Supreme Court partially allows appeal against appellate court's dismissal of set-off defense due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a set-off defense. The appellate court incorrectly dismissed the defense as inadmissible because it was raised for the first time during the appeal, despite evidence showing the appellant's intent to set off the debt. The court found this a violation of Article 559(14) of the Code of Civil Procedure, as the defense was substantiated by documents already presented to the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court erred in dismissing a set-off defense raised for the first time during appeal if the opposing party's intent to set off is evident from the case file and supporting documents were previously submitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1281/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΑΕ" (ΕΛΤΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λυκούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Βιομηχανία Εμπόριο Μεταλλικών Κατασκευών Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" και τον διακριτικό τίτλο "ΒΙΕΜΚΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στο ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Σ. Ε., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κοντογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4521/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4472/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 23-10-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 5-4-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4472/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και επικύρωσε την 4521/2997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη (εντόκως) υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος, ποσού 43.361,33 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II) Η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί νομικής επάρκειας της αγωγής θεώρησε αναγκαία περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. Α.Π. 18/1998).
Η ποσοτική δε αοριστία, δηλαδή η μη συγκεκριμενοποίηση όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (πρβλ. Ολ ΑΠ. 15/2000). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης, τα οποία κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία διώκεται η καταβολή τιμήματος, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη, είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και της πληρωμής του τιμήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "ΒΙΕΜΚΑ ΕΠΕ", κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ισχυρίστηκε: Ότι με την υπ' αριθ. 4774/20-5-2002 σύμβαση που συνήψε με την εναγομένη εταιρεία (ΕΛΤΑ) ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει την τελευταία με συγκεκριμένο αριθμό γραμματοθυρίδων με ημερομηνία έναρξης του συμβατικού χρόνου παράδοσης των πωληθέντων στις 8-11-2002.
Ότι το τίμημα ορίστηκε σε 570 ευρώ ανά τεμάχιο και συνολικά σε 174.876 ευρώ. Ότι στις 20-11-2003 αυτή (ενάγουσα) ολοκλήρωσε την παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων, υπερβαίνοντας την ημερομηνία λήξης του συμβατικού χρόνου παράδοσης από υπαιτιότητα των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγόμενης, οι οποίοι ηρνούντο να παραλάβουν μέρος αυτών, με τη δικαιολογία ότι δεν είχαν ελεύθερο αποθηκευτικό χώρο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ότι, καίτοι η ίδια εκπλήρωσε προσηκόντως την παροχή της, η εναγομένη αρνείται να της καταβάλει μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και συγκεκριμένα το ποσό των 43.361,33 ευρώ, το οποίο αυθαίρετα και αδικαιολόγητα καταλόγισε σε βάρος της ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα, λόγω δήθεν εκπρόθεσμης παράδοσης των πωληθεισών γραμματοθυρίδων.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το οφειλόμενο ποσό. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται από τα άρθρα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, γι' αυτό και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, ερειδόμενος (ορθά εκτιμώμενος) στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται ο χρόνος παράδοσης των επιμέρους πωληθέντων πραγμάτων, είναι αβάσιμος.
Ill) Με το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για σφάλματα της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή για σφάλματα που αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή ως νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 503/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το προς απόδειξη της συμφωνηθείσης μεταξύ τους ποινικής ρήτρας προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από αυτή έγγραφο και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. 47747 2002 σύμβαση.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αφενός απέρριψε ως αόριστη, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί εξόφλησης της ένδικης απαίτησης λόγω εξώδικου συμψηφισμού αυτής με ισόποση δική της (αναιρεσείουσας) ανταπαίτηση από κατάπτωση συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, αφετέρου δε απέρριψε ως απαράδεκτους τους διατυπωθέντες για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που κατέτειναν στο να καταστήσουν ορισμένη την πιο πάνω ένσταση, δηλαδή ότι η συμφωνία περί ποινικής ρήτρας αναφέρονταν στο άρθρο 12 της ένδικης σύμβασης πώλησης και το ύψος αυτής προβλεπόταν από τον Κανονισμό Προμηθειών αυτής.
Συνεπώς, εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών αλλά απέρριψε την ένσταση ως αόριστη και τους συναφείς ισχυρισμούς ως απαράδεκτους, ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως.
IV) Από τις διατάξεις των άρθρων 269, 527 αριθ. 3 και 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται άμεσα (άρθρο 442 ΑΚ).
Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002). Από δε τη διάταξη του άρθρου 441 ΑΚ, προκύπτει ότι η περί συμψηφισμού δήλωση δεν υποβάλλεται σε κάποιον συστατικό τύπο, πρέπει όμως να περιλαμβάνει την σαφή και οριστική του δηλούντος θέληση για συμψηφισμό των αμοιβαίων απαιτήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 440 ΑΚ.
Κατά την περί συμψηφισμού δήλωση δεν απαιτείται να γίνεται οπωσδήποτε χρήση της λέξης "συμψηφισμός", αλλά αρκεί η σχετική πρόταση να συνάγεται έστω και έμμεσα από το περιεχόμενο της δήλωσης του οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο τον προβληθέντα για πρώτη φορά ενώπιον αυτού ισχυρισμό της περί συμψηφισμού ανταπαίτησής της από κατάπτωση ποινικών ρητρών λόγω εκπρόθεσμης παράδοσης των πωληθέντων πραγμάτων, εφόσον αυτός αποδεικνύοταν άμεσα από έγγραφα.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση της αναιρεσείουσας (εναγομένης) για συμψηφισμό της ένδικης απαίτησης με ανταπαίτησή της, ύψους 43.361,33 ευρώ, από κατάπτωση συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, λόγω εκπρόθεσμης παράδοσης των πωληθέντων πραγμάτων, με την αιτιολογία ότι τα επικαλούμενα για πρώτη φορά με την έφεση πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την πιο πάνω ένσταση, προτείνονται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας και τη δήλωση της τελευταίας ότι δεν οφείλει το αιτούμενο με την αγωγή ποσό λόγω της ύπαρξης ισόποσης ανταπαίτησής της συνάγεται εμμέσως (κατ' ορθή εκτίμηση των τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων της έφεσης), η βούληση της αναιρεσείουσας για συμψηφισμό της ανταπαίτησής της προς τη συγκεκριμένη απαίτηση της αναιρεσίβλητης.
Προς απόδειξη δε αυτής επικαλέστηκε, με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, την επίδικη υπ' αριθ. 4774/2002 σύμβαση πώλησης, με το άρθρο 12 της οποίας συμφωνήθηκε η επιβολή της ποινικής ρήτρας που προβλέπεται από το άρθρο 37 του Κανονισμού Προμηθειών ΕΛΤΑ, που εγκρίθηκε με την ΥΑ 48916/1011 του Υπ. Μεταφορών και Επικοινωνίας (ΦΕΚ 1074/2001), και προσκόμισε τα αποδεικνύοντα την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης αυτής έγγραφα (επίδικη σύμβαση, δελτία αποστολής και πρωτόκολλα παραλαβής των πωληθέντων πραγμάτων), το περιεχόμενο των οποίων, άλλωστε, δεν αμφισβήτησε η αναιρεσίβλητη, η οποία, με την ένδικη αγωγή της, πρότεινε καθ'υποφοράν, αντένσταση έλλειψης υπαιτιότητός της για την καθυστέρηση στην παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων.
Το Εφετείο, επομένως, παρά τον νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτη την παραπάνω ένσταση συμψηφισμού και είναι γι' αυτό βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, ο οποίος αληθώς αποδίδει πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μόνον όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση περί συμψηφισμού της ως άνω ανταπαίτησης της αναιρεσείουσας, και την κατ' αυτής αντένσταση της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να ερευνηθούν αυτές από το Δικαστήριο, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Πρέπει δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, στην πληρωμή ανάλογα προς την έκταση της ήττας της μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την 4472/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ