Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling two-year limit applies to public law claims against private entities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision regarding unpaid leave compensation for 2018. The appellant argued that the two-year limitation period was unconstitutional when applied to claims against a private company, citing equality principles. The court rejected this, holding that the specific statutory provision allowing the two-year limitation to apply to public law claims also governs similar private entities, and thus the claim was time-barred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 140 paragraph 3 of Law 4270/2014; Article 132 paragraph 6.5 of Law 4199/2013: The two-year limitation period for public law claims regarding salaries and benefits applies to employees of private companies under similar contractual arrangements, rendering such claims time-barred if filed after the period expires.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1281/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Γ. του Β., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Γιάνναρου, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιάννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-07-2022 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 295/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 703/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-09-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 10.9.2024 με αριθμ. κατάθ. 8103/782/2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 703/20.2.2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 4.9.2023 με αριθμ. κατάθ. 90810/4760/2023 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και της από 10.7.2023 με αριθμ. κατάθ. 76625/4020/2023 έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια ως άνω διαδικασία υπ' αριθμ. 295/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 26.7.2022, με αριθμ. καταθ. 77317/2113/2022 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 18.9.2024 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 20.2.2024 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπιση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων(άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 26.7.2022 με αριθμό κατάθ. 77317/2113/2022 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΕ ", ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 132 του ν. 4199/2013, και ότι απασχολείται σ' αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασής της τοποθετήθηκε σε διάφορες θέσεις εργασίας και από 21.7.2016 είναι Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Διαφάνειας και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Ότι η εργοδότριά της, προκειμένου να καλύψει τις υπηρεσιακές της ανάγκες, από το έτος 2016 έως το έτος 2021 δεν της χορηγούσε πλήρη την ετήσια άδειά της εντός του ημερολογιακού έτους που αυτή έπρεπε να χορηγηθεί, με αποτέλεσμα κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα να μην έχουν χορηγηθεί σε αυτήν οι αναφερόμενες ημέρες ετήσιας άδειας.
Ότι με τις υπ` αριθμ. ....2016 και ....2018 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης, αντίστοιχα, επετράπη η μεταφορά της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζόμενων μέσα στο επόμενο έτους εκείνου στο οποίο έπρεπε να χορηγηθεί, ενώ και με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας της του έτους 2020-2021 επιτρέπεται δυνητικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μετά από ορισμένες προϋποθέσεις η μεταφορά της ετήσιας άδειας έως την 30 Απριλίου του επόμενου έτους.
Ότι με την υπ` αριθμ. πρωτ. ....2018 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης εγκρίθηκε η χορήγηση αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας προηγούμενων ετών σε 14 εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και στην ίδια, και σε εφαρμογή αυτής η εναγόμενη της κατέβαλε στις 29.11.2018 το ποσό των 4.475,13 ευρώ και καθαρά το ποσό των 3.490,82 ως αποζημίωση για 56 ημέρες ετήσιας μη ληφθείσας άδειας παρελθόντων ετών.
Ότι, ακολούθως, με την υπ` αριθμ. πρωτ. ....2018 απόφαση, επίσης, του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης αποφασίστηκε η χορήγηση σε 10 εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και στην ίδια, "τιμητικής άδειας" για 98 ημέρες, που θα έπρεπε να χορηγηθούν έως το τέλος του έτους 2019, μετά την εξάντληση της ετήσιας κανονικής άδειας, οι οποίες αφορούσαν μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια παρελθόντων ετών.
Ότι, ενώ η ίδια προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή οχλήσεις προς την εναγόμενη για την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεών της προς αυτήν από τη μη χορήγηση της ετήσιας άδειάς της, αυτή δεν συμμορφώθηκε και εξακολουθεί να της οφείλει: α) Για προσαύξηση 100% για τις 56 ημέρες ετήσιας άδειας παρελθόντων ετών, που δεν της χορηγήθηκαν, το ποσό των 4.808,55 ευρώ.
β) Για αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας με προσαύξηση 100% για τις 98 ημέρες "τιμητικής άδειας" το ποσό των 16.714,88 ευρώ. γ) Για αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας με προσαύξηση 100% των ετών 2018, 2019, 2020 και 2021 τα ποσά των 2.320,92 ευρώ, 1.535,04 ευρώ, 2.899,52 ευρώ και 1.917,74, αντίστοιχα, ευρώ και συνολικά για τις πιο πάνω αιτίες το ποσό των 30.196,63 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε, επικαλούμενη τη σύμβαση εργασίας της, επικουρικά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και επικουρικότερα, σε περίπτωση που κριθεί ότι είναι άκυρες οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Διοίκησης της εναγόμενης περί μεταφοράς των ημερών άδειας, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού: 1) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των αποφάσεων των οργάνων της Διοίκησης της εναγόμενης, με τις οποίες μεταφέρθηκαν ημέρες ετήσιας άδειας στο επόμενο ημερολογιακό έτος, ως αντίθετες με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 1 του ν.3302/2004, σε συνδυασμό το άρθρο 7 του Π.Δ.88/1999, 2) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το πιο πάνω συνολικό ποσό των 30.196,63 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα και 3) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η υπ` αριθμ. 295/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ως προς τα κονδύλια, που αφορούσαν μη ληφθείσα άδεια παρελθόντων ετών και μη ως μη νόμιμη , όσον αφορά την χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.672,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας με προσαύξηση 100% για τα έτη 2018, 2019, 2020 και 2021.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκαν η από 4.9.2023 με αριθμ. κατάθ. 90810/4760/2023 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και η από 10.7.2023 με αριθμ. κατάθ. 76625/4020/2023 έφεσης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και επ' αυτών εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 703/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η τελευταία δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και περαιτέρω, αφού απέρριψε τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αόριστων των αγωγικών κονδυλίων των σχετικών με τη μη ληφθείσα άδεια παρελθόντων ετών και ως μη νόμιμου του αγωγικού κονδυλίου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε:
ι) εν μέρει κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση (της ενάγουσας), κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, με τον οποίο αυτή παραπονείτο, επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο άφησε αδίκαστο το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας των αποφάσεων της Διοίκησης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης , με τις οποίες επετράπη η μεταφορά ημερών της ετήσιας άδειας σε επόμενα έτη και ιι) κατ'ουσίαν την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, με το μοναδικό λόγο της οποίας αυτή παραπονείτο, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων για τα έτη 2018 και 2019, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όσον αφορά τα κεφάλαιά της για την αναγνώριση της ακυρότητας των αποφάσεων των οργάνων της διοίκησης με τις οποίες επετράπη η μεταφορά ημερών της ετήσιας άδειας σε επόμενα έτη, καθώς και για την επιδίκαση των αποδοχών άδειας με προσαύξηση 100% για τα έτη 2018 και 2019, κράτησε και δίκασε ως προς τα κεφάλαια αυτά την αγωγή, και, αφού έκρινε, ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη, όσον αφορά το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας των προαναφερόμενων αποφάσεων της Διοίκησης της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, τη δέχθηκε(αγωγή) εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά μερική παραδοχή της ένστασης της διετούς παραγραφής του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 2470/2014 για την απαίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για αποδοχές άδειας με προσαύξηση 100% του έτους 2018 και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 1.535,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο για αποδοχές άδειας με προσαύξηση 100% για το έτος 2019.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου, που νίκησε ή νικήθηκε, πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε επιμέρους λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 31/2024, 991/2022, 331/2022, 1163/2019).
Περαιτέρω δεν υφίσταται έννομο συμφέρον, όταν, με την παραδοχή της αναίρεσης δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς για τον αναιρεσείοντα συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται δηλαδή βελτίωση της θέσης του και ουδέν οφελείται (ΑΠ 594/2023, 1237/2023). Η συνδρομή του έννομου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 991/2022, 331/2022). Εφόσον δε, το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ1532/2022, 567/2022, 1136/2021).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπάγγελτα, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 868/2024,715/2024,108/2020). Για να είναι δε ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή στον μισθωτό των αποδοχών άδειας με προσαύξηση 100%, λόγω μη χορήγησης της άδειας εντός του έτους, κατά την οποία την εδικαιούτο, απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός των άλλων, ο αριθμός των ημερών άδειας κάθε έτους για την οποία αυτός υπέβαλε αίτημα προς τον εργοδότη για τη χορήγησή της και ο τελευταίος, από υπαιτιότητά του, δεν την χορήγησε (ΑΠ 1555/2024, 2042/2022).
Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής, εκτιμά κυριαρχικά το Δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο. Αν, όμως, το Δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα απ' αυτά (νομική αοριστία), ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αν δε έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 8 και 14 του ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ (ΑΠ 240/2024 497/2021, 566/2018 443/2011, 1363/2008, 119/2008).
Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, που απορρίφθηκε ως αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, και σε τί συνίσταται η αοριστία, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτή ήταν παραδεκτή, ως ορισμένη (ΑΠ 183/2024, 910/2023, 1262/2019, 1631/2009).
Εξάλλου, εάν η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ως μη νόμιμης, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που είχε επικαλεσθεί ο ενάγων, για τη θεμελίωση αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1409/2024, 1479/2021, 651/2018).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1409/2024, 321/2024, 203/2022, 57/2022, 253/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα: Με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αληθώς όμως μόνον από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι έσφαλε κατά την εκτίμηση των πραγματικών ισχυρισμών της, που αποδεικνύουν το άμεσο έννομο συμφέρον της κατά τα άρθρα 68 και 70 του ΚΠολΔ, για την αναγνώριση της ακυρότητας των αποφάσεων της Διοίκησης της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, που επέτρεπαν τη μεταφορά των ημερών της ετήσιας άδειας των εργαζομένων της στο επόμενο έτος, ως αντίθετων με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 539/1945, όπως ισχύει.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο έννομο συμφέρον με την έννοια που προαναφέρθηκε, ήτοι της πρόκλησης βλάβης, που η αναιρεσείουσα υπέστη από την απόρριψη του σχετικού αιτήματός της για την αναγνώριση της ακυρότητας των αναφερόμενων αποφάσεων της Διοίκησης ούτε άλλωστε, με την παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης επέρχεται βελτίωση της θέσης της και ουδέν ωφελείται.
Τέτοιο δε έννομο συμφέρον, ασφαλώς δεν αποτελεί η επικαλούμενη για τη θεμελίωσή του στέρηση απόλαυσης του δικαιώματος για την ετήσια άδειά της. Με τον δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αληθώς όμως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστα τα κονδύλια της αγωγής, που αφορούσαν την προσαύξηση 100% για τις 56 ημέρες μη χορηγηθείσας ετήσιας άδειας παρελθόντων ετών καθώς και την αποζημίωση με προσαύξηση 100% για μη χορήγηση των 98 ημερών "τιμητικής άδειας", ως αντιστάθμισμα μη χορηγηθείσας, ίδιων ημερών, ετήσιας άδειας παρελθόντων ετών, τα οποία διεκδικούσε επικουρικά με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και επικουρικότερα τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Ο λόγος αυτός είναι, επίσης, αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητα του δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το ακριβές περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όσον αφορά τα εν λόγω κονδύλια, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα στο δικόγραφό της, για τη θεμελίωση αυτών, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν, με την απόρριψή τους ως αόριστων, το Εφετείο υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, για τις ανάγκες ελέγχου του ως άνω λόγου αναίρεσης, τα κονδύλια αυτά ήταν πράγματι αόριστα, αφού δεν αναφερόταν, όπως για το ορισμένο αυτών απαιτείται, στο αγωγικό δικόγραφο ο αριθμός των ημερών άδειας καθενός από τα έτη κατά τα οποία αυτές, αν και ζητήθηκαν , δεν χορηγήθηκαν.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί από το ότι ο συνολικός αριθμός των μη χορηγηθεισών ημερών ετήσιας άδειας παρελθόντων ετών πιστοποιήθηκε από τις αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, όπως αβάσιμα η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται.
Με τον τρίτο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αληθώς όμως μόνον από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 914,932 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 57 του ίδιου Κώδικα και απέρριψε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής για επιδίκαση σε αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τη μη χορήγηση, με υπαιτιότητα της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, των αναφερόμενων ημερών ετήσιας άδειας.
Και ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, ενώ, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το ως άνω κονδύλιο απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμο, δεν παρατίθεται σε αυτό (αναιρετήριο) το περιεχόμενο της αγωγής, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν, όπως η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα τα είχε προτείνει με το αγωγικό δικόγραφο, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψή του ως μη νόμιμου, συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Δυνάμει του άρθρου 132 του ν. 4199/2013 (Α`216), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 του ν. 4313/2014 (Α 261) σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. Δ16γ/05/483/Γ Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Οικονομικών - Παιδείας και Θρησκευμάτων - Υγείας - Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων -Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί Διαπιστωτικής Πράξης Συγχώνευσης των εταιρειών "Δ.ΕΠ.Α.Ν.Ο.Μ.
Α.Ε.", "Θ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ. Α.Ε." και "Ο.Σ.Κ. Α.Ε." , συστάθηκε η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε." προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενου στη μελέτη, απόκτηση γης, κατασκευή, επέκταση, ανακαίνιση, επισκευή, συντήρηση και εξοπλισμό κτιριακών εγκαταστάσεων και εν γένει υποδομών δημοσίου ενδιαφέροντος.
Η νέα εταιρεία είναι εταιρεία Κοινής Ωφέλειας(ΔΕΚΟ), λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3429/2005, το μετοχικό της κεφάλαιο ενσωματώνεται σε μια (1) μετοχή κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το δε Διοικητικό της Συμβούλιο, πλην ενός μέλους, ορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών που εποπτεύουν την εταιρεία, όπως ορίζεται στον ως άνω ν. 3429/2005 περί ΔΕΚΟ και κατά τα άρθρα 5, 6 και 10 του ισχύοντος καταστατικού της.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία είναι δημόσια επιχείρηση και συγκεκριμένα ΝΠΙΔ του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (ΑΠ 6/2024, απόφαση ν.3068/2002), που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο, λόγω της ασκούμενης επ' αυτής εποπτείας, η οποία σαφώς υπερβαίνει τη συνήθη εποπτεία των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου αλλά και διότι αφενός το μετοχικό της κεφάλαιο ενσωματώνεται σε μια (1) μετοχή κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμη εταιρεία) που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, επιδιώκει κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς σύμφωνα και με το νόμο 3429/2005 (πρβλ ΑΠ 483,484/2016).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 132 παρ. 6.5 του ν. 4199/2013 "Τα κάθε είδους, φύσης και μορφής, ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια, απαλλαγές και ατέλειες του Δημοσίου, ισχύουν και υπέρ της ιδρυόμενης με το παρόν εταιρείας, με εξαίρεση το φόρο προστιθέμενης αξίας, για τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), και τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων[...]" (Η παρ.6.5 προστέθηκε με το άρθρο 76 παρ.5 ν.4313/2014, ΦΕΚ A 261/17.12.2014).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι στην εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", που αποτελεί δημόσια επιχείρηση και συγκεκεριμένα ΝΠΙΔ του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, δόθηκαν τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου, μεταξύ δε των ουσιαστικών προνομίων του Δημοσίου είναι και η προβλεπόμενη στο άρθρο 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 διετής παραγραφή των απαιτήσεων ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (πρβλ.
ΑΠ 163/2024). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 140 παρ.3 του ν. 4270/2014 αλλά και η προγενέστερη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995, με την οποία καθιερώνεται η βραχυπρόθεσμη αυτή διετής παραγραφή των ως άνω αξιώσεων κατά του Δημοσίου που είναι βραχύτερη της παραγραφής (πενταετία) που προβλέπεται από την παρ.1 του ίδιου ως άνω άρθρου 140 (για τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου), τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 136 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων και το άρθρο 250 αριθ.6 και 17 Α.Κ.
για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα (και η οποία έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές παροχές και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων), δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος και την εξ αυτού απορρέουσα αρχή της ισότητας ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρο 22 παρ.1 εδ.
β` αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, (ΑΠ 1047/2024, 379/2024) όπως δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις και η διάταξη του 132 παρ. 6.5 του ν. 4199/2013 που χορηγεί στην εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε." τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου μεταξύ των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, και την άνω διετή παραγραφή (πρβλ.
ΑΠ 163/2024).
Με τον τέταρτο και τελευταίο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αληθώς όμως μόνον από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 250 περ. 6 και 17 του ΑΚ, που θεσπίζουν πενταετή παραγραφή των απαιτήσεων των εργαζόμενων κατά του εργοδότη τους και δεν τις εφάρμοσε στην παρούσα περίπτωση, ενώ ήταν εφαρμοστέες, και περαιτέρω εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι απαιτήσεις της εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διετούς παραγραφής του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4072/2014, η οποία είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη την θεμελιούμενη στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4072/2014 ένσταση διετούς παραγραφής, όσον αφορά τις αιτούμενες αξιώσεις για το έτος 2018. Από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του, ενδιαφέροντος για την έρευνα του τέταρτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης, κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε με αυτήν ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που εργαζόταν στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχοντας τοποθετηθεί σε διάφορες θέσεις και από 21.7.2016 στη θέση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διαφάνειας και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας με προσαύξηση 100% για το έτος 2018 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 σε συνδυασμό με το άρθρο 132 παρ. 6.5 του ν. 4199/2013, το οποίο ορίζει ότι, μεταξύ άλλων τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου ισχύουν και υπέρ της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε διακοπή της διετούς παραγραφής και ότι η αγωγή ασκήθηκε στις 30-8-2022, μετά την πάροδο αυτής (διετούς παραγραφής).
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ότι δηλαδή, ως προς την ως άνω ένδικη αξίωση επιδίκασης αποδοχών αδείας έτους 2018 και της προσαύξησης 100% είχε επέλθει η διετής παραγραφή κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ότι η διετής παραγραφή των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων από διαφορές αποδοχών κ.λ.π., η οποία (διετής παραγραφή) δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1εδ.
β του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 2/2011), και ότι αυτή ισχύει και για τους εργαζόμενους στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 σε συνδυασμό με το άρθρο 132 παρ. 6.5 του ν. 4199/2013), τις οποίες ορθά εφάρμοσε.
Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.9.2024 με αριθ. καταθ. 8103/782/2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 703/20.2.2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων(1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ