Supreme Court dismisses appeal against commercial agency contract termination and costs allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by NTALAS AE against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The lower court rejected NTALAS's claims for damages and contract termination based on the agency agreement. The Court upheld the appellate decision, finding the lower court's reasoning sufficient and rejecting the argument that evidence was ignored.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 and 9 of Presidential Decree 219/1991 on commercial agents; An appeal against a judgment on the termination of a commercial agency contract is inadmissible if the lower court provided adequate reasoning for its substantive findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1281/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΛΛΑΣ Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Γενικού Εμπορίου-Ειδών Διατροφής-Διανομών-Αντιπροσωπείας" και με το διακριτικό τίτλο "ΝΤΑΛΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 25-1-2008 παράσταση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΖΥΜΑΙ Αρτοποϊίας Νίκογλου ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΖΑΝΑΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευαγγελία Ποδηματά και Χρήστο Τζήμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-1998 αγωγή και 5-5-1998 ανταγωγή των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:13084/1999 προδικαστική, 26493/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1457/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991 Περί εμπορικών αντιπροσώπων, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 312/1995: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης...και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4) "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8).
Κατά το άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991 (όπως διαμορφώθηκε με τα ΠΔ 88/1994 και 312/1995): " 1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψιν όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.....
γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα......3) Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο....".
Κατά το άρθρο 4 παρ.1 εδ. α' και παρ. 2 εδ. α' του αυτού ΠΔ: "Ο εμπορικός αντιπρόσωπος οφείλει κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου και να δρα νόμιμα με βάση την καλή πίστη ....Ο αντιπροσωπευόμενος οφείλει κατά την διάρκεια των σχέσεων του με τον εμπορικό αντιπρόσωπο να δρα νόμιμα με βάση την καλή πίστη." Κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει." Κατά το άρθρο 298 παρ. 1 ΑΚ:
Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος." Στην προκείμενη περίπτωση, η εδώ αναιρεσείουσα εταιρία "...... ΟΕ" ιστορούσε στην υπό 5-5-1998 ανταγωγή της: Ότι υπήρξε αποκλειστικός εμπορικός αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης βιομηχανικής εταιρίας "ΖΑΝΑΕ" σε περιοχές της νότιας Ελλάδας, επί πλέον των είκοσι συναπτά έτη, με βάση σχετικές συμβάσεις, οι οποίες διαδοχικώς ανανεώνονταν.
Ότι η τελευταία - έγγραφη - μεταξύ τους συμφωνία της 30-4-1995, η οποία έληξε την 31-12-1996, κατέστη αορίστου χρόνου, αφού ούτε καταγγέλθηκε ούτε ανανεώθηκε για συγκεκριμένο χρόνο με δήλωση μιας εκ των συμβληθεισών εταιριών, σύμφωνα με σχετική συμβατική πρόβλεψη, η δε συνεργασία τους συνεχίσθηκε σιωπηρώς και μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου ισχύος της συμβάσεως.
Ότι την 25-6-1997 η αντιπροσωπευόμενη εταιρία κατήγγειλε μονομερώς τη σύμβαση, ορίζοντας ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα επήρχοντο μετά τρίμηνο, ήτοι την 26-9-1997. Ότι η καταγγελία αυτή ήταν "αόριστη, άκαιρος, άκυρος και παράνομος σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΠΔ 219/91, διότι έδει να ασκηθεί προ έξι (6) μηνών". Ζητούσε δε η αντενάγουσα να της επιδικασθεί (νομιμοτόκως), για τους αναφερόμενους αναλυτικά στο δικόγραφό της λόγους, συνολικό χρηματικό ποσό 214.000.000 δραχμών.
Το Εφετείο, κρίνοντας ότι η καταγγελία της συμβάσεως έπρεπε κατά νόμον να γίνει προ έξι (και όχι προ τριών) μηνών και απορρίπτοντας ισχυρισμό της αντεναγόμενης, ότι αυτή εδικαιούτο να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς τήρηση προθεσμίας λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αντενάγουσας, επιδίκασε στην τελευταία χρηματικό ποσό 196.541 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας και ως διαφυγόν κέρδος (λόγω απώλειας των προμηθειών του χρονικού διαστήματος των τριών μηνών που υπολειπόταν για τη συμπλήρωση έξι μηνών από της καταγγελίας), απέρριψε δε τα κατωτέρω αναφερόμενα δύο (υπ' αριθ. 5 και 6) κονδύλια της ανταγωγής, η περί των οποίων κρίση (και μόνον) αποτελεί αντικείμενο της αναιρετικής δίκης.
Στα αιτήματα αυτά η αναιρεσείουσα αναφερόταν στο δικόγραφο της ανταγωγής της, κατά λέξιν, ως εξής: "Κονδύλιον 5ον: Ως προελέχθη εις το ιστορικό της παρούσης, η αντεναγόμενη μας προέτρεψε να προβούμε σε τεράστιες επενδύσεις σε κτιριακές εγκαταστάσεις, σε έμψυχο και άψυχο υλικό για την ακόμη καλύτερη προώθηση των προϊόντων της με τη συνεχή διαβεβαίωσή της ότι θα είναι αρωγός μας συνεχώς και εις το διηνεκές.
Πράγματι και δοθέντος ότι, η μετά της αντεναγόμενης συνεργασία μας, αποτελούσε την "ραχοκοκκαλιά" της επιχειρηματικής μας δραστηριότητας και πεισθέντες εις τις προτροπές της και διαβεβαιώσεις της, ευλόγως και δικαίως μας εδημιούργησε το "δικαίωμα προσδοκίας" εις διηνεκή συνεργασία. Εις τις επενδύσεις μας αυτές ύψους τουλάχιστον (1) ενός δισεκατομμυρίου δεν θα προχωρούσαμε αν γνωρίζαμε ότι μετά διετίαν από την ολοκλήρωσιν αυτών, η αντεναγόμενη θα διέκοπτε ακαίρως, αντισυμβατικώς, παρανόμως, καταχρηστικώς και εναντίον των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, την συνεργασία μας, με την αφαίρεση από εμάς της αποκλειστικής αντιπροσωπείας της και της αναθέσεως αυτής εις άλλον.
Ούτω, η εκ του "δικαιώματος προσδοκίας" εις συνεχή και μακροχρόνια συνεργασία μας, αξίωσις αποζημίωσης μας, και λόγω της ακαίρου, ακύρου παρανόμου και καταχρηστικής καταγγελίας εκ μέρους της αντεναγόμενης, ως διαφυγόν κέρδος, ανέρχεται εις το ποσόν των 50.000.000σρχ. τούτου υπολογιζομένου εις το ελάχιστον προσδωκόμενον δια συνεργασίαν ενός τουλάχιστον και μόνον ακόμη έτους (1998), και το οποίον κατά συνήθη πορείαν των πραγμάτων θα πραγματοποιούσαμε οπωσδήποτε, εάν ληφθεί υπ' όψιν το εκ των προμηθειών μας κέρδος, ανήλθε κατά τα έτη 1994, 1995, και 1996 στα ποσά των 84.892.086, 66.119.963 και 59.049.245 δρχ.
αντιστοίχως, κατά δε το επίδικον 1997 (μέχρι Ιουνίου 97) ανήλθεν εις το ποσόν των 5.473.513 δρχ. μηνιαίως, οπότε και αυτό ανήρχετο εάν δεν διεκόπτετο ακαίρως η συνεργασία μας στο ποσόν των 65.682.156 δρχ. Το ποσόν αυτό ως ελάχιστον δίκαιον, νόμιμον και βάσιμον πρέπει να μας επιδικασθεί σύμφωνα με το άρθρ. 9 παρ. 1γ του ΠΔ 219/91 και τις διατάξεις του ΑΚ.
Κονδύλιον 6ον. Λόγω της ακαίρου καταγγελίας της συμβάσεως από την αντεναγομένη, αναγκαστήκαμε να προβούμε εις μείωσιν του προσωπικού, μας και να προβούμε εις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των, με την καταβολήν εις αυτούς των νομίμων αποζημιώσεών των. Συγκεκριμένα προέβημεν εις απολύσεις των εξής υπαλλήλων μας με την καταβολή εις αυτούς των αντιστοίχων ποσών (1) εις ...., υπαλλήλον γραφείου, με την 23-7-97 δρχ. 350.000. (2) Εις τον ......, υπάλληλον- περιοδεύων αντιπ/πος την 31-7-97 δρχ. 301.000. (3) Εις τον .......
υπάλληλον, -Αποθηκάριον την 9-12-97 δρχ.2.362.500. (4) .... υπάλληλον, περιοδεύων Αντιπρ/πος την 24-3-98 δρχ. 494.667, ήτοι εν συνόλω καταβάλαμεν το ποσόν των δρχ. 3.508.167, το οποίον ως θετικήν μας ζημίαν πρέπει η αντεναγομένη να μας καταβάλλει σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1γ του ΠΔ 219/91 και τις διατάξεις του ΑΚ." Το σχετικό, με τα επίμαχα δύο αιτήματα, μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης έχει ως εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στη μακρόχρονη συνεργασία των διαδίκων δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα στις σχέσεις τους, αλλά αντιθέτως αυτές ήταν άριστες και όπως χαρακτηριστικά οι μάρτυρες καταθέτουν το όνομα του Ντάλα στη Νότια Ελλάδα ήταν συνώνυμο με τη ΖΑΝΑΕ.
Το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ΖΑΝΑΕ προέτρεψε την αντενάγουσα να προβεί σε τεράστιες επενδύσεις σε κτιριακές και άλλες εγκαταστάσεις και έμψυχο υλικό, για ακόμη καλλίτερη προώθηση των προϊόντων της με τη διαβεβαίωση των εκπροσώπων της (αντεναγομένης) ότι η συνεργασία τους θα είναι μακροχρόνια, έτσι ώστε να δημιουργηθεί στην αντενάγουσα το δικαίωμα εύλογης προσδοκίας για συνεχή συνεργασία με αποτέλεσμα η τελευταία να μετεγκαταστήσει στην επιχείρησή της στον Ασπρόπυργο και να προβεί σε μεγάλες επενδυτικές δαπάνες.
Και είναι μεν αλήθεια ότι η αντενάγουσα το έτος 1991 αγόρασε οικοπεδική έκταση 14.000 τ.μ στον Ασπρόπυργο Αττικής και προέβη στην ανοικοδόμηση τεραστίων κτιριακών εγκαταστάσεων και πρόσληψη νέου προσωπικού, προκειμένου να ανταποκριθεί τόσο στις συμβατικές με την αντεναγομένη επαγγελματικές της υποχρεώσεις που τα προϊόντα της τελευταίας κάλυπταν το 50% της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, όσο και με άλλες εταιρίες που συνεργάζετο και όχι διότι η αντεναγομένη την παρότρυνε προς τούτο, έτσι ώστε να έχει την πεποίθηση ή την προσδοκία απεριόριστης και άνευ όρων συνέχισης της συνεργασίας τους.
Το γεγονός ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν πολλές και διαρκείς συμβάσεις δεν σημαίνει βεβαίως και ότι η συνεργασία τους θα ήταν συνεχής και απεριόριστη.
Συνεπώς, τα κονδύλια της ανταγωγής (1) των 50.000.000 δραχμών που η αντενάγουσα ισχυρίζεται ότι απώλεσε ως ελάχιστο προσδοκώμενο για συνεργασία ακόμη ενός έτους (1998) τουλάχιστον κέρδος και (2) των 3.508.167 δραχμών, που ζητεί ως αποζημίωση απόλυσης των υπαλλήλων πρέπει ν' απορριφθούν ελλείψει αιτιώδους συνάφειας." Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο "ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένως εφήρμοσε και με τον τρόπο αυτό και ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις 4 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 α, γ, παρ. 3α, β ΠΔ 219/1991 σε συνδυασμό με τι διατάξεις των άρθρων 288, 297, 298 ΑΚ" σε κάθε δε περίπτωση οι σχετικές αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς, άλλως ενδοιαστικές, επειδή δεν εξειδικεύεται "με τι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έπρεπε να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια τα αιτούμενα κονδύλια της θετικής ζημίας (αποζημίωσης λόγω απόλυσης υπαλλήλων) και της αποθετικής ζημίας των διαφυγόντων κερδών του έτους 1998." Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συγκεκριμένα: Κατά το μέρος του που αναφέρεται σε ευθεία παράβαση νόμου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού - υπό τα εκτεθέντα- τα επίμαχα αιτήματα δεν απορρίφθηκαν για νομικούς λόγους αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ειδικώς δε το υποστηριζόμενο από την αναιρεσείουσα ότι "κατ' ορθή ερμηνεία των άνω διατάξεων 9 παρ. 1 γ ΠΔ 219/1991, 288, 297, 298 ΑΚ.....
δεν είναι αναγκαίο οι σημαντικές επενδύσεις να έγιναν με υπόδειξη/παρότρυνση του αντιπροσωπευόμενου, όπως αντίθετα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, αλλά αρκεί... και όταν αυτές έγιναν για την καλύτερη προώθηση των συμφερόντων του αντιπροσωπευόμενου" προβάλλεται ως αναιρετικός λόγος απαραδέκτως, διότι, όπως προεκτέθηκε, η ίδια η αναιρεσείουσα στήριξε τα ένδικα αιτήματά της στον πραγματικό ισχυρισμό, ότι οι επίμαχες επενδύσεις της έγιναν με παρότρυνση της αντιδίκου της, τούτο δε κρίθηκε (αναιρετικώς ανέλεγκτα) αβάσιμο.
Κατά το μέρος του δε που ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε εκ πλαγίου παράβαση των ρηθεισών διατάξεων είναι αβάσιμος, διότι - υπό τα εκτεθέντα - το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς, και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, αιτιολογίες, για την θεμελίωση του περί ουσιαστικής αβασιμότητας των ενδίκων αιτημάτων συμπεράσματός του, το οποίο δεν στήριξε (όπως φαίνεται να υποστηρίζει η αναιρεσείουσα) μονολεκτικώς στην "έλλειψη αιτιώδους συνάφειας", αλλά στην παραδοχή ότι υπήρξε αναπόδεικτος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι αυτή είχε προβεί στις επίμαχες επενδύσεις εξαιτίας προτροπών και υποσχέσεων εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου.
Περαιτέρω, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ), διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψιν "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στις με αριθμούς 46724/1999 και 7/2000 εκθέσεις του Εισηγητή Δικαστή και του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, εντεταλμένου Δικαστή, αντιστοίχως, ...
και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι....", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψιν και συνεξετίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων που είχαν εξετασθεί με πρόταση της αναιρεσείουσας και οι οποίες φέρονται ως αγνοηθείσες.
Τέλος, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο τρίτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθ,1 Κ.Πολ.Δ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα επέβαλε στην αναιρεσείουσα μέρος της δικαστικής δαπάνης της αντιδίκου της, ενώ, "εφόσον δεν υπέπιπτε στις πλημμέλειες που αποτελούν το αντικείμενο των παρόντων υπό Α, Β λόγων αναίρεσης, έπρεπε να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εταιρίας ως ηττηθείσα διάδικο και σε κάθε περίπτωση να συμψηφίσει τη δικαστική δαπάνη." Τούτο δε, διότι, υπό την εκτεθείσα διατύπωσή του, ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι θα εκρίνοντο βάσιμοι.
Επειδή, τέλος, υπό τα προεκτεθέντα, τα ένδικα αγωγικά (ανταγωγικά) αιτήματα της αναιρεσείουσας εταιρίας απερρίφθησαν από το Εφετείο για ουσιαστικούς λόγους και αφού προηγουμένως κρίθηκαν νομικώς βάσιμα, προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι γι' αυτό απορριπτέο το -υποβαλλόμενο κατά το άρθρο 234 παρ. 1, 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας- αίτημα της αναιρεσείουσας να απευθυνθεί, από το παρόν δικαστήριο προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ερώτημα για την υπαγωγή ή μη των επίμαχων αιτημάτων σε αρχές και κανόνες του Κοινοτικού Δικαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2006 αίτηση της εταιρίας "ΝΤΑΛΑΣ ΑΕ" για αναίρεση της 1457/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείoουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ