Supreme Court dismisses appeal on economic freedom grounds, upholding lower court's rejection of tenant claims against public housing laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against a First Instance Court decision rejecting their claim for rent reduction. The tenants argued that the laws limiting their rights violated constitutional economic freedom and property rights, while the state contended the measures were necessary for fiscal balance during the crisis. The court ruled that the restrictions were constitutional because they were proportional, necessary, and suitable to achieve the state's goal of public housing stability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5(1), 106(2), 17(1) of the Constitution; Article 1 of Protocol No. 1 of the ECHR; The court held that legislative restrictions on tenants' economic freedom and property rights regarding public housing are constitutional if they are proportional, necessary, and suitable to achieve the state's goal of fiscal balance and public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1281/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α. του Γ. και 2) Π. Τ. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τζούμα, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-5-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-5-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 24-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της από 16-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 55/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 195/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου (Ολομ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 701/2008, 11/1996, 1199/1994, 1574/1981). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των αρθρ. 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση, παραπονιέται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.
Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του ως άνω κώδικα, της αντικαταστάσεως των αιτιολογιών της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (άρθρα 68, 536 Κ.Πολ.Δ. - Α.Π. 356/2013, 1951/2007, 1493/2007, 96/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο (1°) λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες, εκκαλούντες ενάγοντες, προβάλλουν την αιτίαση ότι το εφετείο, χωρίς να υπάρχει λόγος εφέσεως και χωρίς να προβληθεί και να αποδειχθεί τέτοιος ισχυρισμός, έκρινε αυτεπάγγελτα μη νόμιμη την αγωγή τους, που στηριζόταν σε μη εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου και είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, και στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη και έτσι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Επίσης, με τον ένατο (9°) λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες, εκκαλούντες ενάγοντες, προβάλλουν την αιτίαση ότι το εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που προέβαλαν με τους λόγους της εφέσεως τους και έτσι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της αγωγής, της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 511/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και της εφέσεως που άσκησαν κατά της τελευταίας οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή, που είχε ως βάση την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 2 του Ν. 4081/2012 και τη μη εφαρμογή του στην επίδικη μίσθωση ως αντισυνταγματικού και ανίσχυρου, απορρίφθηκε με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι αναιρεσείοντες παραπονούμενοι για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους. Το εφετείο, έχοντας την εξουσία λόγω του κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ. μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τη νομική βασιμότητα της αγωγής, διότι την πρωτόδικη απόφαση είχαν εκκαλέσει οι αναιρεσείοντες ενάγοντες παραπονούμενοι για την κατ’ ουσίαν απόρριψη αυτής, έκρινε ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 4081/2012 δεν είναι αντισυνταγματική και ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη και κατόπιν τούτου, δέχθηκε την έφεση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, διότι το πρωτόδικο δικαστήριο με το να απορρίψει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη έσφαλε, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, γιατί οι συνέπειες από την απόρριψη της ένδικης αγωγής για το λόγο αυτό ήταν διαφορετικές, ώστε να μην επιτρέπεται η αντικατάσταση των αιτιολογιών κατ’ άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.
και απέρριψε την αγωγή των εκκαλούντων αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη. Έτσι, όμως, που έκρινε το εφετείο, δεν υπέπεσε, σύμφωνα και με όσα παρατέθηκαν ανωτέρω, στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ., διότι, εφόσον οι αναιρεσείοντες εκκαλούντες παραπονιόνταν για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής τους που στηριζόταν σε μη εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, και η αντισυνταγματικότητα ή μη κάποιου νόμου κρίνεται με νομικά επιχειρήματα και νομικούς συλλογισμούς που δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ.
και όχι από πραγματικά γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν, το δικαστήριο μπορούσε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την ύπαρξη λόγου εφέσεως την αντισυνταγματικότητα ή μη του άρθρου 2 του Ν. 4081/2012 και την νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και να την απορρίψει ως μη νόμιμη, αφού η απόφαση του αυτή δεν ήταν επιβλαβέστερη για τους εκκαλούντες ενάγοντες από την εκκαλούμενη, ώστε κατά το αρθρ. 536 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, να μην μπορεί να την εκδώσει.
Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλά ερεύνησε αυτεπάγγελτα, όπως όφειλε, την αντισυνταγματικότητα ή μη του ως άνω νόμου και την νομική βασιμότητα της αγωγής, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα νομικά επιχειρήματα και τους νομικούς ισχυρισμούς που προέβαλαν με τους λόγους της εφέσεως τους οι αναιρεσείοντες και ως εκ τούτου ο πρώτος (1ος) λόγος της αναιρέσεως, ο πέμπτος (5ος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αναφέρεται σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ.
και ο ένατος (9ος) λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού αυτοί αναφέρονται σε νομικά επιχειρήματα και νομικούς συλλογισμούς της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, τα οποία αντλούνται από το νόμο και το Σύνταγμα και τα οποία δεν θεωρούνται "πράγματα" και δεν ιδρύουν αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 10 του Κ.Πολ.Δ.
Άλλωστε, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή η αναφορά αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Εξάλλου, έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν υπέπεσε, σύμφωνα και με όσα παρατέθηκαν ανωτέρω, ούτε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
α του Κ.Πολ.Δ., διότι, εφόσον οι αναιρεσείοντες εκκαλούντες παραπονιόνταν για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής τους που στηριζόταν σε μη εφαρμογή αντισυνταγματικού νόμου, και η αντισυνταγματικότητα ή μη κάποιου νόμου κρίνεται με νομικά επιχειρήματα και νομικούς συλλογισμούς που δεν αποτελούν "πράγματα" και όχι από αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν μόνον πραγματικά γεγονότα που αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως και πρέπει να αποδειχθούν, το εφετείο, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του με νομικά επιχειρήματα και νομικούς συλλογισμούς ότι η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 4081/2012 δεν είναι αντισυνταγματική και ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και κατά συνέπεια και ο δεύτερος (2ος) λόγος της αναιρέσεως, αλλά και ο τρίτος (3ος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
α του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού αυτοί στην πραγματικότητα αναφέρονται σε νομικά επιχειρήματα και νομικούς συλλογισμούς της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, τα οποία αντλούνται από το νόμο και το Σύνταγμα και τα οποία δεν χρήζουν αποδείξεως με αποδεικτικά μέσα και δεν ιδρύουν την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
α του Κ.Πολ.Δ., η οποία άλλωστε προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολομ. Α.Π. 3/1997, Ολομ. Α.Π. 44/1990), όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολομ. Α.Π. 44/1990, Ολομ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 701/2011, 121/2009,1821/2008, 2081/2007, 1665/2005,437/2002).
Συνεπώς, ο έβδομος (7ος) λόγος της αναιρέσεως και ο όγδοος (8ος) λόγος της αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και δεν κατέστρωσε ελάσσονα πρόταση νομικού συλλογισμού.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 17 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και το σκοπό της θέσπισης της, η αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης δικαιολογεί την αναίρεση της μόνον όταν απ’ αυτή προκαλείται αοριστία, που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της ή αβεβαιότητα ως προς το τι αποφάσισε το δικαστήριο προς επίλυση της ένδικης διαφοράς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η τελευταία δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις υπό την ανωτέρω έννοια, αφού, τόσο στο αιτιολογικό της, όσο και στο διατακτικό της, απορρίπτει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και δεν προκαλείται καμία αοριστία που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της ή να δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το τι αποφάσισε το δικαστήριο προς επίλυση της ένδικης διαφοράς. Κατά συνέπεια, ο περί του εναντίου δέκατος (10ος) λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με την διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομικής και επιχειρηματικής ελευθερίας είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 Α.Κ.), με την οποία, εκτός από την ελευθερία σύναψης ή μη σύναψης της σύμβασης και την ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, καθιερώνεται το δικαίωμα των συμβαλλόμενων μερών να διαμορφώνουν ελευθέρως το περιεχόμενο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού της καταβαλλόμενης αντιπαροχής, υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζουν το νόμο ή τα χρηστά ήθη και δεν ασκούν το δικαίωμα τους αυτό καθ’ υπέρβαση των ορίων του, όπως αυτά διαγράφονται σύμφωνα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό (άρθρο 281 Α.Κ.).
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται κατ’ αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης και κατά τις περιπτώσεις που ασκείται προς βλάβη της Εθνικής Οικονομίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος - Α.Π. 1465/2001).
Επομένως, νομοθετική ρύθμιση η οποία παρεμβαίνει σε συμβατική σχέση για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας εισάγοντας ακόμη και βλαπτική μεταβολή για το ένα μέρος, συνιστά εξαιρετικό δίκαιο, με το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (Ολομ. Α.Π. 4/1998 και Ολομ.
ΣτΕ 3037/2008, 3047/2006 1909/2001). Εξάλλου, με το αρθρ. 25 παρ. 1 (δ) του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της 71 Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, που η νομολογία των δικαστηρίων, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, παγίως αναγνώριζε ως ισχύουσα και πριν ακόμη από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια, απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (Ολομ.
Α.Π. 10/2003). Δηλαδή, για να είναι σύμφωνοι με την παραπάνω αρχή της αναλογικότητας οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων, πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια και συγκεκριμένα να είναι α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) αναλογικοί υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολομ.
Α.Π. 43/2005). Επομένως, ως συνταγματική αρχή που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται μεν κατ’ αρχήν στο νομοθέτη, όμως η επίκληση της είναι αντίστοιχα δυνατή και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, στην περίπτωση προπάντων που ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (Ολομ.
Α.Π. 6/2009). Δηλαδή άμεσος αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, όταν αυτός θεσπίζει περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων με βάση τη συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος πάντως οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (Ολομ.
Α.Π. 27/2008, Α.Π. 123/2010). Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης (Α.Π. 350/2009), αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε κατά το σχετικό έλεγχο θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Στην κατά τα ανωτέρω έννοια του όρου "περιουσία" του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στην έννοια του όρου "ιδιοκτησία" του άρθρου 17 του Συντάγματος, εμπίπτουν και οι αξιώσεις των εκμισθωτών από τις συμβάσεις μισθώσεως, είτε αυτές αφορούν το καταβαλλόμενο μίσθωμα είτε τη συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών αναπροσαρμογή.
Έτσι, σύμφωνα, με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνον εφόσον, η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (βλ.
για τα προαναφερόμενα και Ολομ. Α.Π. 6/2007, Ολομ. Α.Π. 40/1998). Με το άρθρο 21 του Ν. 4002/2011 "Τροποποίηση της Συνταξιοδοτικής Νομοθεσίας του Δημοσίου - Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση - Θέματα αρμοδιότητας Υπουργείων Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΦΕΚ 180Α/22- 08-2011), προβλέφθηκε η μείωση, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, κατά 20%, όλων των μισθωμάτων μισθώσεων στις οποίες μισθωτής είναι το Δημόσιο και οι φορείς του Δημόσιου Τομέα.
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, το νέο μίσθωμα ορίζεται στο ύψος εκείνου που καταβαλλόταν τον Ιούλιο του 2010, μειωμένο κατά 20%. Περαιτέρω, ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη ότι, σε περίπτωση κατά την οποία τα μισθώματα αυτά έχουν αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) μετά την 1-7-2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα, ενώ μέχρι την 30-6-2013 απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.
Επίσης με το άρθρο 2 του Ν. 4081/2012 "Περιστολή Δημοσίων δαπανών, ρύθμιση θεμάτων δημοσιονομικών ελέγχων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 184 Α/27-09-2012), προβλέφθηκε νέα κλιμακωτή μείωση από 1-10-2012, όλων των μισθωμάτων μισθώσεων στις οποίες μισθωτής είναι το Δημόσιο και οι φορείς του Δημόσιου Τομέα. Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, η νέα μείωση για ποσό μηνιαίου μισθώματος έως τα χίλια (1.000) ευρώ, ανέρχεται σε ποσοστό 10%, ενώ κατά την παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου τα αναπροσαρμοσμένα ως άνω μισθώματα δεν επιτρέπεται να αυξηθούν πριν την 1-1-2015.
Η κατά τα ανωτέρω νομοθετική παρέμβαση σε υφιστάμενες ενοχικές σχέσεις και η περαιτέρω κατάργηση των πιο πάνω ενοχικών αξιώσεων, ναι μεν αφορά όλους τους εκμισθωτές ακινήτων για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών και δεν είναι αντίθετη με την αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε είναι αντίθετη με την αρχή της ισότητας των δημοσίων βαρών του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, γιατί δεν αφορά συνεισφορά σε δημόσια βάρη, ούτε αφορά άσκηση δικαιώματος για να αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά είναι αντίθετη στα άρθρα 5 και 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Όμως, η νομοθετική αυτή παρέμβαση σε υφιστάμενες ενοχικές σχέσεις, όπως προκύπτει από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων, τη γενικότητα τους και τους λόγους θέσπισης τους, αφορά πρόσκαιρο εξαιρετικό δίκαιο, που εντάσσεται στην κατάσταση ανάγκης που βιώνει η ελληνική οικονομία, που καταλαμβάνει όλες τις συμβάσεις μίσθωσης που έχει συνάψει το νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και όλοι οι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως των ειδικών συνθηκών και των όρων που τις διέπουν, με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση μισθώσεων στις οποίες οι εκμισθωτές είχαν οικειοθελώς συμφωνήσει και προβεί σε μείωση του μισθώματος πριν την ισχύ του νόμου, ο οποίος εκ τούτου καταλαμβάνει τις περιπτώσεις μισθώσεων στις οποίες οι εκμισθωτές δεν συναινούν οικειοθελώς στην μείωση.
Ο εξαιρετικός χαρακτήρας των ως άνω διατάξεων προκύπτει, άλλωστε, από την περιορισμένη χρονική τους ισχύ και αποσκοπεί στην προσαρμογή των ισχυόντων συμβατικών όρων στις νέες συνθήκες, για λόγους προστασίας επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για τη διασφάλιση της δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους με την περικοπή των δημοσιονομικών εξόδων του (οι συγκεκριμένες διατάξεις είναι άλλωστε ενταγμένες σε νομοθέτημα που περιέχει διατάξεις για τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας).
Η ως άνω νομοθετική επέμβαση σε συνεστημένη συμβατική σχέση είναι επιτρεπτή ως εξαιρετικό μέτρο περιορισμού ατομικών δικαιωμάτων από ενοχική σχέση, διότι με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4002/2011 και του Ν. 4081/2012 αποσκοπείται η άρση των επιβλαβών για το δημόσιο συμφέρον συνεπειών των συμβάσεων μισθώσεως στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών, προς αντιμετώπιση της συντρέχουσας οξείας δημοσιονομικής κρίσης και του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας.
Ειδικότερα, στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4002/2011 αναφέρεται, μεταξύ άλλων "και όσον αφορά τις μισθώσεις μεταξύ ιδιωτών, η αγορά, λόγω της ευελιξίας της και της έλλειψης γραφειοκρατίας ευκολότερα ή λιγότερο εύκολα προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες. Στις μισθώσεις όμως ακινήτων που μισθωτής είναι το Δημόσιο η γραφειοκρατική διαδικασία και η ακαμψία της αγοράς επιβάλλει την προσαρμογή των μισθωμάτων που καταβάλλει το Δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου τομέα κατά το λόγο μείωσης της μισθωτικής αξίας των ακινήτων λόγω των προαναφερόμενων απρόβλεπτων και έκτακτων συνθηκών".
Επίσης, στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4081/2012, αναφέρεται, μεταξύ άλλων "εν προκειμένω είναι σαφές και προφανές ότι οι εξαιρετικές και απρόβλεπτες συνθήκες στις οποίες έχει περιέλθει η χώρα λόγω της οξύτατης οικονομικής κρίσης, επιβάλλουν, προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας και τάξης, τη λήψη εξαιρετικών μέτρων, που θα συμβάλουν στην περιστολή των δημοσίων δαπανών.
Το εν λόγω μέτρο είναι απολύτως συναφές με το αντικείμενο της σύμβασης, καθώς, μειώνοντας το καταβαλλόμενο μίσθωμα, εξοικονομούνται ακριβώς από τη μείωση αυτή δημόσιοι πόροι". Έτσι, όπως προκύπτει και από τις εισηγητικές εκθέσεις των ως άνω νόμων, με τις ως άνω διατάξεις επιχειρείται ο εξορθολογισμός, η αναγωγή δηλαδή στο προσήκον μέτρο, των μισθωμάτων που καταβάλει το Δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα για μισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2010, ώστε να ανταποκρίνονται στη μισθωτική αξία των ακινήτων και να μην καθίσταται η εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης υπέρμετρα δυσμενής μονομερώς σε βάρος του Δημοσίου, ενόψει των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που διέρχεται η χώρα.
Άλλωστε, διατηρείται παράλληλα το δικαίωμα των εκμισθωτών να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αμφισβητήσουν το ύψος και τη μείωση του μισθώματος και να ζητήσουν τη δικαστική αναπροσαρμογή του στο ύψος του δυνάμενου να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως μισθώματος, πράγμα που κατοχυρώνει τυχόν δυσανάλογο περιορισμό των δικαιωμάτων τους από τη σύμβαση μισθώσεως και βρίσκεται σε συνάρτηση με το Σύνταγμα.
Κατά συνέπεια οι ως άνω διατάξεις, αρχικά του άρθρου 21 του Ν. 4002/2011 και στη συνέχεια του άρθρου 2 του Ν. 4081/2012, ως εξαιρετικό μέτρο, ενόψει αφενός μεν του ορατού κινδύνου πτώχευσης της χώρας και αφετέρου του σκοπού που εξυπηρετούν, δεδομένου ότι αποσκοπούν στην άρση επιβλαβών για το δημόσιο συμφέρον συνεπειών, ναι μεν εισάγουν περιορισμούς σε ατομικά δικαιώματα και αντίκεινται προς την αρχή της επιχειρηματικής και οικονομικής ελευθερίας, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και προς την αρχή της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και των νομίμως κεκτημένων οικονομικών συμφερόντων (άρθρα 5 παρ. 1,106 παρ. 2, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), πλην όμως δεν παραβιάζουν την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, που απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (Ολομ.
Α.Π. 10/2003), αφού οι με αυτές επιβαλλόμενοι ως εξαιρετικό μέτρο περιορισμοί στην οικονομική ελευθερία και στα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα των εκμισθωτών ακινήτων για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών κρίνονται κατάλληλοι και πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαίοι, γιατί συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τους ιδιώτες εκμισθωτές και αναλογικοί υπό στενή έννοια, γιατί τελούν σε εύλογη σχέση με τον ως άνω επιδιωκόμενο σκοπό και η αναμενόμενη απ’ αυτούς ωφέλεια δεν υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν, αλλά αντίθετα συνάδουν με αυτήν (αρχή αναλογικότητας), γιατί ήταν και πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη της δημοσιονομικής ισορροπίας και τάξης στην περίοδο της οξύτατης οικονομικής κρίσης που διέρχεται η Χώρα και ως εκ τούτου κρίνονται συνταγματικές.
Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε συνταγματικές τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 4002/2011 και του άρθρου 2 του Ν. 4081/2012 και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και οι περί του εναντίου από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
τρίτος (3ος), τέταρτος (4ος), κατά το δεύτερο σκέλος του, πέμπτος (5ος), κατά το τρίτο σκέλος του και έκτος (6ος) λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 16-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 55/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της 195/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.), πλην όμως να συμψηφισθεί στο σύνολο της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθρ. 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 55/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της 195/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ