Legislator Case Law & Legislation
1281/2022 AI generated

Supreme Court annuls appealable decision for failure to consider cited judicial precedents as evidence.

Case Number 1281/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision due to a procedural error in the appeal process. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific judicial precedents submitted as evidence, despite these documents being legally admissible. The court ruled that by ignoring these cited decisions while reaching a contrary substantive conclusion, the appellate court committed a procedural defect under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 571 of the Code of Civil Procedure; A court decision is annulable if it fails to take into account or consider evidence lawfully submitted and cited, particularly when such omission leads to a substantive ruling contrary to the cited materials.

Keywords

AI generated
failure to consider evidence judicial precedents procedural defect annulment of decision Code of Civil Procedure appellate review cited documents

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1281 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1281/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Κουμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39562/2009 μη οριστική, 20589/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 765/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 18-5-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 765/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από 19-8-2005 αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθετε ότι κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, του περιγραφόμενου λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια, άλλοτε αγροτεμαχίου και ήδη οικοπέδου, επιφανείας 175,22 τ.μ., την οποία αμφισβητεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενο ότι αποτελεί ανταλλάξιμο μουσουλμανικό κτήμα, το οποίο είχε περιέλθει στη κυριότητά του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 39562/2009 μη οριστική απόφαση, του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, μετά την διεξαγωγή της οποίας και την επαναφορά της υπόθεσης προς συζήτηση, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 20589/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου, απορριπτομένης της ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας.

Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε την από 15-4-2015 έφεσή του, επί της οποίας το Εφετείο εξέδωσε την υπ'αριθ. 765/2018 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την αγωγή, την οποία απέρριψε.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. (Α.Π 1199/2019).

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά την περίπτωση γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, είναι η μη λήψη υπόψη προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως είναι η δικαστική απόφαση σε άλλη δίκη, το περιεχόμενο της οποίας ενισχύει την αποδοχή ή την απόρριψη των ως άνω ισχυρισμών των διαδίκων (ΑΠ 129/2020, Α.Π 1113/2017, Α.Π 318/2012).

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής θεμελιώνεται όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα (Α.Π 54/2021, ΑΠ 970/2017, ΑΠ 318/2012, ΑΠ 1700/2011).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων Σ. Γ. του Κ. κατέχει ένα ακίνητο, έκτασης 175,22 τ.μ., το οποίο βρίσκεται επί της οδού ... του Δήμου ... και συνορεύει γύρωθεν, βόρεια σε πλευρά μέτρων γραμμικών 10,69 και 2,5 με ιδιοκτησία...., ανατολικά σε πλευρά τεθλασμένη μέτρων γραμμικών 4;06, 9,24 και 2,95 με ιδιοκτησία ....και μέτρων γραμμικών 2,47 με πάροδο Μ., νότια σε πλευρά τεθλασμένη μέτρων γραμμικών 0,84, 4,07 και 7,06 με ιδιοκτησία ....και δυτικά σε πλευρά τεθλασμένη μέτρων γραμμικών 0,77, 8,4, 1,6 και 4,9 με ιδιοκτησία.....

Την κατοχή του συγκεκριμένου ακινήτου παραχώρησε ατύπως προς τον ενάγοντα κατά το έτος 1974 ο πατέρας του, Κ. Γ., στον οποίο είχε περιέλθει το ακίνητο δυνάμει άτυπης πώλησης κατά το έτος 1960, έκτοτε δε το περιέφραξε, διαμόρφωσε λαχανόκηπο, φύτεψε δένδρα και κατασκεύασε επ' αυτού μία οικία εμβαδού 35 περίπου τ.μ., η οποία μάλιστα από το έτος 1963 είχε συνδεθεί με τα δίκτυα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, ενώ, από το έτος 1974 και εξής, ο ενάγων, ως νέος κάτοχος του εν λόγω ακινήτου επέκτεινε την ισόγεια οικία, η οποία έχει πλέον εμβαδόν 78 τ.μ.

και κατοικεί σ' αυτήν με την οικογένειά του. Παρά ταύτα, με το υπ'αριθ. .../16-09-1985 πρωτόκολλο του Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Δ.Α.Π.) Θεσσαλονίκης της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., το ανωτέρω, ήδη επίδικο, ακίνητο κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο και καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολόγιο αυτής με αριθμό Α.Κ. 9684/A, ως τμήμα ευρύτερης ανταλλάξιμης έκτασης, εμβαδού 12.540 τ.μ., η οποία φέρεται ως ανήκουσα στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι.

Χ.. Κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, το ως άνω ακίνητο μεταβίβασαν ατύπως προς τον δικαιοπάροχο πατέρα του οι Ε. Χ. Κ. Α., Κ. Θ. Π. και Γ. Δ. Μ. υιός Μ., οι οποίοι κατείχαν αυτό, δυνάμει των υπ' αριθμ…., …, … και … τουρκικών τίτλων του τουρκικού κτηματολογίου (ταπία) του μηνός Ιανουαρίου του τουρκικού έτους 1289, έχοντας δε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης αυτού, δια της καλλιέργειάς του με σιτηρά και εκμίσθωσής του προς τρίτους για τη βόσκηση των ποιμνίων τους, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι τις 20-5-1917, κατέστησαν κύριοι του ακινήτου, αρχικά, επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου, βάσει του διατάγματος 2468/1917, στη συνέχεια δε και επί του υπολοίπου 1/5, βάσει των διατάξεων των άρθρων 101 -104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, ενώ στη συνέχεια εξακολούθησαν να κατέχουν και να καλλιεργούν αυτό μέχρι και το έτος 1960.

Όπως προκύπτει από την από Ιανουάριο 2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την υπ'αριθ. 39562/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και διενεργήθηκε από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Γ. Χ., το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στην ευρύτερη έκταση που περικλείεται μεταξύ των δύο κλάδων του χειμάρρου "..." (...), γνωστή με την ονομασία "..." του Δήμου ..., εντός της τοποθεσίας "...", όπως αυτή αποτυπώνεται στον συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης Χάρτη Θεσσαλονίκης του έτους 1938 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Στη δε προπεριγραφείσα ευρύτερη έκταση το ανωτέρω ακίνητο κείται εντός των ορίων που αναφέρονται στους υπ'αριθ. …, … και … οθωμανικούς τίτλους του τουρκικού κτηματολογίου του μηνός Ιανουαρίου του τουρκικού έτους 1289, ενώ αντιθέτως ο υπ' αριθ. 81 τίτλος αφορά άλλο ακίνητο κείμενο στην τοποθεσία "...". Ωστόσο, από την πιστή μετάφραση από την τουρκική των υπ' αριθ.

Π/…Βιβλίων Πρακτικών Θεσσαλονίκης, μηνός Ιανουαρίου του τουρκικού έτους 1289 (χριστιανικού 1874), του τουρκικού αρχείου που διαφυλάσσεται στην Υπηρεσία του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, προκύπτουν τα ακόλουθα : 1) Ο τίτλος ιδιοκτησίας με αριθμό …, αφορά χειμερινή βοσκή με την ονομασία "...", στην τοποθεσία "...κ" του χωριού ... (ήδη ...) του ..., έκτασης 3.000 παλαιών στρεμμάτων, με σύνορα που αρχίζουν από το ... (...) και το δρόμο του ... (ήδη ...), από εκεί διά του λάκκου των ... (...) και δια του στενού δρόμου στο ...

και πάλι από εκεί στο δρόμο του ... και στην ... (...) και από εκεί επάνω στην στην ... (...) και από εκεί (φθάνει) πάλι στο ... (...). Ο συγκεκριμένος δε τίτλος έχει εκδοθεί, δικαιώματι εγκαταστάσεως, στο 1/8 χειμερινής βοσκής, υποκείμενης σε αντίτιμο δεκάτης και φόρου, με αντίτιμο δεκάτης 25 γρόσια, επ' ονόματι του αναγραφόμενου ως ιδιοκτήτη Ι.

Ν. Μ. γιου Χ. Χ. Μ., ενώ σημειώνεται από την Επιτροπή Μεταγραφών του Οθωμανικού Κτηματολογίου ότι οι συνημμένοι τίτλοι τοπίων ήταν επ' ονόματι του Μ. Μ., ο οποίος είχε πωλήσει το ακίνητο στον Χ. - Χ. Α., που απεβίωσε το τουρκικό έτος 1274 (1-3-1858 έως 28-2-1859) και οι γαίες του κληρονομήθηκαν, πλην όμως οι τίτλοι επ' ονόματι του Χ.

Α. που υποβλήθηκαν στο Κτηματολόγιο δεν ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ως εκ τούτου επισυνάπτονται οι εκδοθέντες έπ' ονόματι του προηγουμένου ιδιοκτήτη τίτλοι ιδιοκτησίας. 2) Ο τίτλος ιδιοκτησίας με αριθμό 82, αφορά χειμερινή βοσκή με την ονομασία "...", στην τοποθεσία "...κ" του χωριού ... (ήδη ...) του ..., έκτασης 3.000 παλαιών στρεμμάτων, με σύνορα που αρχίζουν από το ... (...) και το δρόμο του ... (ήδη ...), από εκεί διά του λάκκου των ... (...) και δια του στενού δρόμου στο ...

και πάλι από εκεί στο δρόμο του ... και στην ... (...) και από εκεί επάνω στην ... (...) και από εκεί (φθάνει) πάλι στο ... (...). Ο συγκεκριμένος δε τίτλος έχει εκδοθεί, δικαιώματι εγκαταστάσεως, στο 1/8 χειμερινής βοσκής, υποκείμενης σε αντίτιμο δεκάτης και φόρου, με αντίτιμο δεκάτης 25 γρόσια, επ' ονόματι του αναγραφόμενου ως ιδιοκτήτη εμπόρου Πρασακάκη, ενώ σημειώνεται από την Επιτροπή Μεταγραφών του Οθωμανικού Κτηματολογίου ότι α) το συγκεκριμένο ακίνητο είχε καταγραφεί επ' ονόματι του Σ.

Κ., σύμφωνα όμως με υψηλή διαταγή διαγράφηκε από το όνομά του και β)οι συνημμένοι τίτλοι ταπίων ήταν επ' ονόματι του Μ. Μ., ο οποίος είχε πωλήσει το ακίνητο στον Χ. - Χ. Α., που απεβίωσε το τουρκικό έτος 1274 (1-3-1858 έως 28-2-1859) και οι γαίες του κληρονομήθηκαν, πλην όμως οι τίτλοι επ' ονόματι του Χ. Α. που υποβλήθηκαν στο Κτηματολόγιο δεν ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ως εκ τούτου επισυνάπτονται οι εκδοθέντες επ' ονόματι του προηγούμενου ιδιοκτήτη τίτλοι ιδιοκτησίας, και 3) Ο τίτλος ιδιοκτησίας με αριθμό 84, αφορά χειμερινή βοσκή με την ονομασία "...", στην τοποθεσία "...κ" του χωριού ... (ήδη ...) του ..., έκτασης 3.000 παλαιών στρεμμάτων, με σύνορα που αρχίζουν από το ... (...) και το δρόμο του ... (ήδη ...), από εκεί διά του λάκκου των ... (...) και δια του στενού δρόμου στο ...

και πάλι από εκεί στο δρόμο του ... και στην ... (...) και από εκεί επάνω στην στην ... (...) και από εκεί (φθάνει) πάλι στο ... (...). Ο συγκεκριμένος δε τίτλος έχει εκδοθεί, δικαιώματι εγκαταστάσεως, στα 6/8 χειμερινής βοσκής, υποκείμενης σε αντίτιμο δέκατης και φόρου, με αντίτιμο δεκάτης 150 γρόσια, επ' ονόματι των αναγραφόμενων ιδιοκτητών Χ. - Σ.

Α. και Θ. Μ. και Ν. Κ. και Χ. - Σ. Θ. και Π. Χ. - Μ. και Κ. Θ.. Οι παραπάνω εγγραφές στα Βιβλία Πρακτικών της Θεσσαλονίκης, για το χωριό ... (ήδη ...) της τότε κωμόπολης Καλαμαριάς δεν αποτελούν ταπία (tapu senenedi), τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη υπό στοιχείο (V) μείζονα σκέψη, αποτελούσαν επίσημο έντυπο τίτλο, σφραγισμένο από το αυτοκρατορικό κατάστιχο με την τουγρά του Σουλτάνου, και λάμβανε ο δικαιούχος εξουσίασης στο τέλος της διαδικασίας παραχώρησης, καταγραφής ή μεταβίβασης χρήσης της άνω δημόσιας γαίας.

Δεν αποτελούν ούτε προσωρινούς τίτλους ταπίων, οι οποίοι όταν εδίδοντο από τις αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες έφεραν σχετική επισήμανση. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν εκδόθηκαν ταπία, που φέρουν την τουγρά στο όνομα των προαναφερθέντων η τυχόν δικαιοπαρόχων τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγών.

Συγκεκριμένα δε, οι ανωτέρω εγγραφές στα Βιβλία Πρακτικών της Θεσσαλονίκης, επέτρεπαν στους διοικητικούς υπαλλήλους του οθωμανικού κράτους να παρακολουθούν τους εξουσιαστές και την (καθολική ή ειδική) διαδοχή των κατόχων των τεσσαρούφ, κυρίως, για να εισπράττουν τους φόρους από αυτούς. Έτσι, οι παραπάνω εγγραφές, μετά το καθ' ημάς έτος 1874, θα μπορούσαν να θεωρηθούν δηλωτικές της εξουσίασης του βοσκοτόπου από τους προαναφερθέντες.

Για τις περιπτώσεις αυτές, ήτοι αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω εγγραφές, που έλαβαν χώρα το έτος 1874, είναι δηλωτικές της εξουσίασης από τους παραπάνω εξουσιαστές, πρέπει να λεχθούν τα εξής : Οι προαναφερθέντες εξουσιαστές, εκτός από δικαίωμα, είχαν και υποχρέωση να χρησιμοποιούν τη βοσκή κατά τον προορισμό της και να καταβάλουν το φόρο στο τουρκικό κράτος.

Έναντι δε των Οθωμανών, δικαιούχοι της χρήσης της βοσκής ήταν οι φερόμενοι εξουσιαστές - έχοντες εγγραφή και οι καθολικοί διάδοχοι αυτών, οι οποίοι ήταν και υπόχρεοι για την καταβολή των φόρων. Συνακόλουθα, εφόσον στους ανωτέρω τίτλους εκ των Βιβλίων Πρακτικών της Θεσσαλονίκης καταγράφονται ως ιδιοκτήτες δικαιώματι εγκαταστάσεώς ο Ι.

Ν. Μ.ς γιος Χ. Χ. Μ. (τίτλος υπ'αριθ. …), ό έμπορος Π. (τίτλος υπ'αριθ. …) και οι Χ. - Σ. Α., Θ. Μ., Ν. Κ., Χ. Σ. Θ., Π. Χ. - Μ. και Κ. Θ. (τίτλος υπ'αριθ. …), χωρίς οιαδήποτε αναφορά σε τυχόν περαιτέρω παραχώρηση ή μεταβίβαση της χρήσης της άνω δημόσιας γαίας (χειμερινής βοσκής), δεν αποδεικνύεται κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος η εξουσίαση της ευρύτερης έκτασης, στην οποία εμπίπτει το διεκδίκούμενο εκ μέρους του ακίνητο, από τους φερόμενους ως απώτερους δικαιοπαρόχούς του, Ε.

Χ. Α., Κ. Θ. Π. και Γ. Δ., Μ. υιός Μ.. Ως εκ τούτου οι τελευταίοι, και αληθούς υποτιθέμενου του ισχυρισμού περί καλλιέργειας ή εκμίσθωσης προς τρίτους του συγκεκριμένου ακινήτου, ενόψει του είδους και της φύσης του ως δημόσιας γαίας και δη χειμερινής βοσκής, ουδέποτε απέκτησαν χωρίς την έκδοση τίτλου (ταπίου) το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης και εντεύθεν της κυριότητας αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 και του διατάγματος της 11/12-11-1929, ούτε θα ήταν δυνατό να αποκτηθεί κατά κυριότητα το επίδικο ακίνητο με χρησικτησία από τους φερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, ενώ, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με την απελευθέρωση των νέων χωρών το 1912 περιήλθε κατά τά προεκτιθέμενα στο Ελληνικό Δημόσιο και δεν μπορούσε πλέον να καταλυθεί με κατάληψη από ιδιώτη και επιχείρηση πράξεων νομής σ' αυτό, καθόσον κατά το διάστημα μεν από 11-9- 1915 έως το 1926 ίσχυε δικαιοστάσιο, με το διάταγμα δε της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε η χρησικτησία σε βάρος των δημόσιων κτημάτων.

Εκ των προαναφερομένων δε παρέπεται ότι, ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή μη της επιγενόμενης καταχώρησης του επιδίκου ως ανταλλάξιμου κτήματος, η προηγηθείσα κατοχή του πατέρα του ενάγοντας και του ίδιου ως ειδικού διαδόχου αυτού, δεν ήταν δυνατόν να επιφέρουν την κτήση της κυριότητας του ως άνω μη επιδεχομένου χρησικτησίας ακινήτου, το οποίο ήταν και παρέμεινε υπό την κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, γενομένης δεκτής ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου (κατά το επικουρικό σκέλος αυτής με το ανωτέρω περιεχόμενο), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή,; αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και την εκτίμηση κατά τα προεκτιθέμενα των αποδείξεων και συνακόλουθα πρέπει, κατ' αποδοχή ως βάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί δε η εκκαλούμένη και αφού διακρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή".

Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ευρύτερη έκταση εντός της οποίας περιλαμβάνεται η επίδικη, αποτελούσε κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας δημόσια γαία, και δη χειμερινή βοσκή επί της οποίας, λόγω της ως άνω φύσεως της, οι φερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, Ε.

Χ. Α., Κ. Θ. Π. και Γ. Δ. Μ. υιός Μ., ουδέποτε απέκτησαν χωρίς την έκδοση τίτλου (ταπίου) το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης και εντεύθεν την κυριότητα μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών το 1912, σύμφωνα με τις διατάξεις του διατάγματος 2468/2017 και του διατάγματος 11/12-11-1929, και η οποία (επίδικη έκταση) ως δημόσια γαία περιήλθε από το τουρκικό δημόσιο στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του, και δεν καταλύθηκε με χρησικτησία ούτε από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντα ούτε από τον τελευταίο ανεξαρτήτως της εγκυρότητας ή μη της επιγενόμενης καταχώρησης του επιδίκου ως ανταλλαξίμου κτήματος.

Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν έλαβε υπόψη, τις υπ'αριθμ. 2395/2000, 722/2002, 1224/2009, 709/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την υπ'αριθμ.8646/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες προσκόμισε αυτός ως εφεσίβλητος με επίκληση με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, από τις οποίες συνάγεται, όπως διατείνεται ο ίδιος (αναιρεσείων), ο αγωγικός ισχυρισμός του, περί κτήσεως της κυριότητας της μείζονος εκτάσεως στην οποία εμπεριέχεται η επίδικη από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του, με έκτακτη χρησικτησία.

Από την επισκόπηση δε της προσβαλλόμενης απόφασης και δη από την βεβαίωση που υπάρχει σ' αυτήν ότι το Εφετείο "...έλαβε υπόψη το σύνολο των εκατέρωθεν νομίμως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα δε εξ αυτών αναφέρονται ειδικότερα ακολούθως, χωρίς όμως να παραλείπεται οιοδήποτε για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ...", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της, όπως αυτό εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις.

Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως της μη ύπαρξης κατ'αρχήν δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς διαμνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, παρά τη σοβαρότητα και αποδεκτική τους σπουδαιότητα, δεν αντικρούει το περιεχόμενο των ως άνω αποφάσεων αλλά ούτε εμμέσως αναφέρεται στο περιεχόμενο αυτών, ενόψει και της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Επομένως, το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τις ανωτέρω αποφάσεις και να μη τις συνεκτιμήσει (μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα) για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατόπιν τούτων, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω κριθέντος βασίμου λόγου της αναίρεσης, παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας των λοιπών αναιρετικών λόγων και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του, (άρθρα 176,183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 ν. 3693/57, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 765/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ