1281/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1281/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 131 Α.Κ., όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης των ένδικων δικαιοπραξιών (7.6.2010), δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 Ν. 2447/1996, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν, κατά τον χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1281/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Ε. Π. του Ν. και 2. Τ. Π. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γκούβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Φράγγο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 7-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2002 και 224/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 567/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984, Α.Π. 356/2010). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 131 Α.Κ., όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης των ένδικων δικαιοπραξιών (7.6.2010), δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 Ν. 2447/1996, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν, κατά τον χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχείρησε και τις συνέπειες που θα προέκυπταν από αυτή.
Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε (Α.Π. 12/2005). Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε που έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, μπορεί να την προσβάλλει (Α.Π. 1637/2008, 48/2009, 1041/2011).
Στην παρούσα υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν τις ασκηθείσες από τα διάδικα μέρη αντίθετες εφέσεις, κατά της 224/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία α) έγινε δεκτή η από 18-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης Χ. Κ., στρεφόμενη κατά των ήδη αναιρεσειόντων Ε. και Τ. Π. και αναγνωρίσθηκαν ως άκυρα τα αναφερόμενα σ' αυτή τέσσερα συμβόλαια, με τα οποία η αναιρεσίβλητη πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στους αναιρεσείοντες τα ακίνητά της, που περιγράφονται σ' αυτά, β) έγινε δεκτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη η από 7-11-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το ποσό των 44.020,54 ευρώ, ως εύλογη αποζημίωση (αρνητικό διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης) για την κάλυψη της ζημίας που υπέστησαν.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η 33ετής κατά το χρόνον καταρτίσεως των ... συμβολαίων ενάγουσα, πάσχουσα από νεαροτάτης ηλικίας από σχιζοσυναισθηματική ψύχωση, με εξακολουθητική χρήση προς αντιμετώπιση της καταστάσεώς της φαρμάκων, περί τις αρχές μηνός Μαρτίου του έτους 2000 εγκατέλειψε την οικογενειακή της στέγη ...
το ανήλικον γεννηθέν εκ του πρώτου γάμου της τέκνον, τον με δεύτερον γάμον σύζυγόν της, ως και τα δύο νηπιακής ηλικίας τέκνα των ..., διέκοψε την πολυετή φαρμακευτική αγωγή και με σημαντικόν ποσόν χρημάτων αλλά και καταθέσεων σε τραπεζικό αποταμιευτικό λογαριασμό, απευθύνθηκε -κατόπιν συστάσεως δικηγόρου- εις τον ...
ασχολούμενον κατ' επάγγελμα με κτηματομεσιτικές εργασίες Ε. Τ., προκειμένου να της υποδείξει ένα ακίνητο προς μίσθωση ή αγορά, ώστε να το χρησιμοποιήσει δια την ... εγκατάστασή της, γνωστοποίησε δε σ' αυτόν την οικονομική της ευχέρεια και ... την κτηματική της περιουσία. Ο τελευταίος ... αντιληφθείς τη ψυχοσυναισθηματική κατάστασή της ..., η οποία, κατά το χρόνο εκείνον δεν επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της, έσπευσε να δημιουργήσει με αυτήν προσωπική σχέση, κοινή διαμονή ώστε ευχερώς να επιτύχει και την υφαρπαγή ...
εγγράφου εντολής προς αυτόν δια την μεσολάβησή του στην κατάρτιση συμβάσεων πωλήσεως των ακινήτων (οικοπέδων) αντί τιμήματος "από 35 εκ έως 55 εκ δραχμών" πολλαπλασίας όμως εμπορικής αξίας. Και ενώ η ενάγουσα είχε διακόψει κάθε επικοινωνία με την οικογένειά της και οι οικείοι της την αναζητούσαν φοβούμενοι δια την επισφαλή ψυχική της κατάσταση, την 7-6-2000 κατήρτισε εις τον Βόλου ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., με υπόδειξη του προαναφερομένου μεσίτη, τέσσερες διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητος των ακινήτων, αφού προηγουμένως ο συνεργάτης των εναγομένων ...
πολιτικός μηχανικός ... συνόδευσε την ενάγουσα εις τις αρμόδιες υπηρεσίες προς διεκπεραίωση εκκρεμών δια την πώληση ζητημάτων μεταξύ των οποίων και αυτό της καταβολής από τους εναγομένους της βαρύνουσας την ενάγουσα εισφοράς σε χρήμα δια τα πωληθέντα ακίνητα... Πρέπει ... να σημειωθεί ότι εις τα επίδικα συμβολαιογραφικά έγγραφα η αντικειμενική αξία εκάστου πωληθέντος ακινήτου είναι μεγαλύτερη του αναγραφομένου εις αυτά τιμήματος πωλήσεως.
Ειδικότερον η ενάγουσα δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., ..., ... και .../7-6-2000, νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων ... επώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα ισομερώς και εξ αδιαιρέτου εις τους εναγομένους τεσσάρων οικοπέδων κειμένων εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Νέας Ιωνίας ... εμβαδού 384,11 τ.μ., 394,11 τ.μ., 325 τ.μ.
και 325 τ.μ., εκάστου, αντί αντιστοίχου τιμήματος 9.200.000, 9.500.000, 7.800.000 και 7.500.000 δραχμών ... Απεδείχθη περαιτέρω ότι η ενάγουσα ευρέθη το φθινόπωρο του ... 2000 εις την πόλιν της Λαρίσης, μόνη πλέον, χωρίς χρήματα σε κατάσταση ψυχικής διαταραχής, εισήχθη την 23-11-2000 εις το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Πέτρας Ολύμπου ... με τη διάγνωση της σχιζοσυναισθηματικής ψύχωσης ...
Έκτοτε ... ευρίσκεται σε φαρμακευτική λόγω της καταστάσεώς της αγωγή, ενώ από 28-8-2002 έως και 29-1-2004 εφιλοξενήθη εις τον ξενώνα του ανωτέρω Ψυχιατρικού Νοσοκομείου πάσχουσα από διπολική διαταραχή ... Εκ πάντων των ανωτέρω απεδείχθη ότι η ενάγουσα, η οποία και προ της καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων είχε πωλήσει και μεταβιβάσει και άλλα ακίνητα, πάντοτε όμως με τη συμβουλευτική παράσταση του συζύγου της, δεν είχε κατά το χρόνον της εκδηλώσεως της βουλήσεως της κατά την κατάρτιση ενώπιον του συμβολαιογράφου των άνω συμβολαίων, επίγνωση του ακριβούς περιεχομένου και της ουσίας των επιχειρουμένων δικαιοπραξιών, αδυνατούσε με λογικούς υπολογισμούς, λόγω της διαρκούς και προ του χρόνου της δηλώσεως ψυχικής νόσου, να διαγνώσει τις συνέπειες οι οποίες θα προέκυπταν εκ των συμβάσεων, λαμβανομένου υπόψιν ότι ευχερώς επείσθη από τον προαναφερόμενον μεσίτην ότι η αξία εκάστου των ακινήτων είναι η εις το συμβολαιογραφικό έγγραφο αναγραφομένη, ενώ ήταν πολλαπλάσια.
Επομένως τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, το άρθρο 131 Α.Κ. και οι δηλώσεις βουλήσεως της εναγούσης εις τα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα με συνέπεια οι ως άνω συμβάσεις να είναι άκυρες και να λογίζονται ως μη γενόμενες ... καθόσον κατά τον χρόνο που έγιναν η δηλούσα ενάγουσα δεν είχε συνείδηση των πράξεων της.
Επομένως δεχθέν το πρωτοβάθμιον δικαστήριον την αγωγήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ... και αναγνωρίσαν την ακυρότητα των ως άνω συμβάσεων ορθώς τον Νόμον ... εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε ... Δια την παρεμπίπτουσα περί αποζημιώσεως αγωγή (απεδείχθη) ότι οι νεαράς ηλικίας παρεμπιπτόντως ενάγοντες δεν εγνώριζαν και δεν ήτο δυνατόν να γνωρίζουν ως εκ των περιστάσεων την κατάσταση της ψυχικής υγείας της παρεμπιπτόντως εναγομένης, λαμβανομένου υπόψιν ότι η συμβληθείσα, ...
παρουσίαζε ήρεμη συμπεριφορά κατά τον χρόνον καταρτίσεως των συμβολαίου εξ ετέρου, παρίστατο και ο μεσολαβήσας δια την σύνταξη αυτών ... μεσίτης ...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 131 Α.Κ., την οποία και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της θεμελιούμενης στην εν λόγω διάταξη βάσης της αγωγής, ότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο που έγινε η δήλωση βουλήσεώς της ενώπιον του Συμβολαιογράφου και καταρτίσθηκαν τα τέσσερα συμβόλαια πωλήσεως των ακινήτων της, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, ούτε επίγνωση του ακριβούς περιεχομένου των δικαιοπραξιών αυτών και αδυνατούσε με λογικούς υπολογισμούς να διαγνώσει την ουσία και τις συνέπειές τους, λόγω της μακρόχρονης και διαρκούς ψυχικής νόσου της.
Έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου της διαληφθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο και δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμα.
Ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίφαση του λόγου αυτού, πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων, με την επίκληση ότι "δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι η ενάγουσα έκανε εξακολουθητική χρήση φαρμάκων και ότι διέκοψε την πολυετή φαρμακευτική αγωγή", το οποίο "το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένο".
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή αν γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορίζεται επακριβώς και σαφώς το επιδεικτέο έγγραφο, προσδιορίζεται ειδικότερα το περιεχόμενό του και εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (Α.Π. 1789/1981, 546/2010, 658/2010, 1067/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος επιδείξεως εγγράφων που υποβλήθηκε με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα ότι υπέβαλαν το ακόλουθο αίτημα: "Έκανε δεκτό, επίσης η εκκαλουμένη, ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη έπασχε και προ του έτους 2000 από σχιζοσυναισθηματική ψύχωση και, για τη θεραπεία της, ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή.
Η παραδοχή αυτή έγινε με βάση τη μαρτυρία του αδελφού της Δ. Κ., χωρίς η αντίδικος να έχει προσκομίσει το οποιοδήποτε έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει το ιατρικό παρελθόν της, αλλά και η ανάγκη και το είδος της φαρμακευτικής αγωγής, καθώς και η χρονική διάρκεια της θεραπείας ... Προκειμένης, συνεπώς, της αλήθειας του αγωγικού ισχυρισμού, ο οποίος αποτελεί τη βάση ολόκληρου του αγωγικού οικοδομήματος, οφείλει η ενάγουσα να αποδείξει από ανάλογα δημόσια έγγραφα (βιβλιάριο υγείας, πιστοποιητικό δημοσίου ψυχιατρείου ή νοσοκομείου) τη βασιμότητά του, τα οποία να προσκομίσει, άλλως, και σε περίπτωση αρνήσεώς της, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και αναπόδεικτος".
Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει η υποβολή της ως άνω αιτήσεως. Πλην όμως, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέσθηκαν, για το παραδεκτό του ως άνω αιτήματός τους ότι η αναιρεσίβλητη κατέχει τα άνω ζητηθέντα "δημόσια έγγραφα", ούτε προσδιορίσθηκαν σαφώς αυτά κατά το περιεχόμενό τους.
Κατ' ακολουθίαν, το ως άνω αίτημα επιδείξεως εγγράφων ήταν απαράδεκτο, λόγω αοριστίας του και επομένως ο , από το άρθρο 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την παραπάνω αίτηση είναι αβάσιμος.
Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ως κατ' ουσία αβάσιμο και απέρριψε το νομίμως με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων υποβληθέν αίτημα επιδείξεως εγγράφων και ειδικότερα "του βιβλιαρίου του τραπεζικού λογαριασμού, τον οποίον επικαλείται ότι τηρούσε η ήδη αναιρεσίβλητη στην Εθνική Τράπεζα, ή της κίνησης του λογαριασμού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο 2000 έως το μήνα Σεπτέμβριο 2000", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με τις αιτιάσεις αυτές, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εφόσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ο έκτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, ότι το δικάσαν Εφετείο τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις συμβολαιογραφικές πράξεις τις οποίες κατήρτισε η ίδια η αναιρεσίβλητη, πριν και μετά τον Ιούνιο του 2000, τα εκτίμησε παρά το νόμο, συναγάγοντας αντιφατικά συμπεράσματα από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ικανότητα της αναιρεσίβλητης να προβαίνει σε εκποιήσεις άλλων ακινήτων της, με συμφωνημένο τίμημα μικρότερο της αντικειμενικής ή της προεκτιμώμενης αξίας τους, με την συμβουλευτική παράσταση του συζύγου της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι αιτιάσεις αυτές, αποτελούν επιχειρήματα από τις αποδείξεις και δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., κατά τα διαληφθέντα στη μείζονα σκέψη. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση των Ε. Π. του Ν. και Τ. Π. του Ν. για αναίρεση της 567/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ