Legislator Case Law & Legislation
1281/2020 AI generated

Supreme Court dismisses Social Security Fund's appeal, upholding lower court's rejection of lawyer's fee agreement claim.

Case Number 1281/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Social Security Fund's appeal against the First Instance Court's decision rejecting a lawyer's fee agreement claim. The Fund argued the lower court failed to consider a specific written agreement regarding fees, but the court found the agreement was invalid due to timing and legal requirements. Consequently, the appeal was rejected, and the Fund was ordered to pay the lawyer's litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577 et seq. of the Code of Civil Procedure; A second-instance court's failure to consider a party's claim does not constitute an appeal ground if the court explicitly addressed and rejected the claim based on the evidence and law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility second instance court lawyer fee agreement civil procedure code evidence evaluation litigation costs social security fund

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556 para.1, 558, 564 para.3, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para.2 of the Code of Civil Procedure
Article 92 of Law 3026/1954
Articles 5 & 6 of Law 3919/2011

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1281 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1281/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΙΚΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη ΕΦΚΑ ως οιονεί καθολικός διάδοχος, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βάϊας Λάμπρου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Σ., κατοίκου … που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 270/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 346/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29.10.2019 και αριθ. κατάθεσης 455/29.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 346/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί της από 2.10.2017 και με αριθ.

κατάθ. 136/9.10.2017 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ- ΙΚΑ" και ήδη ΕΦΚΑ ως οιονεί καθολικού διαδόχου, νόμιμα εκπροσωπούμενου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 270/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποίαν έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28.12.2016 και με αριθ.

κατάθ. 653/28.12.2016 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. Κ. του Σ., δικηγόρου … και υποχρεώθηκε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.979 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ως δικηγορική αμοιβή της με βάση τη συναφθείσα μεταξύ αυτής και του ενάγοντος σύμβαση εντολής για τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) διαδικαστικές πράξεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο : 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης, που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 150/2020, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, που είναι εννοιολογικά ταυτόσημα με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός που προτάθηκε και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αυτός θεμελιώνεται και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίστανται και από πού προκύπτουν (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 1184/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΙΚΑ" και ήδη ΕΦΚΑ, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αριθ. 1 εδ. α και 6, για τη θεμελίωση δε των λόγων αυτών, αφού παραθέτει στην αίτηση την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 92 παρ. 1, 98 παρ. 1, 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 109, 110 παρ. 1, 111 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 "Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις", 4 παρ. 12 του ν. 2873/2000, 19 παρ. 1 α.ν. 1846/1951, όπως κυρώθηκε με το ν. 2113/1952, 5 του ν. 3210/1955, 21 παρ. 9 ν. 1902/1990, 28 παρ. 4 ν. 2759/1999, 13 ν.δ. 2698/1953, 19 παρ. 1 εδ.

β ν. 2556/1997 και 23 παρ. 5 ν.δ. 282/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2873/2000 (σελ. 2, 3, 4, 5 και 6) στη συνέχεια αναφέρει κατά λέξει τα εξής : "Στην προκειμένη περίπτωση, το μονομελές πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε εσφαλμένως ότι δεν είχε καταρτιστεί μεταξύ μας έγγραφη συμφωνία, βάσει της οποίας η αναιρεσίβλητη- ενάγουσα δικηγόρος, αμειβόμενη ανά υπόθεση, εκτέλεσε κατ' εντολή μας, τις εκεί λεπτομερώς αναφερόμενες δικαστικές εργασίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από μέρους μας.

Δέχτηκε επομένως εσφαλμένως ότι για τις εργασίες αυτές δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται συνδυαστικά με την ως άνω ΚΥΑ 1117864/2297/ΑΟΟ12/7.12.2007 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και τις παραπάνω (βλ. αρ. 2) διατάξεις του Κώδικος των Δικηγόρων και όχι με βάση τη μεταξύ μας έγγραφη συμφωνία, την οποία, τόσο εμείς, όσο και η αναιρεσίβλητη επικαλεστήκαμε, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, με τη κρίση αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και με ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, υπήγαγε σ' αυτές τις ουσιαστικές του παραδοχές.". Με το περιεχόμενο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ πλημμέλειες.

Ωστόσο, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι. Και τούτο διότι : Α) ως προς την πρώτη πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την συνδέουσα την ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη δικηγόρο με το ενάγον και νυν αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου σύμβαση εντολής, τον χρόνο καταρτίσεώς της και ισχύος της, τους όρους αμοιβής της και τον τρόπο υπολογισμού της, τον χρόνο διενέργειας των διαδικαστικών πράξεων, την ημεροχρονολογία της επικαλούμενης έγγραφης συμφωνίας και τους όρους της), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, περιοριζόμενο το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

Και Β) ως προς την δεύτερη πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 2 ΚΠολΔ, περί ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ ουδόλως εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών δηλαδή ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτής και ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (ταυτόσημος του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΟλΑΠ. 25/2003, /1997, ΑΠ 449/2019, 121/2014).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο.

Περαιτέρω, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια και δη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, υπήρχε έγγραφη συμφωνία εντολής και προσδιορισμού της αμοιβής της κάτω του ύψους των νομίμων ορίων, η οποία καταρτίστηκε με την υπ' αριθ.

…/….1.1999 απόφαση- πράξη του διοικητή του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ισχυρισμό, που πρόβαλε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την παραδοχή του, ότι "....

Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι μεταξύ των διαδίκων κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 του Ν.Δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 5 &6 του Ν. 3919/2011, είχε καταρτιστεί έγκυρη έγγραφη συμφωνία με την οποία ελεύθερα είχαν συμφωνήσει διαφορετική αμοιβή για τις ανωτέρω υποθέσεις.

Η δε από 30.9.2014 έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτών αφορά τις υποθέσεις που η ενάγουσα- εφεσίβλητη θα χειριζόταν μετά την κατάρτισή της και όχι εκείνες, όπως οι επίδικες, που συντελέστηκαν πριν τις 30.9.2014...". Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2.

ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.10.2019 και αριθ. κατάθ. 455/29.10.2019 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ- ΙΚΑ" και ήδη ΕΦΚΑ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 346/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ