Supreme Court dismisses appeal on termination compensation, ruling differential pay for workers vs employees is constitutional.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by 55 women against a labor tribunal decision regarding termination compensation. The court found that the lower courts correctly applied the 1920 decree, which mandates lower severance for 'workers' compared to 'employees' due to differing job requirements and market conditions. Consequently, the court upheld the original judgment as constitutional and ruled against the appellants.
Legislator headnote
AI generatedβ.δ. 16/18-7-1920; Σύνταγμα: Η διαφορά στην αποζημίωση καταγγελίας μεταξύ εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων δεν παραβιάζει το Σύνταγμα, καθώς η δυσμενής διάκριση είναι δικαιολογημένη λόγω διαφορετικής φύσης και αξίας της εργασίας.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1281/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-υπέρ ων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6)..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22)..., 23) ..., 24)..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ..., 33) ..., 34) ..., 35) ..., 36) ..., 37) ..., 38) ..., 39) ..., 40)..., 41) ..., 42) ..., 43) ..., 44) ..., 45) ..., 46) ..., 47) ..., 48) ..., 49)..., 50) ..., 51) ..., 52) ..., 53)..., 54)... και 55) .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνη Ρουπακιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι η 38η αναιρεσείουσα ..., απεβίωσε στις 21-5-2006 σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της Νομαρχίας Αθηνών, δηλ. πριν την άσκηση της αναίρεσης.
Της αναιρεσίβλητης - καθής: Ανώνυμης Εταιρίας Φανελοποιίας "PALCO", η οποία απορρόφησε την Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΙΣΣΕΡ ΠΑΛΛΑΣ Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουργιώτη.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1730/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 1378/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-4-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 29-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την από 6-5-2010 αίτησή της παρεμβαίνει, το πρώτο ενώπιον του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προσθέτως υπέρ των αναιρεσειουσών η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), επικαλούμενη ότι οι αναιρεσείουσες ενάγουσες υπέρ των οποίων παρεμβαίνει, είναι μέλη της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης-Σωματείου Εργατοϋπαλλήλων των Βιομηχανιών ΣΙΣΣΕΡ ΠΑΛΚΟ ΑΤΘΙΣ "Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ", η οποία είναι μέλος του "Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Αθηνών", που ανήκει στη δύναμη της ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας Γ.Σ.Ε.Ε.
ως τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός της η παρεμβαίνουσα επικαλείται ότι το κρίσιμο εν προκειμένω νομικό ζήτημα, το οποίο συναρτάται με τη συνταγματικότητα ή μη των διατάξεων που καθορίζουν το ύψος της αποζημιώσεως που καταβάλλεται στους απολυόμενους εργάτες σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με την αποζημίωση που καταβάλλεται στους απολυόμενους υπαλλήλους, είναι μείζονος σημασίας και αφορά τη δικαστική προστασία όχι μόνο των αναιρεσειουσών αλλά και μεγάλου αριθμού εργαζομένων.
Επομένως, η παρέμβαση, που ασκείται παραδεκτά σύμφωνα με το άρθρ. 675 Α του ΚΠολΔ, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με την από 24-4-2009 αίτηση αναιρέσεως. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 62 εδ. α' 73, 159 αρ. 2, 160 αρ. 1, 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρ. 35 του ΑΚ, η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με τον θάνατο αυτού, συνάγεται ότι με άσκηση αναιρέσεως δικαιούται το φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ που είναι εν ζωή.
Επομένως, δικόγραφο αναιρέσεως το οποίο φέρει ως αναιρεσείον πρόσωπο που είχε αποβιώσει πριν από την κατάθεσή του (με την οποία, κατά το άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, συντελείται η άσκηση της αναιρέσεως) είναι άκυρο ως τέτοιο, η δε ακυρότητα αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρ. 62 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρ. 73 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση σε φωτοαντίγραφο ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων η υπό στοιχ. 38 αναιρεσείουσα ... απεβίωσε την 21-5-2006, ώρα 03:40, δηλαδή πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (21-5-2006). Επομένως, το δικόγραφο αυτό είναι άκυρο και πρέπει να απορριφθεί ως προς την πιο πάνω αναιρεσείουσα.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες διακρίσεις και εξαιρέσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.
ΑΠ 3/1997, 7/1993, 6/1992). Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της πιο πάνω αρχής της ισότητας, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού ή αστικού πληθυσμού.
Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
ΑΠ 40/1998). Τέτοιες απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) είναι και εκείνες που απορρέουν από το εργατικό δίκαιο, όπως είναι και η αξίωση αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εφόσον είναι ατομικώς προσδιορισμένες και βεβαιωμένες και μπορούν να επιδιωχθούν δικαστικώς. Με τις διατάξεις των άρθρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 3 παρ. 1 του ΒΔ της 16/18-7-1920 έχει θεσμοθετηθεί η καταβολή αποζημιώσεως σε υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες λόγω απροειδοποίητης καταγγελίας, ως "μέτρο προνοίας", που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των αναγκών συντήρησης των μισθωτών που αιφνιδίως έμειναν χωρίς εργασία, ώστε να δυνηθούν να αντιμετωπίσουν προσωρινά τις βιοποριστικές τους ανάγκες μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας.
Η διαφορετική ρύθμιση που γίνεται από τις διατάξεις αυτές ως προς το ύψος της αποζημιώσεως και ειδικότερα η καταβολή μικρότερης αποζημιώσεως στους εργατοτεχνίτες από εκείνη που προβλέπεται για τους υπαλλήλους, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, καθόσον η δυσμενής διάκριση εις βάρος των εργατοτεχνιτών έναντι των υπαλλήλων είναι δικαιολογημένη, διότι αφενός μεν η παρεχόμενη από καθεμιά κατηγορία εργασία είναι διαφορετικής μορφής και όχι ίσης αξίας, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 1 του Συντάγματος για την πληρωμή ίδιας αμοιβής και αφετέρου είναι διαφορετικές και οι συνθήκες της αγοράς εργασίας και ευκαιρίες απασχολήσεως κάθε κατηγορίας και άρα ο χρόνος που απαιτείται για την ανεύρεση νέας εργασίας, ώστε και για τους λόγους αυτούς δεν εισάγεται δυσμενής διάκριση εις βάρος των εργατοτεχνιτών και δεν παραβιάζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, απασχολήθηκαν καθ' όλη την διάρκεια της εργασιακής των σχέσεις στην παραγωγική μονάδα (εκμετάλλευση) που διατηρούσε η αναιρεσίβλητη εταιρεία στην ... ως γαζώτριες, δεν είχαν δηλαδή την ιδιότητα του υπαλλήλου αλλά εκείνη του εργατοτεχνίτη, αφού στην εργασία που πρόσφεραν προείχε κατά κύριο λόγο το σωματικό στοιχείο, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται και από τις ίδιες.
Επομένως, η καταβολή σε αυτές, λόγω καταγγελίας των συμβάσεων, αποζημιώσεως που αντιστοιχεί σε αποζημίωση απόλυσης εργατοτεχνίτη, ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.δ. τη 16/18-7-1920, οι οποίες δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, κατ' αυτό δε, αφού απέρριψε τη έφεση των εναγουσών, επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του β.δ. της 16/18-7-1920 και εκείνες των άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντ. και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, διότι με βάση το ισχύον νομικό καθεστώς δεν υπήρχε απαίτηση των εναγουσών για την καταβολή σε αυτές της αποζημιώσεως που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920.
Κατ' ακολουθίαν, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-4-2009 αίτηση των ... κλπ και την από 6-5-2010 πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση της "Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος" για αναίρεση της 1378/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες και την προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ