Supreme Court dismisses appeal on failure to prove force majeure for late document submission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court judgment regarding a late submission of a public document. The State argued it could not produce the document due to force majeure, but the court found the document was available at the National Printing Office. Since the document was in a public service accessible to interested parties, the State's failure to locate it did not constitute force majeure under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Civil Procedure Code; Article 573, paragraph 1; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: A party's failure to submit a document located in a public service does not constitute force majeure if the document is accessible to interested parties through normal diligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1281/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρειοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Γ. Λ., το γένος Δ. Α., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Αργυρούλα Χαραλάμπους, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 21-12-2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 29/1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ληξουρίου Κεφαλληνίας και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός καθολικός και εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής, Β. Λ. του Γ.-Γ. και Σ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-01-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Εκδόθηκε η απόφαση 57/1988 κατά της οποίας ασκήθηκε η από 9-6-1988 ανακοπή ερημοδικίας της αρχικώς εναγομένης και εκδόθηκε η παρεμπίπτουσα απόφαση 12/1989 του ιδίου Δικαστηρίου, που διέταξε τη προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Το τελευταίο άσκησε την από 23-11-1989 πρόσθετη παρέμβαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2004 μη οριστική, 53/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 555/2007 του Εφετείου Πατρών. Κατά της τελευταίας ασκήθηκε από το ήδη αναιρεσείον αίτηση αναψηλάφησης.
Εκδόθηκε η απόφαση 427/2011 του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-11-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 3-2-2021 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπανδρέου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο από 4-2-2021 αντίγραφο της υπ' αριθ. 29/1/2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Ληξουρίου, στις 21-12-2019 απεβίωσε στο …, η αναιρεσίβλητη Σ.
Λ. του Δ., η οποία, όπως προκύπτει αφενός από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της από 2-3-2013 ιδιόγραφης διαθήκης της ανωτέρω β) των υπ' αριθ. 138/2020 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου Κεφαλληνίας περί της δημοσίευσης αυτής και αφετέρου από τα υπ' αριθ. 82/2021 και 163/2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του ίδιου Δικαστηρίου περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην της ανωτέρω, διαθήκης και μη αποποίησης της κληρονομιάς από τον εγκαταστημένο με αυτήν κληρονόμο, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από τον υιό της, Β.
Λ. του Γ.-Γ.. Ο τελευταίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Αργυρούλας Χαραλάμπους, στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Με την κρινόμενη από 28-11-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 427/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε την από 28-5-2010 αίτηση αναψηλάφησης του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, που στρεφόταν κατά της 555/2007 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 551, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, "αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης".• Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου λόγου αναψηλαφήσεως πρέπει, μεταξύ των άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται σωρευτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, υπό την έννοια ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, εις τρόπον ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να είναι διαφορετική υπέρ του αιτούντος την αναψηλάφησης αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και ο αιτών να αγνοούσε την ύπαρξή του ή την κατοχή του από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά την διάρκεια της δίκης.
Ως κρίσιμο έγγραφο κατά την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, δεν θεωρείται το έγγραφο εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή εγγράφου αποδείξεως ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα δε αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, κατά τα ανωτέρω, εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την αίτηση αναψηλαφήσεως δικαστηρίου, η οποία, ως αναγομένη σε πραγματικό γεγονός δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επίσης ανωτέρα βία, η περί της οποίας κρίση, ως αορίστου νομικής έννοιας από το ουσιαστικό δίκαιο, ελέγχεται αναιρετικώς, είναι κάθε απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί, ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της υπάρξεως κρίσιμων εγγράφων, όπως στην περίπτωση κατοχής αυτών από ιδιώτη, χωρίς καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο, η οποία (άγνοια) έχει ως αναγκαία συνέπεια και την αδυναμία εγκαίρου προσκομίσεώς των στη δίκη, αλλά και όταν υπάρχει αδυναμία προσκομίσεως τούτων, επειδή την δυνατότητα αυτή έχουν βάσει νόμου που προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα, τρίτα μόνο πρόσωπα.
Δεν αποτελεί δε ανωτέρα βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο (AΠ 1169/2017, ΑΠ 830/2014).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς εκείνη του με αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της. (ΑΠ 231/2020, ΑΠ 116/2020, ΑΠ 559/2019). Τέλος, σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, δεν πλήττεται κάποια από αυτές ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς (Ολ. ΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αποβιώσασα αναιρεσίβλητη, Σ. Λ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας την από 28-1-1988 αγωγή της κατά της Κοινότητας Πάστρας Κεφαλληνίας και ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου που βρίσκεται στην Κοινότητα Πάστρας, έκτασης 440 τ.μ, και να της αποδώσει η εναγομένη το παραπάνω ακίνητο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης η υπ' αριθμ. 57/1988 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της παραπάνω απόφασης η εναγομένη Κοινότητα άσκησε στο ίδιο δικαστήριο την από 9-6-1988 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12/1989 απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή ερημοδικίας, εξαφάνισε την υπ'αριθμ. 57/1988 απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας την αγωγή, ανέβαλε την έκδοση απόφασης και διέταξε την προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με επιμέλεια της Κοινότητας Πάστρας.
Κατόπιν της ασκηθείσας προσεπίκλησης, το αναιρεσείον άσκησε την από 23-11-1989 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Κοινότητας Πάστρας, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 540 τ.μ, η οποία περιήλθε σ' αυτό κατόπιν απαλλοτρίωσης, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και την οποία παραχώρησε κατά χρήση στην Κοινότητα Πάστρας και ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 37/1990 πράξη του ίδιου δικαστηρίου, που διέταξε την διεξαγωγή αποδείξεων, μετά την διεξαγωγή των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Ακολούθως επαναφέρθηκαν για συζήτηση η αγωγή, η προσεπίκληση και η πρόσθετη παρέμβαση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 53/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν η προσεπίκληση και η πρόσθετη παρέμβαση και έγινε δεκτή η αγωγή.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων κατά της παραπάνω απόφασης, τόσο από το ήδη αναιρεσείον, όσο και από το Δήμο Ελειού-Πρόννων, που είχε υπεισέλθει, ως καθολικός διάδοχος, στη θέση της Κοινότητας Πάστρας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 555/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε τις εφέσεις και αφού απέρριψε την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, το αναιρεσείον άσκησε την από 28-5-2010 αίτηση αναψηλάφησης, ζητώντας την εξαφάνιση αυτής και την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, επικαλούμενο ότι μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής περιήλθε στην κατοχή του, ένα νέο κρίσιμο έγγραφο, ήτοι το υπ' αριθμ. 97/20-7-1957 ΦΕΚ, στο οποίο έχει δημοσιευτεί η από 12-7-1957 ειδοποίηση της γενόμενης παρακατάθεσης της αποζημίωσης και από το οποίο πλήρως αποδεικνύεται ότι συντελέστηκε η απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου και έτσι αυτό περιήλθε στην κυριότητά του και το οποίο δεν μπόρεσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία, διότι του ανωτέρω εγγράφου αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη και παρότι επανειλημμένα είχε αναζητηθεί από τις υπηρεσίες δεν είχε βρεθεί, αφού το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ως αρμόδια υπηρεσία για την παρακατάθεση της αποζημίωσης, σύμφωνα με έγγραφη απάντησή του, δεν διατηρούσε το σχετικό φάκελο, ενώ δεν βρέθηκε ούτε από τη σχετική έρευνα που έγινε στη δημοτική βιβλιοθήκη Πατρών, όπου φυλάσσονται τα σχετικά ΦΕΚ, εν τέλει δε και ένα μήνα περίπου πριν από την άσκηση της αίτησης αναψηλάφησης, μετά έρευνα πολλών ημερών, βρέθηκε η σχετική ειδοποίηση δημοσιευμένη στο παράρτημα του υπ' αριθμ. 97/20 Ιουλίου 1957 ΦΕΚ.
Το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης, δεχόμενο ειδικότερα τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση το αιτούν επικαλείται για τη θεμελίωση της υπό κρίση αίτησης αναψηλάφησης, ότι μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης περιήλθε στην κατοχή του το υπ' αριθμ. 97/207-1957 ΦΕΚ, στο οποίο είχε δημοσιευτεί η από 12-7-1957 ειδοποίηση της γενόμενης παρακατάθεσης της αποζημίωσης για την ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση, από το οποίο έγγραφο αποδεικνύεται πλήρως ότι η απαλλοτρίωση αυτή συντελέστηκε και έτσι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του, ότι το ως άνω έγγραφο, του οποίου αγνοούσε την ύπαρξη, δεν μπορούσε να το προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία, καθόσον επανειλημμένα είχε αναζητηθεί από τις υπηρεσίες και δεν είχε βρεθεί, ενώ το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ως αρμόδια υπηρεσία για την παρακατάθεση της αποζημίωσης, δεν τηρούσε σχετικό φάκελο, ότι ενόψει της συζήτησης των εφέσεων απευθύνθηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών, άλλο δεν βρέθηκαν τα σχετικά φύλλα της Εφημερίδας της Κυβέρνησης για το κρίσιμο έτος και ότι ένα μήνα περίπου πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έγινε τελευταία προσπάθεια στο Εθνικό Τυπογραφείο, οπότε βρέθηκε δημοσιευμένη στο ως άνω φύλλο η σχετική ειδοποίηση.
Υπ' αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση είναι αόριστη και επομένως απορριπτέα ως απαράδεκτη. Τούτο δε γιατί το αιτούν δεν εκθέτει στο δικόγραφο της, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, ποία ήταν η αποδεικτική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποίο ήταν το γεγονός που είχε δεχθεί ως αποδεδειγμένο και στο οποίο στηρίχθηκε είτε αμέσως είτε εμμέσως η απορριπτική των ισχυρισμών του αιτούντος απόφαση, ώστε να καθίσταται προφανές ότι αν το ως άνω έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του αιτούντος.
Περαιτέρω τα περιστατικά αυτά που επικαλέσθηκε το αιτούν προς στήριξη της αδυναμίας του για έγκαιρη προσκόμιση του ως άνω εγγράφου (πέραν του ότι αντιφατικά επικαλείται άλλοτε παντελή άγνοια της ύπαρξης του εγγράφου και άλλοτε αναζήτησή του και μη ανεύρεσή του), δεν συνιστούν την απαιτούμενη ανώτερη βία, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού τα αρμόδια όργανα του αιτούντος, καταβάλλοντας ακόμη και την επιμέλεια και προσοχή του μέσου επιμελή και συνετού ανθρώπου, θα μπορούσαν ευχερώς να ανεύρουν το ως άνω έγγραφο ώστε να προσκομιστεί εγκαίρως, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση, αυτό βρισκόταν στο Εθνικό Τυπογραφείο, ήτοι σε δημόσια υπηρεσία, στην οποία η έρευνα δημοσίων εγγράφων είναι εφικτή στους ενδιαφερομένους, μεταξύ των οποίων και το αιτούν".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, σχετικά με τα περιστατικά που επικαλέστηκε το αναιρεσείον για τη στήριξη συνδρομής περίπτωσης ανωτέρας βίας, η οποία το εμπόδισε να προσκομίσει το αναφερόμενο έγγραφο (ΦΕΚ) ενώπιον του δικαστηρίου, και απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης, κατά το παραπάνω μέρος, με επάλληλη αιτιολογία, ως απαράδεκτη, δεν παραβίασε το άρθρο 544 αρ. 7 του ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη από το αναιρεσείον αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, διότι τα περιστατικά που αυτό επικαλέστηκε για τη στήριξη της αδυναμίας του για έγκαιρη προσκόμιση του ως άνω εγγράφου δεν συνιστούν ανωτέρα βία, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Τούτο δε η διότι το έγγραφο αυτό δεν φυλασσόταν από ιδιώτη, χωρίς καταχώρηση σε δημόσιο βιβλίο, αλλά αντίθετα, βρισκόταν σε δημόσια υπηρεσία, ήτοι στο Εθνικό Τυπογραφείο, στην οποία η έρευνα δημοσίων εγγράφων από τους ενδιαφερομένους, όπως είναι και το αιτούν, είναι εφικτή, τα όργανα του οποίου, όπως εκθέτει, από δικές τους προηγηθείσες ενέργειες, δεν μπόρεσαν να βρουν εγκαίρως το ως άνω έγγραφο.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον ο λόγος αναίρεσης που αφορά την ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν τελεσφόρησε, ο ίδιος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (αοριστία της αίτησης αναψηλάφησης) είναι απορριπτέος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ως αλυσιτελής.
Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος; η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του συνεχίζοντος τη δίκη αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 427/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του συνεχίζοντος την δίκη αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ