Legislator Case Law & Legislation
1281/2016 AI generated

1281/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1281/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1281/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί (δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και τρίτος) λόγοι της ένδικης αιτήσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη αυτής του άρθρου 309 ΠΚ, είναι αβάσιμοι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1281 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1281/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Α. του Η., κατοίκου ... (οδός ...), που παραστάθηκε εκπροσωπούμενος διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Περικλή - Νικολάου Μανιατόπουλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 17127/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 937/2015.

Αφού άκουσε

τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 1.9.2015 αίτηση αναιρέσεως που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 1.9.2015 στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμ. 17127/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθόσον η προβλεπόμενη προθεσμία των είκοσι (20) ημερών που ορίζει η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., αρχομένη από της καταχωρίσεως της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου Αθηνών (24.6.2015), ανεστάλη αφενός για το χρονικό διάστημα από 28.06.2015 έως και τις 19.07.2015 (βάσει του β’ εδ. της παραγρ. 5 του άρθρου πρώτου της από 28.06.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου σε συνδυασμό με τη διάταξη του α’ εδαφίου της παραγρ. 1 του άρθρου 1 της από 18.07.2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου), αφετέρου λόγω της διάταξης της παρ. 4 του αρθρ. 473 Κ.Ποιν.Δ., το οποίο ορίζει ότι κατά το διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου αναστέλλονται οι προθεσμίες του αυτού άρθρου.

ΙΙ. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά και για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.

Συνεπώς η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 7/2005). Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδρύει τον από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. στα πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίον διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία γίνεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ’ . Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι’ αυτόν.

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1 και 7 του Κ.Ποιν.Δ. το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

Κατά την παρ. 7 του ως άνω άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ. η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή και δεν περιλαμβάνεται στους περιορισμούς που αναφέρονται στις παρ. 2, 3 και 4 του ως άνω άρθρου. Όμως, η άσκηση εκ μέρους του δικηγόρου του δικαιώματος αποχής από τα καθήκοντά του για την προστασία εργασιακών και συναφών συμφερόντων του είναι μικρότερης σημασίας έννομο αγαθό από την απονομή της δικαιοσύνης, γεγονός που και οι οικείοι δικηγορικοί σύλλογοι αναγνωρίζουν με το να επιτρέπουν στα μέλη τους να παρίστανται όταν επίκειται κίνδυνος παραγραφής της υποθέσεως και ματαιώσεως της αξιώσεως της Πολιτείας προς τιμωρία του ποινικού αδικήματος που αποδίδεται στον εντολέα τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 15.577, 16.647 και 17.127/2015 απόφαση του κατ’ έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και κατά το παρεμπίπτον μέρος αυτής προκύπτουν τα εξής: Κατά την συνεδρίαση του εν λόγω δικαστηρίου στις 7.4.2015 σε συνέχεια της διακοπής της συνεδρίασής του κατά την δικάσιμο της 31.3.2015 εκφωνήθηκε το όνομα του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, και αυτός βρέθηκε απών. Το δικαστήριο διέκοψε εκ νέου την συνεδρίαση για τη ρητή δικάσιμο της 21.4.2015 λόγω σημαντικών αιτίων αναγομένων στο πρόσωπο της Εισαγγελέως χωρίς την κλήτευση του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Κατά τη νέα αυτή συνεδρίαση κατά την εκφώνηση του ονόματος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, αυτός βρέθηκε απών, εμφανίσθηκε όμως, ο δικηγόρος Αθηνών Π. - Ν. Μ. και δήλωσε ότι δυνάμει της από 13.3.2015 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως παρίσταται ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και αφού του επετράπη η εκπροσώπηση του εκκαλούντος προς υποστήριξη της εφέσεώς του, υπέβαλε προφορικώς αίτημα αναβολής λόγω αποχής με βάση την απόφαση της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας για υποχρεωτική αποχή δικηγόρων σε τρίτη συνεδρίαση.

Το δικαστήριο, μετά από σχετική πρόταση της Εισαγγελέως, απέρριψε το υποβληθέν δια του συνηγόρου αίτημα της αναβολής με την εξής αιτιολογία:

"Επειδή η απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας περί υποχρεωτικής αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους, σε περίπτωση τρίτης συνεδρίασης εξαιρεί τις υποθέσεις στις οποίες υπάρχει κίνδυνος παραγραφής και δοθέντος του χρόνου τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορείται ο εκκαλών - κατηγορούμενος στην προκείμενη υπόθεση (19.12.2007), δέον όπως το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης του εκκαλούντα - κατηγορουμένου να απορριφθεί ως μη νόμιμο." Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής στο πρόσωπο του συνηγόρου είναι ειδικώς και επαρκώς αιτιολογημένη ως προς τη ουσιαστική της θεμελίωση και δεν παραβιάσθηκαν οι, αμέσως συναπτόμενες με τα υπερασπιστικά δικαιώματα του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και νυν αναιρεσείοντος διατάξεις. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Για την ύπαρξη της κατά τα άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση κατά την οποία αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.

β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Απαιτείται δηλαδή μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005).

Περαιτέρω, η επιβαλλομένη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ’ αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Όμως, η υπό του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο.

Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί μεταβολής της κατηγορίας από επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 309 ΠΚ) σε απλή (άρθρο 308 παρ. 1 α’ ΠΚ), ή όλως ελαφρά (άρθρο 308 παρ. 1 β’ του ΠΚ) δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, υπό την εκτεθείσα έννοια, αλλ’ αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ’ αριθμ. 17127/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, o αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ’ του ΠΚ για τη αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επεβλήθη ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, υπέβαλε στο ακροατήριο, τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, περί μεταβολής της κατηγορίας από επικίνδυνη σε ελαφρά σωματική βλάβη (τον εν λόγω ισχυρισμό, ο αναιρεσείων τον χαρακτηρίζει ως αυτοτελή).

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής του κατά το ένα σκέλος του ο αναιρεσείων, αιτιάται, την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναιτιολόγητα απέρριψε τον προβληθέντα διά του συνηγόρου του ισχυρισμό, περί επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας από επικίνδυνη σε όλως ελαφρά σωματική βλάβη, καθόσον δεν έλαβε υπόψη της α) την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ.

Λ., όπου αναφερόμενος στο ένδικο περιστατικό κατέθεσε: "... μόνο αισθητικό είναι το πρόβλημα. Αναπνέω κανονικά. Κοιμάμαι κανονικά. Δεν θέλω αποζημίωση. Δεν με επηρεάζει στην καθημερινότητα...", β) την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα Κ. Φ. (έχοντος ειδικές ιατρικές γνώσεις, ως νοσηλευτής), όπου αναφερόμενος στο γεγονός είπε: "...Τέτοια συμβάντα δεν ήθελαν ράμματα...

Του πάτησα (του Λ.) την μύτη και μου είπε ότι δεν πονά, άρα δεν είχε σπάσει...", γ) την με αριθμό πρωτ. ... /24.12.2007 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης, όπου μνημονεύεται "... από την αντικειμενική εξέταση, διαπιστώθηκε πεταλοειδές θλαστικό τραύμα ρινικής χώρας (ανωτέρας μοίρας ράχεως ρινός) μ.δ. 1εκ. Χειρουργική συρραφή (3 ράμματα).

Συνοδό τραυματικό οίδημα...", δ) την ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατροδικαστού Σ. Τ., από την οποία προκύπτει ότι η ένδικη περίπτωση αποτελεί ελαφρά σωματική βλάβη και ε) τις με αριθμ. πρωτ. .../30.7.2007 ιατροδικαστικές εκθέσεις (αφορώσες τρίτους παθόντες, άσχετους με την ένδικη περίπτωση), από τις οποίες αποδεικνύεται ότι σε άλλες περιπτώσεις σοβαρών κακώσεων αυτές έχουν χαρακτηρισθεί ιατροδικαστικά ως ελαφρές σωματικές βλάβες.

Όμως, από τη μνεία, ειδικότερα, στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά.

Επομένως, ο άνω λόγος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Όσον αφορά στις ειδικότερες σε αυτόν αιτιάσεις, με τις οποίες προβάλλεται η αντίθεση των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, το δικαστήριο στηρίχθηκε επιλεκτικώς σε ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα και δεν έλαβε υπόψη τα άλλα, επισημαινόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα, (διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως), πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου και, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττει ως εσφαλμένη υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο κατά το έτερο σκέλος αυτού και τον τρίτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του προβληθέντος δια του συνηγόρου του ως άνω αιτήματος για το χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως, αφενός στερείται της απαιτουμένης αιτιολογίας και αφετέρου πραγματοποίησε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 309 ΠΚ, ενώ θα έπρεπε να έχει εφαρμόσει την διάταξη του εδαφ.

β’ της παρ. 1 του άρθρου 308 του ΠΚ, καθόσον, η υπ’ αυτού τελεσθείσα αξιόποινη πράξη, δεν έφερε τον νομικό χαρακτήρα της επικίνδυνης αλλά της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης. Η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί η υπό του κατηγορουμένου άρνηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλ’ άρνηση κατηγορίας, σύμφωνα με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, αφού με βάση τις παραδοχές του επί της ενοχής, απάντησε με πλήρη και ειδική αιτιολογία, στον ισχυρισμό αυτό, με την παράθεση αναλυτικά ότι επιτέθηκε στον τελευταίο καταφέροντάς του χτυπήματα στο κεφάλι με το μέτωπό του (σημείο πρόσφορο), ώστε να υποστεί εκτεταμένο θλαστικό τραύμα ράχεως ρινός, κάκωση αυτής και ρινορραγία, καθώς και ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", και εκεί το προκληθέν τραύμα συρράφτηκε (χειρουργικώς), η οποία αξιολογούμενη είναι επικίνδυνη και όχι όλως ελαφρά, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί (δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και τρίτος) λόγοι της ένδικης αιτήσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη αυτής του άρθρου 309 ΠΚ, είναι αβάσιμοι.

Μετά ταύτα, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατ’ άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.9.2015 αίτηση του Ι. Α. του Η., κατοίκου ..., επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 1.9.2015 για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 17127/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2015. Και

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ