Φιλίππου και Γεώργιο Δημαρά. Έτσι, εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν η υπ' αριθ. 148/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η προαναφερθείσα αγωγή.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις τόσο από τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) όσο και από τους εναγομένους (αναιρεσιβλήτους) μεταξύ των οποίων είναι και ο αποβιώσας. Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάστηκαν ενώπιον του Εφετείου Λάρισας το οποίο, λόγω της εκκρεμούς ποινικής δίκης, ανέβαλε κατ' άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ τη συζήτηση της υποθέσεως.
Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων (ενάγων) με την από 9-2-2004 κλήση του, την οποία απηύθυνε και κατά του ως άνω αποβιώσαντος, επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά τις αντίθετες εφέσεις και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την από 23-4-1999 αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους (και ήδη αναιρεσίβλητους) να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 26.491, 56 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη αναίρεση, την οποία απηύθυνε κατά των αντιδίκων του στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως κατά την επίδοση αντιγράφου της αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο γνωστοποιήθηκε στην αρμόδια δικαστική επιμελήτρια ότι δεύτερος αναιρεσίβλητος ...
έχει αποβιώσει. (βλ. σχετική βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων ...). Κατόπιν τούτου, ο αναιρεσείων επέδωσε με θυροκόλληση νομότυπα και εμπρόθεσμα στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντος δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ήτοι στα δύο τέκνα του ... και ... και στη σύζυγο του ... αντίγραφο της από 24-3-2008 κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, καθώς και ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, αντίγραφα δε των εγγράφων αυτών παραδόθηκαν αυθημερόν στις 23-6-2008 στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος της περιφέρειας της κατοικίας των ανωτέρω, προς τους οποίους ταχυδρομήθηκε την ίδια ημέρα σχετική έγγραφη ειδοποίηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ (βλ.
υπ' αριθ. ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... με τις συνημμένες αποδείξεις παραλαβής και βεβαιώσεις). Ενόψει ανωτέρω και δοθέντος ότι από τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους δεν προβάλλεται ισχυρισμός για γνωστοποίηση στον αναιρεσείοντα του θανάτου του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά το προ της ασκήσεως της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι ο αναιρεσείων δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, παρόλο που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής, χωρίς την παρουσία του των νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος δευτέρου αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός, ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει τούτο ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Αντιθέτως, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν μεν μνημονεύεται στην απόφαση το αποδεικτικό μέσο, πλην όμως η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της αποφάσεως υπάρχουν αμφιβολίες αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη για την απόδειξη άλλου ουσιώδους ισχυρισμού.
Εξάλλου, διαδικαστικά έγγραφα, όπως η αγωγή και οι προτάσεις, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, όταν όμως σε εκκρεμή δίκη γίνεται επίκληση διαδικαστικών εγγράφων άλλης δίκης, που προσκομίζονται προς απόδειξη κρίσιμου για την εκκρεμήδίκη πραγματικού περιστατικού ή γεγονότος που μπορείνα χρησιμεύσει ως βάση δικαστικού τεκμηρίου, τότε ταέγγραφα αυτά προσλαμβάνουν το χαρακτήρααποδεικτικών εγγράφων και η μη λήψη αυτών υπόψη απότο δικαστήριο θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο αφενός μεν έκρινε αυτόν συνυπαίτιο για το ατύχημα κατά ποσοστό 70%, αφετέρου δε απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής του, που αφορά τη ζημία που υπέστη λόγω της ανικανότητας του για εργασία και της εντεύθεν αδυναμίας του να καλλιεργήσει αυτοπροσώπως τους αγρούς του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για ν' αποδείξει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, αναφορικά με την προαναφερθείσα ζημία και την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου για το ατύχημα. Πιο συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότιεπικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο: α) την από30-11-2001 έγγραφη
δήλωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που προσκομίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας με την οποία εκείνος ανέλαβε την αποκλειστική ευθύνη και υπαιτιότητα για το ατύχημα, β) τις από 12-3-2004 έγγραφες προτάσεις των δυο πρώτων αναιρεσιβλήτων τις οποίες κατέθεσαν επί της δεύτερης από 23-4-2003 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και στις οποίες δήλωναν ρητά ότι ο πρώτος απ' αυτούς (...) έχει αναλάβει την ευθύνη του ατυχήματος ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, όπου είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί ως υπαίτιος σωματικών βλαβών από αμέλεια, πλην όμως η ασκηθείσα κατ' αυτού σχετική ποινική δίωξη έπαυσε οριστικά ύστερα από την δήλωση του αναιρεσείοντος ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη, την από γ) ...
βεβαίωση του Προέδρου του αγροτικού συνεταιρισμού..., δ) την από ... αίτηση - δήλωση του προς τη Διεύθυνση Γεωργίας Καρδίτσας και ε) έγγραφα και καταστάσεις του οργανισμού Βάμβακος, από τα οποία προέκυπτε ότι πριν το ατύχημα καλλιεργούσε ο ίδιος τους αγρούς του. Από τις με ημερομηνία 24-1-2001 έγγραφες προτάσεις και την από 2-4-2003 προσθήκη, καθώς και τις από 2-4-2003 έγγραφες προτάσεις, που κατατέθηκαν εμπροθέσμως στο Εφετείο, αντίστοιχα, στις 11-4-2003 και 3-5-2005 πριν τη συζήτηση της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι πράγματι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαπιστώνεται έλλειψη προσκομιδής των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.
Και ναι μεν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι καταχωρισμένη η γενική μνεία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τις με επιμέλεια του ενάγοντος και μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων συνταχθείσες υπ' αριθμ. ...
και ... από 19-9-2000 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Λεμονιάς Μπαλτά-Ραμούζη", δημιουργείται όμως αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία (εξώδικη ομολογία και έγγραφα), που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε για ν' αποδείξει την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου για το ατύχημα και ότι πριν το ατύχημα ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη, καλλιεργώντας ο ίδιος τους αγρούς του.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ενώ έλαβε υπόψη για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος την παύση από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας της ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ύστερα από τη σχετική δήλωση, κατ' άρθρο 315 παρ. 1 ΠΚ του αναιρεσείοντος, δεν προκύπτει ότι συνεκτίμησε την διαλαμβανομένη στην κατατεθείσα ενώπιον του από 30-11-2001 δήλωση - εξώδικη ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που προαναφέρθηκε.
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 571/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ