1280/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον αρχικά δεύτερο εναγόμενο Ε. Ρ. και προσκόμισε την υπ' αριθμό .../2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου.
Legislator headnote
AI generated1280/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδομένης αποφάσεως και στους δύο). Αντίθετη εκδοχή, θα διεύρυνε κατ' αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως του άρθρου 76 παρ.1 περ. β' του ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (άρθρο 853 ΑΚ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1280 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1280/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κόκκινο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Στρατηγού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο τη βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον αρχικά δεύτερο εναγόμενο Ε. Ρ. και προσκόμισε την υπ' αριθμό .../2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Παλαιού Φαλήρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6378/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1035/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/9/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι από δίκη που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους. Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ' υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου, δεν έπεται, ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτου και εγγυητού υπάρχει γενικώς και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ.
β' ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδομένης αποφάσεως και στους δύο). Αντίθετη εκδοχή, θα διεύρυνε κατ' αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως του άρθρου 76 παρ.1 περ. β' του ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (άρθρο 853 ΑΚ).
Επί πλέον η απόλυτη αυτή άποψη θα κατέληγε συχνά σε διαδικαστικές δυσχέρειες και θα επέφερε εκ προοιμίου και γενικώς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και απαράδεκτα (ΑΠ 1598/2000, ΑΠ 1223/1995). Εκ τούτων παρέπεται, ότι όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντας αδιάφορο αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 764/2009).
Αυτά δε εν όψει και του ότι ο Άρειος Πάγος, όταν ερευνά το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να κρίνει παρεμπιπτόντως το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου (ούτε όταν αυτός είναι αναγκαίος, και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους αναγκαίους ομοδίκους), να ασκήσει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 2146/2013).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' και 287 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί και ο θάνατος διαδίκου, ο οποίος όμως πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο του αποβιώσαντος από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, όπως είναι και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος διαδίκου ή από τον πληρεξούσιο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του αποβιώσαντος, η δε γνωστοποίηση μπορεί να γίνει μόνο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, όχι όμως και με τις προτάσεις, αφού αυτές δεν επιδίδονται.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 288 ΚΠολΔ, στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, υφίσταται και στην περίπτωση που ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητή καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθέναν είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, ο θάνατος ενός από τους ομοδίκους ή άλλο γεγονός του άρθρου 286 που επέρχεται στο πρόσωπο ενός ομοδίκου, έχει ως αποτέλεσμα την διακοπή της δίκης ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 118/2015).
Εκ τούτων συνάγεται εξ αντιδιαστολής του άρθρου 288 του ΚΠολΔ, ότι επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και επί παθητικής ενοχής εις ολόκληρον, κατά το άρθρο 481 του ΑΚ, μεταξύ των περισσοτέρων συνοφειλετών, ως μεταξύ περισσοτέρων ευθυνομένων ως πρωτοφειλετών και συνεγγυητών εκ συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και επίσης μεταξύ πρωτοφειλέτου και εγγυητού, καθ' ο μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθέναν δεν είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, η διακοπή επέρχεται μόνο ως προς τον αποβιώσαντα απλό ομόδικο και δεν επηρεάζει την δίκη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 379/2015).
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, η εκ μέρους του ενός των απλών ομοδίκων ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνο ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αιτήσεως αναιρέσεως.
Σημειωτέον, ότι εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ευνοϊκή για τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 15-16/1996, ΟλΑΠ 1241/1979, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 785/2010, ΑΠ 292/2009, ΑΠ 269/2002). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως:
Με την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. …/2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε, ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../20-9-1985 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...
ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" χορήγησε στην τελευταία πίστωση, της οποίας αυτή (πρώτη εναγομένη) έκανε χρήση από 2-10-1985 έως 4-10-1989 λαμβάνοντας τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά βραχυπροθέσμων δανείων. Ότι δυνάμει όρου της συμβάσεως αυτής ασφαλίσθηκαν, με δαπάνη που βάρυνε την πιστούχο και για τα επίσης στην αγωγή αναφερόμενα ποσά, το αλιευτικό σκάφος "..." κυριότητος της ανωτέρω πιστούχου:
α) έναντι των κινδύνων θαλάσσης και πολέμου και β) για λογαριασμό της ενάγουσας ως ενυπόθηκης δανείστριας έναντι των θαλασσίων κινδύνων από υπαιτιότητα των πλοιοκτητών ή και τυχαία γεγονότα, καθώς επίσης τα ενυπόθηκα αστικά της (πιστούχου) ακίνητα κατά κινδύνου πυρός. Ότι την ανωτέρω σύμβαση, παραλλήλως προς την ανωτέρω πρώτη εναγομένη πιστούχο, συνυπέγραψαν με την ιδιότητα των συνοφειλετών, ήτοι ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον μετά της τελευταίας, οι δεύτερος έως και όγδοος των εναγομένων ήτοι οι Ε.
Ρ. του Ι., Θ. Ρ. του Ι., Κ. Ρ. του Ι., Α. Ρ. του Ι., Μ. Ρ. του Ι., Π. Ρ. του Ι. και Χ. Χ. του Ο., εν προκειμένω αναιρεσείων. Ότι με δηλώσεις τους προς την ενάγουσα πιστοδότρια, τις οποίες αυτή απεδέχθη, η ενάτη, δεκάτη και ενδεκάτη των εναγομένων αντιστοίχως Α. συζ. Κ. Ρ., Ε. συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ., εγγυήθησαν ανεπιφυλάκτως υπέρ της πιστούχου, παραιτηθείσες των ενστάσεων διζήσεως και διαιρέσεως, την ολοσχερή εξόφληση του χρεωστικού καταλοίπου της πιστώσεως.
Ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως και το κλείσιμο του λογαριασμού από την ίδια (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) προέκυψε συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 333.982,44 ευρώ, το οποίον κοινοποίησε στους εναγομένους την 12η και 13η Ιανουαρίου 2009, με πρόσκληση καταβολής του από αυτούς. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν νομιμοτόκως, υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, το ως άνω ποσό.
Επί της αγωγής αυτής το προαναφερόμενο δικαστήριο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην των πρώτης έως και εβδόμου και της ενάτης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την υπ' αριθμ. 6378/2011 οριστική απόφασή του, με την οποίαν την δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υπεχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 333.982,44 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν.
Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς μόνον οι παραστάτες και αντιμωλία δικασθέντες διάδικοι Χ. Χ., ήδη αναιρεσείων, ο οποίος άσκησε την από 7-2-2012 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. …/2012) έφεσή του, που απηύθυνε μόνον κατά της αντιδίκου του εναγούσης τραπέζης, και Ε. συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ.
του Θ., οι οποίες άσκησαν την από 4-2-2012 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. …/2012) κοινή έφεσή τους, που απηύθυναν επίσης μόνον κατά της εναγούσης τραπέζης, κοινοποιουμένη στους λοιπούς εναγομένους ομοδίκους τους. Επί των εφέσεων αυτών, αφού τις συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων, το Εφετείο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1035/2013 απόφασή του, με την οποίαν τις απέρριψε κατ' ουσίαν.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο εκ των ανωτέρω διαδίκων εναγόμενος και εκκαλών Χ. Χ. άσκησε παραδεκτώς, κατά τα κατωτέρω ειδικότερον εκτιθέμενα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την κρινομένη από 1-9-2014 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. …/2014) αίτησή του για την αναίρεσή της, την οποίαν απηύθυνε μόνον κατά της εναγούσης - εφεσιβλήτου Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος.
Τόσον κατά την πρωτόδικη, όσον και κατά την κατ' έφεση δίκη, ο μεν εκ των ανωτέρω αντιμωλία δικασθείς εναγόμενος Χ. Χ. (ήδη αναιρεσείων) υπό την προαναφερομένη ιδιότητα του υπογράψαντος την επίδικη σύμβαση (του εις ολόκληρον συνοφειλέτου μετά της πρώτης των εναγομένων πιστούχου εταιρείας) αμφισβήτησε την ύπαρξη και την έκταση της επιδίκου εις βάρος του κυρίας οφειλής της εναγούσης - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου τραπέζης.
Οι δε Ε. συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ., υπό την ιδιότητα των εγγυητών και εκ τούτου εις ολόκληρον μετά των λοιπών εναγομένων συνοφειλετών ομοδίκων τους ευθυνομένων στην καταβολή του ως άνω καταλοίπου, δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη και την έκταση της κυρίας αυτής εις βάρος τους οφειλής, αλλά προέβαλαν μόνον το μειωμένο της εκτάσεως της ευθύνης τους ως εγγυητών, εξικνούμενο, κατά τους προβληθέντες ισχυρισμούς τους, μέχρι της αξίας του ασφαλίζοντος την απαίτηση της αντιδίκου τους τραπέζης ενυποθήκου ακινήτου τους και την κατά κατάχρηση δικαιώματος άσκηση εις βάρος τους και υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, από την ενάγουσα της επιδίκου απαιτήσεώς της.
Επομένως, από τα εκτεθέντα και συμφώνως προς τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις προκύπτει, ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος, ως συνυπογράψαντος ως συνοφειλέτου μετά των εκ των συνεναγομένων του πρώτης έως και εβδόμου αυτών την εν λόγω σύμβαση πιστώσεως δημιουργήθηκε, με την κοινή παθητική εναγωγή τους, απλή ομοδικία και επίσης (προκύπτει), ότι απλή ομοδικία δημιουργήθηκε μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και των λοιπών συνυπογραψάντων την σύμβαση ως συνοφειλετών συνεναγομένων του και των ανωτέρω επίσης συνεναγομένων του εγγυητριών Ε.
συζ. Θ. Ρ. και Ά. Ρ. του Θ., οι οποίες εγγυήθησαν την καταβολή στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα του καταλοίπου μετά το κλείσιμο της πιστώσεως, και τούτο (δημιουργία απλής μεταξύ τους ομοδικίας) εκ του ότι δεν προέβαλαν, τόσον ο αναιρεσείων, όσον και οι τελευταίες (εγγυήτριες) πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν κοινή υπεράσπιση ως προς την ύπαρξη και την έκταση της αγωγικής κυρίας οφειλής τους.
Κατά συνέπειαν, το μεν δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος να απευθυνθεί η αναίρεση και κατά των λοιπών απλών ομοδίκων ή να κοινοποιηθεί και προς αυτούς και ορθώς δεν απευθύνθηκε και κατ' αυτών, το δε η επ' ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, γενομένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, με καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωσή του, γνωστοποίηση του θανάτου του απλού ομοδίκου και συνεναγομένου συνοφειλέτου του αναιρεσείοντος (και όχι συνεγγυητού ως εσφαλμένως ο αναιρεσείων διατείνεται) Ε.
Ρ. του Ι. δεν επάγεται την βιαία διακοπή της προκειμένης δίκης, ως αβασίμως, επομένως, διατείνεται ο αναιρεσείων, η οποία επομένως και συνεχίζεται νομίμως. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17- 7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση, με την οποία τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μη επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν μεμονωμένως τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμό του, έτσι ώστε να αποσβεστούν κατά το μέρος που καλύπτονται και να οφείλεται ως μοναδική απαίτηση το κατάλοιπο που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.
Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικώς με καταγγελία της συμβάσεως (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ), χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί, ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.
Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν συμβάσεως, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής συμβάσεως ή παροχής αποδεικτικού μέσου.
Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.
Τον χαρακτήρα συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 1437/2014).
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφώς και ορισμένως τα περιστατικά που θεμελιώνουν, κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα, άλλως η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως, το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η πληρωμή του καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού μετά το κλείσιμό του, πρέπει να αναφέρει, αν η αγωγή δεν στηρίζεται σε σύμβαση αναγνωρίσεως του καταλοίπου, εκτός από την κατάρτιση της συμβάσεως, και καθένα από τα κονδύλια του λογαριασμού χωριστά με τα στοιχεία του, ήτοι πρέπει να αναφέρει με πληρότητα όχι μόνον όλες τις πιστοχρεώσεις κατά χρόνο και ποσό αλλά και όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη σχετική απαίτηση ή συνιστούν τη σχετική καταβολή.
Αντιθέτως, την ύπαρξη και άλλων, μη αναγραφομένων στην αγωγή, απαιτήσεων ή καταβολών, που μειώνουν ή μηδενίζουν το κατάλοιπο πρέπει να επικαλεσθεί προς απόκρουση της αγωγής ο εναγόμενος (ΑΠ 1022/2008). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 879/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσίβλητη "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίστηκε, κατά το μέρος που αφορά τον ήδη αναιρεσείοντα (8° εναγόμενο), τα εξής: Δυνάμει της με αριθμό .../20-9-1985 εγγράφου συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Ν.", χορήγησε στην τελευταία πίστωση ποσού 30.000.000 δραχμών, ισχύουσα στο διπλάσιο με αίτηση της πιστούχου, πλέον τόκων προμηθειών, εξόδων, δηλαδή με δυνατότητα της πιστούχου να αναλάβει τα δανειζόμενα χρηματικά ποσά διαδοχικά και με τη συμφωνία οι εκατέρωθεν συναλλαγές τους να καταχωρίζονται σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεοπιστωτικών κονδυλίων, ώστε, τελικά, να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.
Σε εκτέλεση της συμβάσεως, η πιστούχος εταιρεία έλαβε, διαδοχικά, από τις 2-10-1985 μέχρι τις 4-10-1989 τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά βραχυπρόθεσμων δανείων. Την εν λόγω σύμβαση, παράλληλα με την πρώτη εναγόμενη - πιστούχο εταιρία, συνυπέγραψαν, με την ιδιότητα των συνοφειλετών, ευθυνόμενοι σε ολόκληρο με την τελευταία, μεταξύ άλλων εναγομένων (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), και ο ήδη αναιρεσείων Χ.
Χ. (8ος εναγόμενος). Την άμεση και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού καταλοίπου της εν λόγω πιστώσεως εγγυήθηκαν υπέρ της πιστούχου, με τις με αριθμό …/1991 και …/1991 έγραφες δηλώσεις τους προς την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, που έγιναν αποδεκτές από αυτή, και οι Ε. Ρ. και Ά. Ρ. (δεκάτη και ενδεκάτη των εναγομένων αντιστοίχως, εν προκειμένω μη διάδικοι), οι οποίες παραιτήθηκαν από τις ενστάσεις διζήσεως και διαιρέσεως ευθυνόμενες αλληλεγγύως και σε ολόκληρο, ως πρωτοφειλέτες.
Προς διασφάλιση της ανωτέρω χρηματοδοτήσεως ενεγράφη ναυτική υποθήκη επί του αλιευτικού σκάφους "...", κυριότητας της πιστούχου εταιρείας, όπως και υποθήκες επί αστικών ακινήτων ιδιοκτησίας των συνοφειλετών και εγγυητών, που αναφέρονται στην αγωγή. Επίσης, δυνάμει όρου της ένδικης συμβάσεως πιστώσεως (αρθρ. 5 παρ. 1), ασφαλίστηκε με δαπάνη (των ασφαλίστρων) της πιστούχου εταιρείας:
α) το αλιευτικό σκάφος "...", κυριότητας της τελευταίας, έναντι των κινδύνων θαλάσσης και πολέμου, για το ποσό των 700.000 δολαρίων ΗΠΑ, β) το ίδιο σκάφος, για λογαριασμό της ενάγουσας ως ενυπόθηκης δανείστριας, έναντι θαλάσσιων κινδύνων από υπαιτιότητα των πλοιοκτητών ή και τυχαία γεγονότα, για το ποσό των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ και γ) τα ενυπόθηκα αστικά ακίνητα των συνοφειλετών και εγγυητών κατά κινδύνου πυρός.
Για την παρακολούθηση της πιστώσεως, από την έναρξη αυτής στις 2-10-1985, ανοίχθηκε και τηρήθηκε ο υπ' αριθμόν … αλληλόχρεος λογαριασμός, στον οποίο χρεώθηκαν επίσης και τα ασφάλιστρα της ως άνω συμφωνηθείσης ασφαλίσεως του σκάφους της ενυπόθηκης δανείστριας και των ενυπόθηκων ακινήτων, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο δικόγραφο.
Επίσης, συμφωνήθηκε η απαίτηση της αναιρεσιβλήτου (ενάγουσας) επί του καταλοίπου του ανοικτού λογαριασμού να αποδεικνύεται και να θεωρείται εκκαθαρισμένη με βάση το προκύπτον από τα εμπορικά της βιβλία κατάλοιπο αυτού, όπως και ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα να δικαιούται κατά την κρίση της να ανακαλεί την πίστωση οποτεδήποτε, να κλείνει οριστικά τον ή τους λογαριασμούς πιστώσεως και να απαιτεί άμεσα την καταβολή του προκύπτοντος υπέρ αυτής καταλοίπου.
Στις 12-2-2001 το χρεωστικό υπόλοιπο, κατά την 1-1-2001, του ανωτέρω λογαριασμού, ύψους 663.226.278 δρχ. (ή 1.858.330,97 ευρώ), εντάχθηκε στο ηλεκτρονικό μηχανογραφικό σύστημα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και διασπάσθηκε στους αναφερόμενους στο δικόγραφο τέσσερεις νέους (αλληλόχρεους) λογαριασμούς, ανάλογα με το είδος της χρεώσεως και συγκεκριμένα:
α) στον λογαριασμό ..., όπου εντάχθηκαν τα έξοδα εγγραφής υποθήκης, β) στον λογαριασμό ..., όπου εντάχθηκαν οι συμπληρωματικοί τόκοι του α' εξαμήνου του 1988, γ) στον λογαριασμό ..., όπου εντάχθηκαν τα ασφάλιστρα κινδύνων θαλάσσης και ενυπόθηκου δανειστή και δ) στον λογαριασμό ..., όπου εντάχθηκε το υπόλοιπο των βραχυπροθέσμων δανείων, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή.
Στις 19-3-2003 και 17-7-2003, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προέβη, κατά συμβατικό και νόμιμο δικαίωμά της, στο οριστικό κλείσιμο των πιο πάνω λογαριασμών που τηρήθηκαν στα πλαίσια της πιστώσεως μέχρι τότε από την έναρξη της λειτουργίας της συμβάσεως. Κατά το οριστικό κλείσιμο της συμβάσεως, οι ως άνω λογαριασμοί εμφάνισαν τα αναφερόμενα στην αγωγή επιμέρους χρεωστικά κατάλοιπα σε βάρος της πιστούχου όπως και το αναφερόμενο στην αγωγή συνολικό κατάλοιπο, το οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη μετέφερε σε οριστική καθυστέρηση.
Στις 4-8-2004 οι ληξιπρόθεσμες αμέσως παραπάνω οφειλές, οι οποίες ανέρχονταν συνολικά σε 2.720.980,83 ευρώ υπήχθησαν στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και αναπροσαρμόστηκαν στο ποσό των 200.219,44 ευρώ. Στις 7-12- 2005 μηδενίστηκαν όλοι οι υπόλοιποι ως άνω λογαριασμοί, πλην του λογαριασμού με αριθμό ..., του οποίου το λογιστικό του υπόλοιπο ανήλθε (στις 7-12-2005) συμπεριλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας από 5-8-2004 μέχρι 7-12-2005, στο ποσό των 231.344,70 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στο δικόγραφο.
Από τις 25-1-2005 τα ασφάλιστρα και λοιπά έξοδα της ναυτικής εταιρείας χρεώθηκαν σε νέο λογαριασμό με αριθμό .... Στις 25-1-2004 η ενάγουσα, προέβη, κατά συμβατικό και νόμιμο δικαίωμά της, στο οριστικό κλείσιμο του πιο πάνω με αριθμό ... λογαριασμού. Κατά την ημερομηνία του τελευταίου εκτοκισμού, ήτοι στις 20-9-2008 για τον με αριθμό ...
λογαριασμό και στις 26-1-2009 για τον με αριθμό ... λογαριασμό, το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, ανήλθε στο ποσό των 330.466,52 και 3.515,92 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά στο ποσό των 333.982,44 ευρώ, το οποίο η πιστούχος εξακολουθεί να οφείλει. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και παραθέτοντας η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) στο κρινόμενο δικόγραφο όλα τα κονδύλια των λογαριασμών, καθένα χωριστά, ήτοι τις πιστοχρεώσεις που έλαβαν χώρα κατά χρόνο και ποσό από την έναρξη λειτουργίας της ως άνω πιστώσεως μέχρι και την ημερομηνία του τελευταίου εκτοκισμού, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον, ο καθένας, να της καταβάλουν το ως άνω ποσό των 333.982,44 ευρώ.
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ιστορούνται σ' αυτό, όπως στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφέρεται, αναλυτικά, η κίνηση των τηρηθέντων αλληλόχρεων λογαριασμών, ήτοι όλες οι πιστοχρεώσεις που έλαβαν χώρα από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης πίστωσης μέχρι και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, αλλά και ακολούθως μέχρι και τον τελευταίο εκτοκισμό (στις 20-9-2008 και στις 27-1-2009) και μάλιστα κατά χρόνο και ποσό, όπως, επίσης και όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη σχετική απαίτηση ή συνιστούν τη σχετική καταβολή, επιπλέον δε τα στοιχεία της σύμβασης εγγύησης και, τέλος, ότι δεν ικανοποιήθηκε η κύρια απαίτηση.
Επομένως, η ένδικη αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα ανωτέρω, απαιτούμενα προς τούτο, από τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις στοιχεία, ενώ η μη αναφορά σ' αυτήν της υπάρξεως και άλλων απαιτήσεων ή καταβολών, που μειώνουν ή μηδενίζουν το κατάλοιπο, όπως αυτές που αναφέρει, ως ανωτέρω, ο εν λόγω ήδη εκκαλών, εναγόμενος για την υποστήριξη του παρόντος λόγου της εφέσεώς του, δεν την καθιστά (την αγωγή) αόριστη, διότι τα στοιχεία αυτά δεν είναι αναγκαία για να είναι ορισμένη αλλά, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσης αποφάσεως, πρέπει να τα επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, προς απόκρουση της αγωγής και να τα αποδείξει ο εναγόμενος (ήδη εκκαλών) όπως ορθώς, δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του".
Υπό το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, όπως επομένως ορθά δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και, συνεπώς, με την παραδοχή του αυτή δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως δ' εκ τούτου τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αποδίδει στο Δικαστήριο την πλημμέλεια της παραβιάσεως των άρθρων 216 και 111 ΚΠολΔ, είναι μη νόμιμος, καθ' όσον με τον αναιρετικό αυτό λόγο ελέγχεται η παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως στην υπό κρίση περίπτωση.
Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του Ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001, ορίζεται ότι: "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω η εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιαστεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, αν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990 γ) το διπλάσιο, αν συνέβησαν μετά την από (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται με βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Από δε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1, 2 και 12 του επιγενόμενου, ισχύοντος δε από 4-8-2004, ν. 3259/2004, ορίζεται, ότι "η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή, από, κάθε είδους συμβάσεις δανείων η πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης η του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος της απαιτήσεώς τους, σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ... (παρ. 2 εδ. α'). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως (αυτός) ισχύει (παρ. 12), μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001".
Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, που εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή, να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και, όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε, τόσο με το άρθρο 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν.2912/2001, σε συνδυασμό και με την διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004 προκύπτει, ότι με το άρθρο 39 του Ν.3259/2004 βελτιώθηκε το παραπάνω άρθρο 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής, δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών, ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.
Το πιο πάνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 και, στη συνέχεια, με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του Ν.2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει, παράλληλα με το Ν.3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως, κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παράγραφο 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού.
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στη βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβάρυνσης των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, ως προς τον συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως και ισχύει, αν οι σχετικές συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων είχαν συναφθεί η το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συμβεί από 1-1-1991 και έως 31-12-2000 (ΑΠ 1670/2014, ΑΠ 842/2012).
Περαιτέρω, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, να μην προχωρήσουν δε σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, για την είσπραξή τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν, ήδη, αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή, εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρονικό διάστημα, ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004, οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας, κατά τα ως άνω, οφειλής, πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο έτη (2), θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες, χρηματοδοτήσεις (παρ. 2) (βλ. και ΑΠ 132/2014, ΑΠ 1449/2012). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Κατά την σαφή έννοια του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δίκαιου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δευτέρας περιπτώσεως, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 148/1991, 311/1985).
Ο δε προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά, αξιολογώντας τα περιστατικά που, πράγματι, περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/2013).
Για την θεμελίωση του αμέσως ανωτέρω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Επομένως, ορθώς δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, ότι νόμιμα η ήδη εκκαλούσα ενάγουσα τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη) επαναπροσδιόρισε την ένδικη οφειλή από την επίδικη σύμβαση πίστωσης (αλληλόχρεο λογαριασμό), σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, βάσει του τριπλασίου του συνολικού ποσού της οφειλής, συμπεριλαμβανομένων, δηλαδή, των τόκων από ανατοκισμό, εξόδων και φόρων, αντί του διπλάσιου της οφειλής (αφαιρουμένων τόκων εξ ανατοκισμού, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων), όπως αβάσιμα, υποστηρίζει εν προκειμένω, ο εκκαλών, αφού δεν μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση, να εφαρμοστεί η παραπάνω διάταξη του άρθρου 30 ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, στην οποία προβλέπεται συντελεστής 2, και για απαιτήσεις από δανειακές συμβάσεις, που καταγγέλθηκαν ή, όταν πρόκειται για αλληλόχρεους λογαριασμούς, που έκλεισαν, οριστικά, μετά τις 31-12-2000, όπως και οι ένδικοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί, που, ως δεν αμφισβητεί ο ανωτέρω εκκαλών - εναγόμενος, έκλεισαν οριστικά μετά την ανωτέρω, κρίσιμη, ημερομηνία και συγκεκριμένα στις 19-03-2003 και 25-01-2005, αντίστοιχα".
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ως προς το κρίσιμο ζήτημα του τρόπου αναπροσαρμογής της οφειλής. Ορθώς δε δέχθηκε, εφ' όσον το κλείσιμο του λογαριασμού έλαβε χώρα μετά την 31-12-2000 και συγκεκριμένα την 19-3-2003 και την 17-7-2003, ότι εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, και όχι εκείνες του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 και ότι για τον υπολογισμό της οφειλής θα λαμβάνονταν υπόψη ο συντελεστής 3.
Το ισχυριζόμενο δε από τον αναιρεσείοντα, ότι η οφειλή είχε καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού είναι απορριπτέο, ως μη νόμιμο. Και αυτό, διότι μόνον μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου, καθ' όσον κατά τον χρόνο λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού, ο οποίος προϋποθέτει δυνατότητα εκατέρωθεν αποστολών σε οποιαδήποτε στιγμή έως το οριστικό κλείσιμό του, κάθε απαίτηση-αποστολή, από την καταχώρισή της στο λογαριασμό και πριν το κλείσιμο αυτού, χάνει την αυτοτέλειά της.
Επίσης, ούτε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει, καθ' όσον η επίκληση αυτών γίνεται για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν και όχι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, για την ερμηνεία πραγματικών γεγονότων, για το ότι δηλαδή "έντεκα έτη μετά τον οριστικό τερματισμό λήψης δανείων από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία , ήτοι από την 4-10-1989 μέχρι την 31-12-2000 και εννέα πλήρη έτη μετά την απώλεια του υπέρ ου η δανειοδότηση αλιευτικού πλοίου ..., ήτοι από την 30-8-1991 μέχρι την 31-12-2000", οι ένδικες απαιτήσεις είχαν πλέον καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 31-12-2000.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως κατά το σκέλος εκείνο που ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ισχυριζόμενος, ότι η αγωγή εσφαλμένα κρίθηκε νόμιμη και ότι η οφειλή είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή προ της 31-12-2000 οπότε για την αναπροσαρμογή έπρεπε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 και 2 εδ.
α' του Ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος εκείνο που ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 10 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και αυτό διότι η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος.
Ακόμη απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος αναιρετικός λόγος και κατά το μέρος εκείνο που ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, παραπονείται, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι η ένδικη περίπτωση εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 και 2 εδ. α' του Ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001.
Και τούτο διότι το Δικαστήριο απάντησε καταλήγοντας, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, ανεξαρτήτως του ότι το θέμα αυτό εμπίπτει στην έρευνα του νόμω βασίμου της αγωγής. Τέλος, απορριπτέος ως αόριστος είναι ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος εκείνο που ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 30-9-1996 κατασχετηρίου επιταγής της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, είναι αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται, κατά λέξη, το ακριβές περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου καθώς και εκείνο το περιεχόμενο που προσέδωσε στο έγγραφο η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να προκύπτει το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι η ένδικη περίπτωση υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και όχι σ' εκείνη του άρθρου 42 ν. 2912/2001 καθώς και ότι η αγωγή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας τον προβληθέντα ισχυρισμό του περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης επί των θεμάτων αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθ' όσον το νόμω βάσιμο και ορισμένο της αγωγής ερευνώνται από το Δικαστήριο και όχι από διορισθέντες πραγματογνώμονες. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος εκείνο που ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Δικαστήριο απάντησε επί του αιτήματος περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και το απέρριψε, ως άνευ αντικειμένου.
Έτι περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η προβληθείσα από τις ομοδίκους του Ε. Ρ. και Ά. Ρ. (10η και 11η των εναγομένων) ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι απλές, κατά τα σχετικώς προεκτεθέντα, ομόδικοι του αναιρεσείοντος (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) υπεστήριξαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα, απ' αυτές, ένσταση περί μειωμένης εγγυητικής ευθύνης τους, αναφορικώς με την ένδικη οφειλή, ισχυριζόμενες, ότι ανερχόταν μέχρι την αξία του επί της οδού … αριθμ.
… στον Πειραιά κειμένου ακινήτου τους, της οποίας την (αντικειμενική) αξία προσδιορίζουν, με τον υπόψη λόγο της εφέσεώς τους, σε 141.139,75 ευρώ. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν αφορούσε την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του χρέους, οπότε τότε μόνον δημιουργείται η σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (οφειλετών και εγγυητών), λόγω επεκτάσεως και υπέρ του άλλου του δεδικασμένου που θα προκύψει από την απόρριψη της αγωγής εξ αιτίας της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 30/2003), εφ' όσον το περιορισμένο του ποσού της εγγυήσεως δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα ως προς τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ως συνοφειλέτης ευθύνεται εις ολόκληρον για ολόκληρο το ποσό του χρέους.
Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων παραπονείται για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η, και πρωτοδίκως, προβληθείσα από τις ομοδίκους του Ε. Ρ. και Ά. Ρ. (δεκάτη και ενδεκάτη των εναγομένων - εγγυήτριες) ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου - ενάγουσας, με την οποίαν αυτές διετείνοντο ότι αυτό ασκείται καθ' υπέρβαση των ορίων που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ' όσον η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προέβη καθυστερημένως στην επίδοση της αγωγής στις 3-3-2009, παρότι ο επίδικος λογαριασμός είχε κλείσει ήδη από τις 19-3-2003, ενώ παραλλήλως είχε εγγράψει υποθήκες σε ακίνητα όλων των εναγομένων (και των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), γεγονότα που σε συνδυασμό με την έλλειψη όχλησής τους, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, εκ μέρους της εναγούσης, τους δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι οι αξιώσεις της τελευταίας έχουν ικανοποιηθεί ή επρόκειτο να ικανοποιηθούν με την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου τους και ως εκ τούτου αποδυναμώθηκε ως προς αυτές το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμά της.
Ο υπό το περιεχόμενό του αυτό ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν αφορούσε την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του χρέους, για το οποίο κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα, δημιουργείται η σχέση αναγκαστικής ομοδικίας αυτών ως εγγυητών και του αναιρεσείοντος ως συνοφειλέτου μετά της πιστούχου, ώστε η πρότασή του να ωφελεί και τον αναιρεσείοντα και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, όπως επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για τον ίδιο λόγο ο ίδιος αναιρετικός λόγος και, κατά το μέρος εκείνο, που ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ.
αρ. 10 ΚΠολΔ, παραπονείται για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού των απλών ομοδίκων του εγγυητών Ε. Ρ. και Ά. Ρ. (10ης και 11ης των εναγομένων) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ήδη αναιρεσιβλήτου χωρίς απόδειξη.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να υπάρχει κατά το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 244/2004). Επί αποφάσεως δε του εφετείου, που έκρινε την έφεση παραδεκτή και την εξήτασε στην ουσία, ασχέτως, αν τελικώς η έφεση ευδοκίμησε ή απορρίφθηκε, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η ενσωματώνουσα αντιστοίχως την απόφαση του πρωτοδικείου εφετειακή απόφαση (ΚΠολΔ 553), ώστε οι λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια, που οριοθετούν το πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης και την δικαιοδοτική εξουσία του εφετείου κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ ή και σε ζητήματα που το εφετείο δικαιούται να εξετάζει οίκοθεν, ανεξαρτήτως λόγου εφέσεως, όπως είναι το νόμω βάσιμο της γενόμενης δεκτής αγωγής, όταν την απόρριψή της ζητεί με την έφεσή του ο εναγόμενος.
Εξ άλλου, παράβαση, που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και στηρίζει εξαιρετικώς αναιρετικό λόγο, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοείται το σφάλμα του δικαστηρίου, το οποίο δεν μπορούσε ως εκ της φύσεώς του να το γνωρίζει ο διάδικος πριν από την ανάγνωση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ύστερα από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, που έχει περιληφθεί στην έγγραφη εισήγησή του, λόγο αναιρέσεως από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς, 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφ' ετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ίδια παράγραφο λόγων αναιρέσεως.
Ο εισηγητής αρεοπαγίτης ειδικότερα, υποκείμενος κατ' αρχήν, όπως και ο διάδικος, στους περιορισμούς του άρθρου 553 και εκείνους της παραγράφου 2 του άρθρου 562 (ΑΠ 382/1983), δεν μπορεί επί αναιρέσεως κατ' αποφάσεως μόνο του εφετείου να προτείνει αυτεπαγγέλτως λόγους αναιρέσεως και κατά αποφάσεως άλλου δικαστηρίου, δηλαδή να ασκήσει αυτός αναίρεση εξ ιδίου δικαίου, και δίκην αναιρέσεως υπέρ του νόμου, κατά της αποφάσεως του πρωτοδικείου για κεφάλαια της υποθέσεως κατά τα οποία η πρωτόδικη απόφαση δεν εφεσιβλήθη (ΑΠ 1909/2006, ΑΠ 347/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, ο αναιρεσείων το πρώτον υποβάλει το αίτημα περί αυτεπαγγέλτου εξετάσεως του λόγου αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος προς τούτο το μεν ότι το εφετείο, υποχρεώνοντάς τον με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδοχή της ανωτέρω αγωγής της αναιρεσιβλήτου, στην καταβολή προς την τελευταία του επιδίκου ποσού, παρεβίασε τα άρθρα 281, 288, 361, 416, 436, 438, 874 του ΑΚ, 112 του ΕισΝΑΚ και το άρθρο 1 παρ. 4 του ν.2251/1994, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν.3587/2007 περί προστασίας του καταναλωτή, με την διατάξεις των οποίων, προστατεύεται και απαλλάσσεται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή και αναγνωρίζεται και αυτό (εγγυητή) ως καταναλωτής εφ' όσον δεν ενεργεί, ως και ο αναιρεσείων, στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή της επιχειρηματικής δραστηριότητος του πρωτοφειλέτη, και καθίστανται άκυροι οι προδιατυπωμένοι και γενικοί όροι της επιδίκου συμβάσεως που αφορούν το επιτόκιο και το δικαίωμα της δανείστριας αναιρεσιβλήτου προς καταγγελία της δανειακής συμβάσεως, για τους οποίους (όρους), όπως και για την εξέλιξη της πορείας και της εξοφλήσεως του επιδίκου δανείου η αναιρεσίβλητη ουδέποτε τον ενημέρωσε.
Το δε (ισχυριζόμενος) ότι δεν προέβαλε με την αίτηση αναιρέσεως την παραβίαση αυτή εν όψει του ότι, κατά τον χρόνον ασκήσεώς της, δεν είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 13/2015 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου, με την οποίαν ερμηνεύθηκαν οι ανωτέρω παραβιασθείσες διατάξεις και έγινε δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 του ν.2251/1994, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν.3587/2007 περί προστασίας του καταναλωτή, εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις όπως η προκειμένη.
Το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος για αυτεπάγγελτη εξέταση του προαναφερομένου παραπόνου του κατά της αναιρεσιβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως, συμφώνως προς τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν είναι βάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, γιατί την επικαλούμενη παραβίαση ο αναιρεσείων δεν την επικαλέσθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, στο δικαστήριο της ουσίας, ουδέ την προέβαλε με το εφετήριο ως λόγο εφέσεως, ουδέ με το αναιρετήριο ως λόγο αναιρέσεως, με συνέπεια να μη έχει παρασχεθεί η δυνατότητα στον εισηγητή αρεοπαγίτη να προτείνει επί του παραπόνου αυτού του αναιρεσείοντος.
Εν όψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1η Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση του Χ. Χ. του Ο. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1035/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ