Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding delayed interest payment in public works contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a municipal enterprise against a lower court decision rejecting an abuse of right objection. The appellant argued that the defendant's company had a legitimate belief that interest claims were waived because invoices from 2011 were paid immediately, and the lawsuit was filed years later. The court held that the defendant's inaction alone does not constitute abuse of right, and the appellant failed to prove specific circumstances justifying the rejection of the interest claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 para. 10 of Law 1418/1984; Art. 53 para. 9 of the Code of Construction of Public Works: Mere inaction by the creditor does not render a right abusive unless accompanied by specific circumstances and a change in attitude causing detrimental effects to the debtor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1280 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1280/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "... …", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζυγούρη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... " και τον διακριτικό τίτλο "... .", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαλενιανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου.
Εκδόθηκε η απόφαση 67/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 (Α' 23), όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν.2229/1994 (Α' 138) και αναριθμήθηκε, από παρ. 8 σε παρ. 10, με το άρθρο 1 του ν.2940/2001 (Α' 180), ορίζεται ότι: "Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.
Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.
Αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ...". Περαιτέρω, στο άρθρο 53 παρ. 9 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.3669/2008 (Α' 116), Κώδικα της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων, που άρχισε να ισχύει από τις 18.6.2008, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι: "Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέραν του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ.166/2003 ( Α' 38) ..." .Με το π.δ.166/2003 (Α' 138), το οποίο, στο άρθρο 9 αυτού, ορίζει ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του την 5.6.2003, προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις της οδηγίας 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000, "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές" (ΕΕ L 200 της 8.8.2000).
Με το ως άνω προεδρικό διάταγμα ορίζονται τα εξής: "Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή" (άρθρο 2). "Κατά την έννοια του διατάγματος αυτού: 1. 'Εμπορική συναλλαγή' είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.
α. 'Δημόσια αρχή' είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ Α' 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α' 230) εξαιρούμενων τομέων (Π. Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α' 45) και δημοσίων έργων (Π.Δ. 334/2000, ΦΕΚ Α' 279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν. β. ... 2. 'Καθυστέρηση πληρωμής' είναι η μη τήρηση της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής. 3. ..." (άρθρο 3). "1.
Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους: α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο, μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών.
β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας.
γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου.
δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών της παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4.
Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κυρία πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς"), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες (παρ.4). ... 5. ..." (άρθρο 4). "Στις περιπτώσεις που οι κοινές διατάξεις είναι, σε σύγκριση με τις διατάξεις του διατάγματος αυτού, ευνοϊκότερες για το δανειστή, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις" (άρθρο 8).
Εξάλλου, στην έννοια της εμπορικής συναλλαγής του άρθρου 3 του π.δ.166/2003, με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία στις διατάξεις της οδηγίας 2000/35/ΕΚ, εμπίπτει και η σχεδίαση και εκτέλεση δημοσίων έργων (Ολ. Α.Π. 10/2013 ΣτΕ 1403/2016). Τούτο συνάγεται, ιδίως, από τις αιτιολογικές σκέψεις της ανωτέρω οδηγίας με αριθμούς 7, 9, 10, 13, 19 και 22.
Ειδικότερα, στην 22η αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής αναφέρεται ότι " Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διέπει όλες τις εμπορικές συναλλαγές, ανεξαρτήτως του εάν αυτές διενεργούνται μεταξύ ιδιωτικών ή δημοσίων επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι τελευταίες προβαίνουν σε σημαντικό όγκο πληρωμών προς τις επιχειρήσεις.
Κατά συνέπεια, θα πρέπει επίσης να διέπει όλες τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κυρίων αναδόχων και των προμηθευτών και υπεργολάβων τους". Η πρόθεση αυτή του νομοθέτη γίνεται πλέον εμφανής, στην 11η αιτιολογική σκέψη της νεότερης οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές" (Ε.Ε.
L 48 της 23.2.2011), στην οποία προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία με τις διατάξεις της παραγράφου Ζ' του ν. 4152/2013 (Α' 107/9.5.2013), όπου αναφέρεται ότι: "Στην παράδοση αγαθών και στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν η σχεδίαση και η εκτέλεση δημοσίων έργων και κτιρίων και τα έργα πολιτικού μηχανικού".
Εξάλλου, με την υποπαράγραφο Ζ. 14 του ν. 4152/2013, καταργήθηκε το π.δ.166/2003, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (16.3.2013), ορίσθηκε δε ότι οι διατάξεις του εν λόγω προεδρικού διατάγματος παραμένουν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του. Περαιτέρω, οι διατάξεις του π.δ.166/2003, οι οποίες αποτελούν μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των διατάξεων της οδηγίας 2000/35/ΕΚ, που στοχεύει στην καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στην εσωτερική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της, της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και των συνθηκών ανάπτυξης υγιούς ανταγωνισμού, κατισχύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 249 παρ. 1 και 3 (πρώην άρθρο 189) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη άρθρο 288 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και 28 του Συντάγματος, κάθε αντίθετης διάταξης της εσωτερικής νομοθεσίας.
Συνεπώς, οι διατάξεις του π.δ.166/2003, οι οποίες, κατά τα ανωτέρω, εφαρμόζονται και στις συμβάσεις σχεδίασης και εκτέλεσης δημοσίων έργων, κατισχύουν, από την έναρξη της ισχύος τους, των διατάξεων της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 (όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2229/1994 και αναριθμήθηκε με το άρθρο 1 του ν.2940/2001) και του άρθρου 53 παρ. 9 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.3669/2008, κώδικα της νομοθεσίας περί κατασκευής δημοσίων έργων, μεταξύ άλλων θεμάτων και όσον αφορά την πρόβλεψη για προηγούμενη έγγραφη όχληση, επί καθυστερήσεως πληρωμής εγκριθέντος λογαριασμού (πιστοποιήσεως), η οποία (έγγραφη όχληση) δεν απαιτείται πλέον, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του π.δ.166/2003, για την έναρξη της τοκοφορίας του λογαριασμού (βλ.
ΣτΕ1403/2016,ΣτΕ 3526/2015 επταμ.). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ή εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, καθώς και όταν εφαρμόζει εσφαλμένα τον κανόνα δικαίου (ΟλομΑΠ 31/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4πδ 166/2003 καθόσον αφενός μεν οι συμβάσεις δημοσίων έργων δεν εμπίπτουν στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του άνω άρθρου 4 του πδ166/2003 και αφετέρου ότι η ίδια η αναιρεσείουσα δεν εμπίπτει στου υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του καθόσον αυτή δεν εμπίπτει στο δημόσιο τομέα όπως αυτός οριοθετείται στα άρθρα 51ν1892/90,4 παρ 6ν1943/1991 και 14 παρ 1ν2190/1994 αλλά έχει κοινωφελή χαρακτήρα και διέπεται από το ν1069/1980 εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα ,δηλ διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και συμπληρωματικά από το Δημοτικό και Κοινοτικό κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι τα Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ύστερα από διενέργεια ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... " και το διακριτικό τίτλο "... . "αναδείχθηκε μειοδότρια του έργου "Επέκταση μονάδας αφαλάτωσης και υποδομές ύδρευσης ... ... ".Η κατακύρωση εγκρίθηκε από το Δ,Σ.
του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... " - κυρίου του έργου- , με την με αριθμό 3/2008 απόφασή του και στη συνέχεια, υπογράφηκε μεταξύ του τελευταίου και της αναδόχου ενάγουσας εταιρίας , η από 30-4-2008 σύμβαση εκτέλεσης του υπόψη έργου, προϋπολογισμού 4.776171 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ εκ 13%. Με την με αριθμό 22/20Ϊ0 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου, εγκρίθηκε ο 1ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών ( ΑΠΕ ) του εν λόγω έργου, προκειμένου να συμπεριληφθούν οι αυξομειώσεις ποσοτήτων εγκεκριμένων εργασιών, όπως προέκυψαν από τις τελικές επιμετρήσεις.
Η ενάγουσα εταιρία υπέβαλε στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου στις 21-7-2009 και στις 10.9.2010 τους 4ο και 5ο λογαριασμούς του εν λόγω έργου αντίστοιχα, προς έλεγχο και πληρωμή αυτών, με τις εκτελεσθείσες εργασίες και τη δαπάνη αυτών αναλυτικά, συνολικού ποσού 846.502,19 ευρώ (ήτοι 729.743,27 ευρώ για αξία εργασιών + 116.758,92 ευρώ ΦΠΑ ) για τον 4° λογαριασμό και συνολικού ποσού 410.634,10 ευρώ (ήτοι 353.994,91 ευρώ για αξία εργασιών + 56.639,19 ευρώ ΦΠΑ ) για τον 5° λογαριασμό, συνοδεύονταν δε οι λογαριασμοί αυτοί και από πίνακα συνοπτικής επιμέτρησης των εργασιών.
Οι εν λογαριασμοί θεωρήθηκαν από τον επιβλέποντα μηχανικό του εναγομένου Μ. Κ. στις 28-7-2009 ο 4ος λογαριασμός και στις 5-10-2010 ο 5ος λογαριασμός και εγκρίθηκαν από τον Προιστάμενο της Τεχνικής υπηρεσίας της ... ( Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου) αυθημερόν, ήτοι στις 28-7-2009 ο 4υ" λογαριασμός και στις 5-10-2010 ο 5ος λογαριασμός και εκδόθηκαν οι αντίστοιχες εντολές πληρωμής, ποσού (συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας) 846.502,19 € και 410.634,10 € αντιστοίχως.
Για την πληρωμή των λογαριασμών αυτών. η ενάγουσα εταιρία εξέδωσε : α) τα με αριθμούς ….83/28-3-2011, …..87/19-5-2011 και ….98/3-8-2011 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, αξίας μαζί με ΦΠΑ , 180.000 €, 477.952,97 € και 188.549,23€ αντίστοιχα για την πληρωμή του 4ου λογαριασμού και β) το με αριθμό ….07/1-12-2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ισόποσης αξίας για την πληρωμή του 5ου λογαριασμού, τα οποία και υπέβαλε, μαζί με όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά, στο εναγόμενο ΝΠΙΔ.
Οι προαναφερθέντες λογαρασμοί, όμως, δεν εξοφλήθηκαν μέσα σε δύο μήνες από την έγκρισή τους όπως- ορίζει η διάταξη της παρ. 9 του άρθρού53 του ν3669/2008 χωρίς υπαιτιότητα της αναδόχου. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα εταιρία υπέβαλε τις με αριθμ.πρωτ. 1063/8-9-2010 και 17/10-1-2011 αντίστοιχες ειδικές οχλήσεις ,κατ' άρθρο 53, παρ. 9 του ν. 3669/2008, για τον υπολογισμό από την υποβολή εκάστης εξ αυτών των τόκων υπερημερίας στην αξία των εν λόγω αντίστοιχων λογαριασμών.
Στη συνέχεια, το εναγόμενο "ΝΠΙΔ εξόφλησε τους εν λόγω λογαριασμούς κατά κεφάλαιο και Φ.Π.Α. ως ακολούθως: Α ) ο 4ος λογαριασμός εξοφλήθηκε τμηματικά ως εξής: 1) ποσό 180.000 ευρώ στις 31-3-2011, 2) ποσό 277.952,97 ευρώ στις 23-5-2011, 3) ποσό 66.000 ευρώ στις 20-6-2011, 4) ποσό 134.000 ευρώ στις 28-7-2011 και 5) ποσό 188.549,23 ευρώ στις 8-8-2011 και Β ) ο 5ος λογαριασμός εξοφλήθηκε τμηματικά ως εξής : 1) ποσό 110.634,10 στις 29-6-2012,2) ποσό 70.000 ευρώ στις 28-9-2012, 3) ποσό 30.000 ευρώ στις 31-10- 2012, 4) ποσό 100.000 ευρώ στις 30-11-2012 και 5) ποσό 100.000 ευρώ στις 22-2-2013..., χωρίς όμως να καταβάλει στην ενάγουσα και τους οφειλόμενους μέχρι τότε σ' αυτήν τόκους υπερημερίας.
Επειδή, συμφώνως με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, μετά την έγκριση των επίδικων λογαριασμών, που έγινε στις 28/7/2009 για τον 4ο και στις 5/10/2010 για τον 5ο, το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... " υπεχρεούτο να καταβάλει στην ανάδοχο ενάγουσα εταιρία τα αντίστοιχα ποσά μέσα στην κατ' άρθρο 53 παρ. 9 του ν. 3669/2008 δίμηνη προθεσμία.
Επομένως, το εναγόμενο ΝΠΙΔ, που δεν τα κατέβαλε εμπροθέσμως, οφείλει τόκους υπερημερίας, η αξίωση προς καταβολή των οποίων γεννάται, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατ' αρχάς. μόνο από την υποβολή έγγραφης όχλησης προς τη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία (όχληση), κατά τις διατάξεις αυτές, αποτελεί, πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση της καταβολής τόκων υπερημερίας στην εργολαβική αμοιβή...
Συνεπώς, το εναγόμενο ΝΠΙΔ οφείλει τόκους υπερημερίας, για την προαναφερόμενη αιτία,... και με βάση το οριζόμενο στο άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ. 166/2003 επιτόκιο υπερημερίας, από την επομένη της υποβολής των αντίστοιχων οχλήσεων και, ειδικότερα, για τον 4ο λογαριασμό, από την 9-9-2010 (επομένη της υποβολής της αντίστοιχης όχλησης )και έως την 8-8-2011 οπότε εξοφλήθηκε ο λογαριασμός αυτός, για τον 5ο λογαριασμό, από την 11 -1 -2011(επομένη της υποβολής της αντίστοιχης όχλησης) και έως την 22-2-2013, οπότε εξοφλήθηκε ο λογαριασμός αυτός, με βάση το οριζόμενο στο άρθρο 4 παρ. 4 του π.δ. 166/2003, επιτόκιο υπερημερίας.
Οι τόκοι αυτοί, οι οποίοι είναι επίδικοι στην προκειμένη υπόθεση, υπολογιζόμενοι με το επιτόκιο του άρθρου 4 παρ. 4 π.δ. 166/2003, δηλαδή με 8% ( επιτόκιο ΕΚΤ 1% +7) από 9-9-2010. 8.25% ( επιτόκιο ΕΚΤ 1,25% +7) από 1-7-2011 , 8% ( επιτόκιο ΕΚΤ 1% +7) από 1-1-2012 και 7,75% ( επιτόκιο ΕΚΤ 0,75% +7) από 1-1-2013 ανέρχονταν σε: Α) για τον 4ο λογαριασμό (ποσού 846.502,19 ευρώ): 1)για το χρονικό διάστημα από 9-9-2010 έως 31-12-2010 (114 ημέρες), για κεφάλαιο 846.502.19 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 8%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 21.150,96 ευρώ, 2) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-3-2011 (90 ημέρες), για κεφάλαιο 846.502,19 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 8%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 16.698,12 ευρώ, 3)για το χρονικό διάστημα από 1-4-2011 έως 23-5-2011 (53 ημέρες), για κεφάλαιο 666.502,19 ευρώ (846.502,19 - 180.000) με επιτόκιο υπερημερίας 8% , ο οφειλόμενος τόκος είναι 7,742,38 ευρώ, 4) για το χρονικό διάστημα από 24-5-2011 έως 20-6-2011 (28 ημέρες), για κεφάλαιο 388.549,22 ευρώ (666.502,19 - 277.952,97) με επιτόκιο υπερημερίας 8% , ο οφειλόμενος τόκος είναι 2.384,52 ευρώ, 5) Για το χρονικό διάστημα από 21-6-2011 έως 30-6-2011 (10 ημέρες), για κεφάλαιο 322.549,22 ευρώ (388.549,22 - 66.000) με επιτόκιο υπερημερίας 8%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 706,96 ευρώ, 6) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 28-7-2011 (28 ημέρες), για κεφάλαιο 322.549,22 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 8,25% , ο οφειλόμενος τόκος είναι 2.041,34 ευρώ, 7) για το χρονικό διάστημα από 29-7-2011έως 8-8-2011(11 ημέρες) για κεφάλαιο 188.549,23 ευρώ (322.549,22-134.000) με επιτόκιο υπερημερίας 8,25%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 468,79 ευρώκαι συνολικά οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας, για τον 4ο λογαριασμό ανέρχονται στο ποσό των 51.193,07 ευρώ.
Β) για τον 5ο λογαριασμό (ποσού 410634,10 ευρώ):1) για το χρονικό διάστημα από 11-1-2011 έως 30-6-2011(171ημέρες) για κεφάλαιο 410634,10 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 8% ο οφειλόμενος τόκος είναι 15390,34 ευρώ,2) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 31-12-2011(183 ημέρες) για κεφάλαιο 410634,10 ευρώ με επιτόκιο υπερημείας 8,25% ο οφειλόμενος τόκος είναι6985,06 ευρώ, 3)για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 29-6-2012 (181 ημέρες), για κεφάλαιο 410.634,10 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 8%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 16.290,36 ευρώ, 4) για το χρονικό διάστημα από 30-6-2012 έως 30-6-2012 (1 ημέρα), για κεφάλαιο 300.000 ευρώ (410.634,10 - 110.634,10) με επιτόκιο υπερημερίας 8%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 65,75 ευρώ, 5)για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 28-9-2012 (90 ημέρες), για κεφάλαιο 300.000 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 8%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 5.917,81 ευρώ , 6) για το χρονικό διάστημα από 29-9-2012 έως 31-10-2012 (33 ημέρες), για κεφάλαιο 230.000 ευρώ (300.000 - 70.000) με επιτόκιο υπερημερίας 8% , ο οφειλόμενος τόκος είναι 1,663,56 ευρώ , 7) για το χρονικό διάστημα από 1-11-2012 έως 30-11- 2012 (30 ημέρες), για κεφάλαιο 200.000 ευρώ (230.000 - 30.000) με επιτόκιο υπερημερίας 8% , ο οφειλόμενος τόκος είναι 1.315,07 ευρώ, 8) για το χρονικό διάστημα από 1-12-2012 έως 31-12-2012 (31 ημέρες) για κεφάλαιο 100.000 ευρώ (200.000 - 100.000) με επιτόκιο υπερημερίας 8% , ο οφειλόμενος τόκος είναι 679,45 ευρώ, 9) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 22-2-2013 (53 ημέρες), για κεφάλαιο 100.000 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 7,75%, ο οφειλόμενος τόκος είναι 1.125,34 ευρώ και συνολικά οι οφειλόμενοι τόκοι για τον 5ο λογαριασμό ανέρχονται στο ποσό των 59.432,74 ευρώ και συνολικά για τους δύο επίδικους λογαριασμούς οι τόκοι υπερημερίας ανέρχονται στο ποσό των 110.625,81 ευρώ ( 51.3 93,07 + 59.432,74 ) ,ποσό το οποίο υποχρεούται το εναγόμενο ΝΠΙΔ να καταβάλει στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρία.
Το έργο αυτό έχει παραληφθεί οριστικά από το εναγόμενο με την με αριθμό 6/15-2-2012 απόφαση του Δ.Σ. αυτού".
Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι η ένδικη σύμβαση καταρτίστηκε στις 30-4-2008, δηλ μετά την έναρξη ισχύος του πδ 166/2003 (5-6-2003) ,σύμφωνα δε με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη το εν λόγω διάταγμα ισχύει επί συμβάσεων δημοσίων έργων που καταρτίστηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του ως η ένδικη σύμβαση, καθώς και για συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών και διέπεται ως προς το ποσοστό του τόκου υπερημερίας και την έναρξη τοκοφορίας από τις διατάξεις του άνω πδ 166/2003. Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας ότι έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του ως άνω διατάγματος, τις οποίες και εφάρμοσε για τον υπολογισμό των οφειλόμενων τόκων, ορθά τις διατάξεις αυτές ερμήνευσε και εφάρμοσε ακόμη και αν η αναιρεσείουσα δεν είναι δημόσια αρχή κατά την έννοια του άρθρου 3 του ΠΔ. 334/2000, εφόσον σε κάθε περίπτωση στην ένδικη σύμβαση λειτούργησε ως επιχείρηση, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη(ΑΠ1909/2014).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον νπιδ παραπονείται για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 1 και 19ΚΠοΛΔ.Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 53 παρ 9ν3669/2008,4πδ166/2003,τα άρθρα 1,3παρ 3 και 12ΚΒΣ(πδ186/1992) και την ΥΑ2024709/601/0026/8-4-98 "περί καθορισμού των δικαιολογητικών των δαπανών του Δημοσίου για προμήθειες και εργασίες", καθόσον η αναιρεσίβλητη όφειλε να εκδώσει τιμολόγια, προκειμένου να της καταβληθεί το εργολαβικό αντάλλαγμα για να καταστεί υπερήμερη η αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου εσφαλμένα δέχθηκε ότι μοναδική προυπόθεση για την καταβολή τόκων υπερημερίας ήταν η όχληση από τον εργολάβο χωρίς να αναφέρει ότι απαιτείται και η έκδοση τιμολογίων, τα οποία εν προκειμένω εκδόθηκαν στις 28-3-2011,19-5-2011 και 3-8-2011 .
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στην αναιρεσείουσα τον 4ο λογαριασμό ποσού 846.502,19 ευρώ στις 21-7-2009 και τον 5ο λογαριασμό ποσού410.634,10 ευρώ στις 10-9-2010, οι οποίοι θεωρήθηκαν από τον επιβλέποντα μηχανικό της αναιρεσείουσας Μ. Κ. στις 28-7-2009 και 5-10-2010 αντίστοιχα και εγκρίθηκαν από τον Προιστάμενο της τεχνικής υπηρεσίας αυτής στις 28-7-2009 και 5-10-2010 αντίστοιχα, πλην όμως οι άνω λογαριασμοί δεν εξοφλήθηκαν σε δύο μήνες από την έγκρισή τους , δηλ στις 27-9-2009 και 5-12-2010, αντίστοιχα οπότε η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στην αναιρεσείουσα τις 1063/8-9-2010 και 17/10-1-2011 αντίστοιχες ειδικές οχλήσεις του άρθρου 53 παρ 9 ν3669/2008,με βάση δε τις άνω οχλήσεις επιδίκασε τόκους υπερημερίας η προσβαλλομένη απόφαση.
Επειδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση με βάση τα άρθρα 2 και 3 του πδ 166/2003 οι άνω λογαριασμοί έχουν ως νόμιμη ημέρας πληρωμής την27-9-2009 και 5-12-2010, αντίστοιχα, επομένως τόκοι υπερημερίας οφείλονται στην προκειμένη περίπτωση από τις άνω ημερομηνίες , δηλ προγενέστερα από το χρόνο όχλησης της αναιρεσίβλητης, οπότε επιδίκασε τόκους η προσβαλλομένη απόφαση, και όχι μετά την έκδοση τιμολογίων.
Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσα ότι τόκοι οφείλονται μόνον από την έκδοση των σχετικών τιμολογίων στηρίζονται σε εσφαλμένη προυπόθεση και ως εκ τούτου ο λόγος για παράβαση ευθέως και εκ πλαγίου των άνω διατάξεων είναι απαράδεκτος, πέραν του ότι δεν έχει έννομο συμφέρον εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν λιγότεροι τόκοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά τη διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ωστόσο, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση τον δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκησή του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούντα αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 860/2018).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια σχετικά με την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασής της εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι μολονότι προέβαλε στο Εφέτειο τον ισχυρισμό ότι το δικάιωμα για τόκους της αναιρεσίβλητης ασκείται καταχρηστικά, καθόσον τα δικάιωμά της αυτό έχει αποδυναμωθεί, αφού τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εκδόθηκαν το έτος 2011 αποπληρώθηκαν αμέσως ,ενώ η αγωγή ασκήθηκε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο δηλ στις 24-4-2015(το ορθό είναι ότι η αγωγή κατάτεθηκε στις4-6-2014 και ορίστηκε δικάσιμος για την 24-4-2015),χωρίς να υπάρξει κάποια άλλη ενέργεια της αναιρεσίβλητης ,με αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα αξιώσει τόκους υπερημερίας και έτσι να αποδυναμωθεί το δικαίωμά της καθώς και ότι η αξίωση για τους επίδικους τόκους, χωρίς να υπάρξει ιδιαίτερος λόγος θα πλήξει τη νομική προσωπικότητά της, καθόσον θα περιέλθει σε οικονομική αδυναμία, και κατ'επέκταση τη λειτουργία της, που είναι η παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στους κατοίκους της νήσου ... .
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά όμως δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση και ως εκ τούτου το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (αρ 176 και 183 ΚΠοΛΔ), τα οποία όμως θα καθορισθούν μειωμένα εφόσον η αναιρεσείουσα, ως δημοτική επιχείρηση έχει τα δικαστικά προνόμια των δήμων (άρθρο 276§1 ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2017 αίτηση αναίρεσης της ... κατά της 67/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ