Supreme Court partially allows appeal regarding unequal housing allowance increases for diplomatic staff versus other employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially overturned the Athens Court of Appeal's dismissal of an employee's claim for equal housing allowance increases. The plaintiff, a diplomatic staff member, argued that his contract stipulated a base salary plus foreign service allowance, while other employees received additional housing cost adjustments, creating unequal pay for similar work. The court rejected arguments based on EU equality laws and international treaties but found merit in the specific claim regarding the housing allowance increase. Consequently, the judgment was remanded to the Court of Appeal for further examination of the housing allowance discrepancy.
Legislator headnote
AI generatedArticles 131 and 10 of Law 419/1976; Article 119 of the EEC Treaty; Article 1 of the First Protocol to the ECHR: The court holds that while general equal pay principles apply, specific statutory provisions governing foreign service allowances may justify differential treatment based on service conditions, yet claims regarding specific allowance increases must be substantively reviewed if they affect contractual rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1281 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1281/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, υπαλλήλου - Κλητήρα Α΄, του Υπουργείου Εξωτερικών, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον κλάδο Βοηθητικού Προσωπικού, υπηρετούντος στην Ελληνική Πρεσβεία της ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γαρυφαλιά Σκιάνη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3151/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8111/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/2/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 20/5/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 131 παρ. 1 του Ν. 419/1976 «περί Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών» που ίσχυε μέχρι 24.3.98 αφότου ισχύει ο Ν 2599/1998 «Κώδικας Οργανισμού Υπ. Εξωτερικών» ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού με όλα τα όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις.
Κατά την παράγραφο 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση των διαφορών κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου όπου υπηρετεί ο υπάλληλος και ειδικότερα για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.
Κατά την παράγραφο 11 το παραπάνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με Π.Υ.Σ. και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας καθορίζεται με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος των υπαλλήλων με πρεσβευτικό βαθμό. Κατά το άρθρο 132 του Ν 419/76 οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε στη περίπτωση αυτή θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλομένου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.
Με τη Φ 083-58/11.3.1988 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31.3.1988) που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, ως και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενοι σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων.
Με την παρ. Γ' της παραπάνω ΚΥΑ ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παραγρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι σ' όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπ.
Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/84. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουρ. Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικά γι' αυτό λόγοι.
Ακολούθως με τη ΣΤ1/Η/Φ 083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας και Εξωτερικών χορηγήθηκε από 1.7.1993 επίδομα στέγασης, που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μονίμους υπαλλήλους του Διοικητικού κλάδου Γεν. Καθηκόντων, κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του Ν. 419/1976.
Με τη 2001800/185/0022/17.3.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η παραπάνω παραγρ. Γ' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουρ. Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.
Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου κατά τις ταυτόσημες διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24.3.98 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.
Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια Κ.Υ.Α.
σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω Νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή.
Με την ΚΥΑ των Υπουργ. Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις παραπάνω Κ.Υ.Α. ποσοστά για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του.
Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του Ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.
Επομένως οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στη παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.
Όμως η προαναφερθείσα ΣΤ 1/η/Φ 083 – 13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως δεν αυξάνει το ποσοστό για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού.
Επομένως ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρ. 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν 419/1976.
Στην προκειμένη περίπτωση από την αγωγή του αναιρεσείοντα, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε στις 1.3.1994 από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και υπηρετεί έκτοτε ως κλητήρας Α' στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη .... κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδος στη ......που ενήργησε ως εκπρόσωπος του Ελλ.
Δημοσίου. Ότι είναι ύπανδρος με σύζυγο μη εργαζομένη στο Ελλ. Δημόσιο ή σε Ελληνικό ιδιωτικό φορέα και ότι είναι πατέρας ενός γυιού που γεννήθηκε στις 19.2.1981. Ότι το αναιρεσίβλητο αρνείται να του καταβάλλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στεγάσεως και για οικογενειακά βάρη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (1.3.1994 μέχρι 31.1.1999) κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των ΚΥΑ που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις αυτές καταβάλλονται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους.
Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη μόνο κατά το αιτούμενο κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος για οικογενειακά βάρη (ένα ανήλικο τέκνο), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαυξήσεως για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού ο αναιρεσείων δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή με την προαναφερθείσα Κ.Υ.Α.
Επομένως το Εφετείο που απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως για οικογενειακά βάρη παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί, κατά ένα μέρος του, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αντίθετα το Εφετείο που απέρριψε, ως μη νόμιμη, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος για δαπάνη στεγάσεως δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε αυτές α) των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ. β του Συντάγματος που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου και αντιστρόφως και της ισότητας αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και η εν γένει διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, έναντι της αναιρεσείουσας δικαιολογείται λόγω παροχής εργασίας διαφορετικής κατά το περιεχόμενο και τις εν γένει συνθήκες (από απόψεως προσλήψεως, υπηρεσιακής εξελίξεως κ.λ.π.) υπό τις οποίες τελούν κάθε μια από τις κατηγορίες των μονίμων και των συμβασιούχων υπαλλήλων β) του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ που επιβάλλει την όμοια μισθολογική μεταχείριση ανδρών και γυναικών και της αριθ. 100 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας αφού δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους, καθόσον το ένδικο ζήτημα δεν αφορά ανόμοια μισθολογική μεταχείριση ανδρών και γυναικών γ) του άρθρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη απαίτηση δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία βάσει του ισχύοντος δικαίου μέχρι την προσφυγή στο Δικαστήριο ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά.
Επομένως οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως πρώτος και δεύτερος (κατά ένα μέρος τους) τρίτος και τέταρτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη, ως εν προκειμένω, αλλά προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ύπαρξη ελλείψεων κ.λ.π.
στις επί της ουσίας αιτιολογίες της αποφάσεως. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι είχε με την ατομική σύμβασή του συμφωνηθεί ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αποτελούνται από το μισθό εσωτερικού διοικητικού κλητήρα Α' τάξης και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το εριζόμενο ζήτημα δεν αφορά στην καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, αλλά στις επί του επιδόματος αυτού προσαυξήσεις που παρέχονται βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ. 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την 8111/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ