Legislator Case Law & Legislation
1281/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of testator's mental capacity in will invalidity suit.

Case Number 1281/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding the validity of a will. The appellant argued the lower court failed to properly address her mother's mental state and relied on contradictory claims, but the court found these were merely arguments, not new facts. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure; An appellate court's reasoning regarding the mental capacity of a testator constitutes a legal argument rather than a new fact if it relies on evidence already considered in the first instance, thus failing to meet the threshold for annulment under Article 559(19).

Keywords

AI generated
annulment appeal mental capacity testamentary capacity will validity code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 1840(3) of the Civil Code
Article 1719(3) of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1281 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1281/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: X1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ράλλη.

Της αναιρεσίβλητης: ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λυμπερόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7539/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 12-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αρθ.19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο, μέρος δεύτερο, της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αυτή, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της αποκλήρωσής της από την κληρονομούμενη μητέρα της ......, δεν έχει νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τέλεσης από αυτήν (αναιρεσείουσα) σε βάρος της διαθέτιδας μητέρας της σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση και συνδρομής εντεύθεν του προβλεπόμενου από το άρθρο 1840 αριθ.3 του ΑΚ λόγου αποκλήρωσής της από εκείνη.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την επικουρική αυτή βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η μητέρα των διαδίκων ..... χήρα ...., η οποία αποβίωσε στις 28-2-2000, σε ηλικία 90 ετών, με την υπ' αριθμ. .....

δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θήβας Γεωργίου Γεωργούση και δημοσιεύθηκε, μετά το θάνατο της, με το υπ' αριθμ...... πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη θυγατέρα της, ενώ την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα θυγατέρα της την αποκλήρωσε για τους αναφερόμενους στη διαθήκη αυτή λόγους.

Συγκεκριμένα στη διαθήκη αυτή η ως άνω κληρονομουμένη αναφέρει κατά λέξη τα εξής: "Αφήνω κληρονόμο μου στην περιουσία μου μετά το θάνατό μου οπουδήποτε κι αν βρίσκεται και από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται την κόρη μου ..... , η οποία έχει αναλάβει την ένδυση, περίθαλψη και διατροφή μου και θα εξακολουθεί και μέχρι το θάνατό μου να με φροντίζει γιατί είμαι υπερήλιξ και άρρωστη και η άλλη κόρη μου X1 με έχει εγκαταλείψει και έχει επιδείξει αγνωμοσύνη και αχαριστία, με υβρίζει δε με τα χειρότερα λόγια, με λέει παλιόγρια, γκαγκαρέτσα, να σε θάψουμε εδώ στην αυλή και άλλες ύβρεις ακατανόμαστες και για τους λόγους αυτούς την αποκληρώνω.

Την κόρη μου αυτή την έχω ευεργετήσει στο παρελθόν. Της έδωσα όλα τα χρήματα που πήρα από το οικόπεδο στο ..... που πούλησα στην ...... το 1982, πριν από τέσσερα χρόνια έδωσα σε αυτήν δύο εκατομμύρια. Επίσης επί τρία και ήμισυ χρόνια παίρνει και εκμεταλλεύεται τα ενοίκια από την πατρική κατοικία που είναι εβδομήντα χιλιάδες δραχμές το μήνα.

Ακόμα εγώ η ίδια έχω κάνει δωρεά στο γιό της κόρης μου και τελικά αυτή η X1 έχει πάρει πολύ περισσότερα από τη ..... και παρ' όλα ταύτα με εγκατέλειψε και με πέταξε στους πέντε δρόμους να πεθάνω γι' αυτό και την αποκληρώνω και δεν θέλω να πάρει τίποτα από την περιουσία μου". Η ανωτέρω διαθέτιδα επί 38 περίπου συναπτά έτη συνέζησε με την εναγόμενη κόρη της και διέμενε στην οικία αυτής, τούτο δε οφείλεται προφανώς και στο γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια η τελευταία επέδειξε προς τη μητέρα της πλήρη αγάπη, σεβασμό, αφοσίωση και στοργή και τις πρόσφερε κάθε είδους φροντίδες και περιποιήσεις.

Κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1998 η εναγομένη υπέστη καρδιακό έμφραγμα, συνεπεία του οποίου νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο. Για το λόγο αυτό παρακάλεσε την ενάγουσα να φιλοξενήσει στην οικία της, μέχρι να αποθεραπευθεί η ίδια, τη μητέρα τους, ενόψει της μεγάλης ηλικίας αυτής και του ότι έπασχε από οστεοπώρωση, πράγμα που η ενάγουσα αποδέχθηκε.

Κατά το τρίμηνο περίπου χρονικό διάστημα που διέμεινε εκεί η διαθέτιδα μέχρι τις 7-7-1998, η συμπεριφορά της ενάγουσας προς αυτήν ήταν βίαιη, απρεπής και απάνθρωπη, προφανώς λόγω της δεδηλωμένης και δικαιολογημένης αγάπης και αφοσιώσεως της διαθέτιδας προς την εναγομένη που τη γηροκομούσε επί 38 περίπου έτη και της γενόμενης προς το γιό της τελευταίας δωρεάς, η οποία και αναφέρεται στη διαθήκη.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα κατά το πιο πάνω διάστημα σχεδόν καθημερινά καθύβριζε τη μητέρα της με τις φράσεις "γκαγκαρέτσα (που σημαίνει παλιογυναίκα), παλιογυναίκα, βρωμιάρα, σιχαμένη, θα σε πετάξουμε στους πέντε δρόμους να πεθάνεις, εδώ θα σε θάψουμε, να δεις τι θα σου κάνουμε", την έβαζε δε να τρώει μόνη της, την καταφρονούσε και δεν την υπολόγιζε ως μητέρα της.

Η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας προς τη διαθέτιδα μητέρα της ήταν αδικαιολόγητη και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τελευταία την είχε βοηθήσει πολλαπλώς οικονομικά, αφού, εκτός άλλων, με τη δική της πλουσιοπάροχη οικονομική βοήθεια μπόρεσε η ενάγουσα να κατασκευάσει δύο διώροφες οικίες, μία στην Αθήνα και μία στο ....

Βοιωτίας, καθώς και ένα κατάστημα στην Αθήνα, επί της οδού ...... Ενόψει των περιστατικών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος περιγράφεται στην προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη, συνιστά κατά την κρατούσα κοινωνική ηθική σκαιά εξύβριση απ' αυτήν της διαθέτιδας μητέρας της και συνακόλουθα σοβαρό πλημμέλημα από πρόθεση( άρθρο 361 Π.Κ.), που θεμελιώνει το λόγο αποκλήρωσης της ενάγουσας, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1840 αριθμ.3 του ΑΚ και ότι , επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, κρίνοντας αντιθέτως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής για αναγνώριση της ακυρότητας της αποκλήρωσης της ενάγουσας από τη μητέρα της, έσφαλε.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού της κατ' εξακολούθηση εξύβρισης της διαθέτιδας από την ενάγουσα θυγατέρα της ως σοβαρού πλημμελήματος και της συνδρομής εντεύθεν κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης του προβλεπόμενου από το άρθρο 1840 αριθμ.3 του ΑΚ λόγου αποκλήρωσης της ενάγουσας από τη μητέρα της.

Επομένως ο υπό εξέταση, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο λόγο, μέρος πρώτο, αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.10 εδ.α΄ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι συνέτρεχαν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η τέλεση από την ενάγουσα σε βάρος της διαθέτιδας του σοβαρού πλημμελήματος της εξύβρισης από πρόθεση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα ουσιαστική κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα ( καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρου 270 παρ.2 εδ.γ΄ του Κ. Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ.α΄του ίδιου Κώδικα, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις που έγιναν οποτεδήποτε μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έως τη συζήτηση της έφεσης.

Επομένως το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του, πλην άλλων, και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον συμβολαιογράφου, που επικαλέσθηκε νόμιμα και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, και η οποία λήφθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.

α΄ΚΠολΔ πλημμέλεια, της λήψης δηλαδή αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθ.8 εδ.α΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, που έκρινε αβάσιμη την αγωγή της και κατά την κύρια βάση αυτής, τη στηριζόμενη σε ανικανότητα της διαθέτιδας για σύνταξη διαθήκης, λόγω ψυχικής και διανοητικής διαταραχής αυτής που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και έλλειψης συνείδησης των πράξεών της (άρθρο 1719 αριθμ.3 ΑΚ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ότι " Όμως και οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περιέχουν αντιφάσεις, αφού αυτή, ενώ ισχυρίζεται ότι η θανούσα μητέρα της δεν γνώριζε τι υπέγραφε κατά τη σύνταξη της διαθήκης, ως μη έχουσα σχέση με την πραγματικότητα και ότι το περιεχόμενο της διαθήκης χαρακτηρίζεται από σύγχυση και ασάφεια, παράλληλα υποστηρίζει ότι η εναγομένη της είχε υποβάλει το περιεχόμενο της διαθήκης, κατόπιν απειλής, όπως τουλάχιστον αναφέρει στις προτάσεις της, θεμελιώνοντας το νόμω βάσιμο της αγωγής στις περί απειλής διατάξεις του ΑΚ", ενώ τον ισχυρισμό περί απειλής της διαθέτιδας από την εναγομένη δεν τον είχε διαλάβει στην αγωγή της η αναιρεσείουσα, αλλ' ούτε και τον πρότεινε με τις προτάσεις της στο Εφετείο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η πιο πάνω σκέψη του Εφετείου για αντιφατικότητα των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας ενάγουσας δεν συνιστά "πράγμα" κατά την παραπάνω έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 εδ.α΄ΚΠολΔ., αλλά επιχείρημα το οποίο χρησιμοποίησε το δικαστήριο εκείνο προς ενίσχυση της κρίσης του ότι η διαθέτιδα κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης της δεν βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της και είχε την ικανότητα να συλλάβει και εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των διατάξεων της εν λόγω διαθήκης της.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.β΄ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο την παραπάνω κρίση του για την πνευματική επάρκεια της διαθέτιδος τη στήριξε σε ανύπαρκτη ομολογία αυτής (ενάγουσας) περί απειλής και υποβολής της διαθέτιδας από την εναγομένη στη σύνταξη της διαθήκης, την οποία συνήγαγε από το δικόγραφο της αγωγής και τις προτάσεις της, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την ως άνω κρίση του, ότι δηλαδή η διαθέτιδα κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν βρισκόταν σε ψυχική ή άλλη διαταραχή που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της τη στήριξε στα αναφερόμενα στην απόφασή του λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) και όχι σε οποιαδήποτε ομολογία της ενάγουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2005 αίτηση της X1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7539/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ