Supreme Court dismisses appeal on time-barred lease contracts requiring notarization under Law 1652/1986.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 65 individuals against a second-instance judgment regarding time-limited lease contracts. The lower courts ruled that these specific contracts were invalid because they lacked the mandatory notarization and registration required by Law 1652/1986, distinguishing them from standard civil leases. The court upheld this decision, rejecting the appellants' argument that the contracts were merely civil leases under the Civil Code, thereby confirming the necessity of formalities for time-limited leases.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) K.Pol.Dik; N. 1652/1986: The Supreme Court held that time-limited leases require notarization and registration for validity, and an appeal based on the application of the wrong substantive law is inadmissible if the lower court correctly identified the specific statutory regime.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.281/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ1 έως και 65) Χ65, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαρκάτο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-Καθ'ων η κλήση: 1) Εταιρείας με την επωνυμία Ξενοδοχειακή Τουριστική Γεωργική ΑΕ "Η Ποτίδαια", που έχει μετονομασθεί σε "Ανώνυμη Τουριστική Τεχνική Βιομηχανική Εταιρεία ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ" με έδρα τον ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2 έως και 33) Ψ33, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των 2ου έως και 33ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3619/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5877/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12/1/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1214/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 18/8/2008 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 31-1-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μόνου λόγου της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, με την από 18.8.2008 κλήση των νυν αναιρεσειόντων, μετά την έκδοση της 1.214/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο της 25.1.2008.
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως: 1393 και 1394/28.11.2008 του δικαστικού επιμελητή Κοζάνης ..., 11744 και 11745/29.10.2008 της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς ..., 3184/24.11.2008 του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., 11809/18.11.2008 και 11808/13.11.2008 της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς ..., 11746 και 11747/29.10.2008, 11788 και 11789/7.11.2008 και 11819 και 11820/18.11.2008 της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς ..., 10455 και 10456/14.11.2008 του δικαστικού επιμελητή Βέροιας ..., 11838/21.11.2008 της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς ..., 3193 και 3194/26.11.2008 του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., 14685 και 14686/21.11.2008 της δικαστικής επιμελήτριας Γιαννιτσών ..., 3206, 3207, 3211, 3212/1.12.2008 και 3183 και 3185/24.11.2008 και 3198/27.11.2008 του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., 11857 και 11858/27.11.2008 της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς ...
και 3208, 3209/1.12.2008 του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι αντίγραφο της ως άνω κλήσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6.2.2009) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανηλίκου θυγατέρας του ..., της οποίας ασκεί τη γονική μέριμνα, για την οποία, ως και για τον εαυτό του παρίσταται με την ιδιότητα των κληρονόμων της αρχικής αναιρεσίβλητης, συζύγου και μητρός αυτών ..., η οποία έχει πεθάνει και επήλθε βιαία διακοπή της δίκης, την οποία επαναλαμβάνουν, κατ' άρθρο 291 ΚπολΔ, οι αναιρεσείοντες αυτό ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...και ..., προς τους οποίους είχε, επίσης, επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 25.1.2008, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες για τον καθένα εξ αυτών εκθέσεις επιδόσεως, ήτοι 7103/1-11-2006 του δικασττκού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., 8875 και 8876/14-11-2006 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κοζάνης ..., 15965, 15966, 15967, 15968, 15969, 15970, 15973, 15974, 15975, 15976, 15971 και 15972/27-11-2006 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., 12497 και 12498/22-11-2006 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών ..., 8819/16-11-2006 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ..., 7097, 7098, 7099, 7100/30-10-2006, 7212/14-11-2006, 7156, 7157/8-11-2006, 7102, 7101/30-11-2006, 7144, 7143, 7145, 7146/3-11-2006 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
και 8820/16-11-2006 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας .... Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των ως άνω απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1652/1986, με τη σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης, οεκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί κατ' έτος στον μισθωτή κατά τη διάρκεια της σύμβασης τη χρήση τουριστικού καταλύματος και να παρέχει σ' αυτόν συναφείς υπηρεσίες για καθορισμένο από τη σύμβαση χρονικό διάστημα και ο μισθωτής να καταβάλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε.
Ως τουριστικά καταλύματα για την εφαρμογή του νόμου αυτού νοούνται ξενοδοχειακές μονάδες και γενικά τουριστικές εγκαταστάσεις που λειτουργούν με άδεια του Ε.Ο.Τ. και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. Η χρονομεριστική μίσθωση συνομολογείται για χρονικό διάστημα 5 έως 60 ετών.
Η χρονομεριστική σύμβαση καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Επίσης, με το άρθρο 5 του προαναφερόμενου νόμου, ορίζεται ότι οι διατάξεις του Α.Κ. που αναφέρονται στη μίσθωση πράγματος, εφαρμόζονται και στην χρονομεριστική μίσθωση για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς προκύπτει, ότι η σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης είναι σύμβαση, με την οποία ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση, έναντι μισθώματος, να παραχωρεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (5-60 έτη) κάθε χρόνο και για ορισμένο χρονικό διάστημα, στο μισθωτή, τη χρήση τουριστικού καταλύματος και συνάμα να παρέχει και συναφείς υπηρεσίες.
Όπως δε προκύπτει από τη διατύπωση του εδ. α' της παρ. 1, πρόκειται για ξενοδοχειακή σύμβαση, η οποία συνδυάζει μίσθωση πράγματος και συναφών υπηρεσιών, με προέχοντα τον χαρακτήρα της μίσθωσης πράγματος. Έτσι, σ' αυτή εφαρμόζονται, συμπληρωματικά, οι διατάξεις περί μισθώσεως πράγματος των άρθρων 574 επ. Α.Κ., κατά το προαναφερόμενο άρθρο 5 του ως άνω νόμου.
Το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο καταρτίζεται η χρονομεριστική σύμβαση και το οποίο υποβάλλεται σε μεταγραφή (Ολ.ΑΠ 16/2006) αποτελεί συστατικό τύπο και η μίσθωση αυτή είναι έγκυρη από τη μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου (Α.Π. 1480/2003). Τέλος, σύναψη συμβάσεων, παρόμοιων σε περιεχόμενο, με χρονομεριστική μίσθωση, με βάση το άρθρο 361 ΑΚ, δεν είναι επιτρεπτή, εάν δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις του Ν.1652/1986.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ν.1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991 "Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της ...".
Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: "1. Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων ... το εφετείο με την απόφαση του της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφαση του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ... 2.
Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι ... Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ.
ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας ... 7. Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης ...
Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. του ΚΠολΔ ... 8 εδ. β' και γ'. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού ... ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί ... είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.
Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9 εδ. β'. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ".
Εξάλλου με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του όρθρου 46α του ν. 1892/1990 και ορίσθηκε ότι "Η κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση".
Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση, που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.
Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί ...
Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, αποκλειόμενης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.
Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (των προβληματικών επιχειρήσεων) τίθεται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωση τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.
Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρούμενης της μισθωτικής σχέσεως ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν. 4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου.
Συνεπώς, οι ανωτέρω και νεότερες του ν. 1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986), με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι "οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση".
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159. 236 και 238 του ΑΚ, προκύπτει ότι οσάκις για την κατάρτιση της κύριας δικαιοπραξίας τίθεται από το νόμο η τήρηση ορισμένου τύπου, στον ίδιο τύπο υποβάλλεται και η μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας παρεχόμενη έγκριση, το ίδιο δε συμβαίνει και για την αναγνώριση της δικαιοπραξίας από τον με οποιοδήποτε τρόπο υπεισερχόμενο σ' αυτήν τρίτο.
Έτσι και ενόψει του ότι, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 του Ν.1652/1986, η χρονομεριστική μίσθωση καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, στον ίδιο τύπο πρέπει να υποβάλλεται, για να είναι έγκυρη και η τυχόν αναγνώρισης της μίσθωσης, της συναφθείσας μεταξύ των μισθωτών και της αρχικής εκμισθώτριας, η γενομένη από το νέο ιδιοκτήτη του μισθίου, μετά την κατ' αυτού απόκτηση των χρονομισθωθέντων μισθίων (Ολ.ΑΠ 16/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 28-2-003 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν ιδιωτικά συμφωνητικά καταρτίστηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 2-9-1990 έως 10-11-1996, μεταξύ ενός εκάστου εξ αυτών και της Α.Ε. με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΓΕΩΡΓΙΚΗ-ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ", διάφορες χρονομεριστικές μισθώσεις, και η τελευταία εκμίσθωσε στους ενάγοντες, για τα εξειδικευόμενα για κάθε μία από αυτές χρονικά διαστήματα, τα περιγραφόμενα διαμερίσματα του συγκροτήματος VILLAGE INN, το οποίο αποτελεί μέρος του τουριστικού συγκροτήματος ΠΟΡΤΟ - ΚΑΡΡΑΣ (στον ...) αντί του συμφωνηθέντος μισθώματος, το οποίο έχει ήδη προκαταβληθεί και ότι οι ενάγοντες παρέλαβαν τα μίσθια από την έναρξη των μισθώσεων και τα χρησιμοποιούσαν έκτοτε ανενόχλητα.
Ότι η ως άνω ιδιοκτήτρια εκμισθώτρια, με βάση την υπ' αριθμ. 915/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 46α του Ν.1892/1990 και διορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια αυτής η εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ". Ότι στον δημόσιο πλειστηριασμό που επακολούθησε προκειμένου να πωληθεί η υπό εκκαθάριση τεθείσα εκμισθώτρια εταιρεία, νέα ιδιοκτήτρια του μισθίου συγκροτήματος κατέστη από τον Ιανουάριο του 1999, η εναγόμενη εταιρεία, η οποία γνώριζε ότι το ως άνω συγκρότημα ήταν ήδη χρονομισθωμένο μέχρι το έτος 2040.
Ότι η εναγομένη αναγνώρισε τις επίδικες χρονομισθώσεις με την από 19-10-1999 επιστολή της, που απέστειλε στους ενάγοντες και στην οποία αναφέρει ότι θα τιμήσει όλες τις υποχρεώσεις της προς αυτούς, συγχρόνως δε εξακολούθησε να διαθέτει τα μίσθια διαμερίσματα στους ενάγοντες και οι τελευταίοι έκαναν χρήση αυτών.
Περαιτέρω ισχυρίστηκαν, ότι η εναγομένη, με την προαναφερθείσα επιστολή της, επιβεβαίωσε ότι οι ενάγοντες έχουν νόμιμα συμβληθεί με αυτή, σύμφωνα με τους αναφερόμενους όρους, στα ιδιωτικά συμφωνητικά που υπέγραψε η προηγούμενη ιδιοκτήτρια με τους ενάγοντες. Ότι η εναγομένη, από τα μέσα του έτους 2000, έπαυσε να τους παρέχει τη χρήση των μισθίων διαμερισμάτων για τα χρονικά διαστήματα που είχαν συμφωνηθεί.
Κατ' ακολουθίαν αυτών ζήτησαν όπως α) αναγνωριστεί ότι ισχύουν μεταξύ ενός εκάστου εξ αυτών και της εναγομένης οι μισθωτικές συμβάσεις, με τους γενικούς και ειδικούς όρους που κάθε μία από αυτές προβλέπει, β) υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει στον καθένα, κάθε έτος και μέχρι το 2040, ελεύθερη τη χρήση των μισθίων, των οποίων έκαστος των εναγόντων τυγχάνει μισθωτής.
Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι "από το περιεχόμενο της αγωγής καθίσταται πρόδηλο ότι οι αναφερόμενες επίδικες μισθώσεις είναι χρονομεριστικές, οι οποίες, όμως, δεν έχουν καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, προϋπόθεση απαραίτητη για την εγκυρότητα αυτών, κάτι το οποίο, άλλωστε, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των νυν αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αποφανθέν με επάλληλη αιτιολογία, επί του ισχυρισμού των εναγόντων, τον οποίον επανέφεραν ενώπιόν του, με λόγο έφεσης, ότι η αγωγή τους στηρίζεται στην αξίωσή τους, την προερχόμενη από την αναγνώριση, εκ μέρους της εναγομένης - διαδόχου της αρχικής εκμισθώτριας, των επίδικων συμβάσεων, με την απευθυνθείσα και αποσταλείσα προς αυτούς επιστολή της, και την από μέρους τους αποδοχή αυτής, έκρινε ότι και οι επικαλούμενες "νέες" αυτές συμβάσεις, έχουσες, επίσης, τον χαρακτήρα χρονομεριστικής μίσθωσης, είναι άκυρες, για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος γιαυτές τύπος, που επιτάσσει ο Ν. 1652/1986, δηλαδή συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή" και απέρριψε τον σχετικό με τον ισχυρισμό αυτό λόγο έφεσης, επικυρώνοντας και ως προς το ζήτημα αυτό, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, περί χρονομεριστικής μίσθωσης, του Ν.1652/1986, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση (και όχι μόνον οι περί μισθώσεως πράγματος διατάξεις του Α.Κ. - άρθρ. 574 επ. - όπως αβασίμως επικαλούνται οι ενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες, οι οποίες, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, συμπληρωματικά εφαρμόζονται στις χρονομεριστικές μισθώσεις - άρθρ. 5 του Ν. 1652/1986), δεδομένου ότι από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι οι περιγραφόμενες σαυτήν συμβάσεις έχουν προφανώς τον χαρακτήρα όχι αστικών ξενοδοχειακών μισθωτικών συμβάσεων, αλλά χρονομεριστικών μισθώσεων, για το έγκυρο της κατάρτισης των οποίων, καθώς και για το έγκυρο της αναγνώρισης αυτών μεταγενεστέρως, από τον, με οποιονδήποτε τρόπο, υπεισερχόμενο σαυτές τρίτο, απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.
Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εκ του ότι εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, του Ν.1652/1986, ενώ αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφήρμοσε τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 361, 574 επ., 854 επ.
Α.Κ. και 8 του Ν.1652/1986, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.1.2006 αίτηση των ..., κ.λ.π. για αναίρεση της 5.877/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης αναιρεσιβλήτου, την οποίαν ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ