Legislator Case Law & Legislation
1280/2016 AI generated

1280/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1280/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1280/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν δε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμελείας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμελείας που επιδείχθηκε από αυτό και εφ’ όσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή.

Keywords

AI generated
offenses against legal certainty offences against public transport dangerous interference with traffic driving without authorization traffic offence freight carrier liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1280 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1280/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Δημάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 992/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Μ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζιάγκα και 2)Κ. Μ. του Α., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Λιακούλη.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 18 Μαρτίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 18 από 13-11-2015 αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 992/2015 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο την 3-11-2015, η οποία (αίτηση) ασκήθηκε την 13-11-2015 με δήλωση του παραστάντος κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνηγόρου υπερασπίσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή, αφού περιέχει κατά τρόπο ορισμένο ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ). Επίσης, νομίμως και εμπροθέσμως και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις έχουν ασκηθεί και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου την 18-3-2016 (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠΔ), και συνεπώς, πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αυτή ως συναφείς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1, 314 παρ. 1 εδ. α’ και 28 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου ή σωματικών βλαβών σε άλλον, υποκειμενικώς δε α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την κατ’ αυτόν τον τρόπο τελουμένη ανθρωποκτονία από αμέλεια ή σωματική βλάβη από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνο των όρων του άρθρου 28 ΠΚ, αλλά και εκείνων του άρθρου 15 ΠΚ.

Δηλαδή εάν η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλημάτων που τελούνται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά την οποία όπου ο νόμος απαιτεί για την ύπαρξη ορισμένης αξιόποινης πράξης να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του.

Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομου τάξεως ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφαλείας του εννόμου αγαθού το οποίο προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πηγάζει δε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, είτε άλλως από προηγουμένη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνου στο μέλλον.

Αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής), νομικής (και όχι ηθικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, πρέπει δε να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.

Ένα και το αυτό έγκλημα εξ αμελείας, το οποίο στοιχειοθετείται από ενέργεια, είναι δυνατόν να συνιστά συγχρόνως και έγκλημα ενεργείας και έγκλημα δια παραλείψεως, δηλαδή να πληροί την υποκειμενική υπόσταση τόσο του ενός όσο και του άλλου, όταν ο δράστης με μια αμελή θετική συμπεριφορά (ενέργεια) θέτει σε κίνηση μία αιτιώδη διαδρομή που καταλήγει στο αξιόποινο αποτέλεσμα, στη συνέχεια δε και πριν από την επέλευση του αποτελέσματος αυτού, παραλείπει από αμέλειά του να το αποτρέψει Όμως πρόκειται πάντοτε περί ενός και του αυτού εγκλήματος και τούτο ανακύπτει σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η τιμώρηση του εγκλήματος ενεργείας, ως επί παραγραφής, οπότε το δια παραλείψεως τελεσθέν έγκλημα αποκτά αυτοτέλεια και είναι δυνατή η τιμώρηση του δράστη εξ αυτού.

Συνεπώς η παραδοχή σε καταδικαστική απόφαση ότι το αυτό εξ αμελείας έγκλημα, το οποίο στοιχειοθετείται από ενέργεια του δράστη, συνιστά συγχρόνως και έγκλημα ενεργείας και έγκλημα δια παραλείψεως, δεν ενέχει αντίφαση, οσάκις κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προηγήθηκε αμελής συμπεριφορά του δράστη που αφετηρίασε την αιτιώδη διαδρομή που κατέληξε στο αξιόποινο αποτέλεσμα, στη συνέχεια δε και πριν από την επέλευση του αποτελέσματος αυτού, ο δράστης από αμέλειά του παρέλειψε να το αποτρέψει.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία, όπως προελέχθη, από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε.

Περαιτέρω για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ’ ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ’ ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη.

Όταν δε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμελείας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμελείας που επιδείχθηκε από αυτό και εφ’ όσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή.

Περαιτέρω στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 291 Π.Κ. ορίζονται τα εξής: "παρ 1. Όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη, ισόβια ή πρόσκαιρη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ.

β’ επήλθε θάνατος. παρ. 2. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του απ’ αυτές προβλεπομένου, συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, εγκλήματος απαιτείται αντικειμενικώς μεν ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο διατάραξη με πράξη ή παράλειψη της ασφαλείας, εκτός των άλλων, και της σιδηροδρομικής συγκοινωνίας, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος ζωής ή υγείας ανθρώπου ή να επήλθε θάνατος, υποκειμενικώς δε για μεν την περίπτωση της παρ. 1 του ανωτέρου άρθρου δόλος (άμεσος ή ενδεχόμενος) δια δε την περίπτωση της παρ. 2 αμέλεια υπό την ανωτέρω έννοια.

Το έγκλημα αυτό συντελείται με μόνη την δημιουργία της δυνατότητος επελεύσεως του κινδύνου χωρίς να απαιτείται και η πραγματική επέλευσή του. Στην περίπτωση δε της εξ αμελείας τελέσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι δυνατή η πραγματική συρροή με την ανθρωποκτονία εξ αμελείας, της τελευταίας αξιοποίνου πράξεως μη απορροφωμένης από την πρώτη, υποκειμένης σε αυτοτελή ποινική αξιολόγηση (ΑΠ 354/2010).

Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσις του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τοιαύτης διατάξεως συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ως αληθή στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο υπό του Αρείου Πάγου ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Έτσι όταν το δικαστήριο της ουσίας απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει, εν όψει της, κατά προεκτεθέντα, διακρίσεως του άρθρου 28 του ΠΚ, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμελείας αυτής (μη συνειδητή ή ενσυνείδητη) συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκτίθεται αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται ο εκ του ανωτέρω άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 992/2015 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της διατάραξης της ασφάλειας σιδηροδρόμου από αμέλεια, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή.

Στο σκεπτικό το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που διενεργήθηκε στο ακροατήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στη διάρκεια της δίκης τούτης, από τα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν στη διάρκεια της δίκης τούτης νόμιμα, από την κατάθεση του μάρτυρα Χ.

Λ. που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης, από την απολογία των κατηγορουμένων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και, γενικά, από τη συζήτηση της επίδικης υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Α. του Α., στον ..., στις 06-09-2008, περί ώρα 20.35’ , από αμέλειά του που συνέκλινε στο επελθόν αποτέλεσμα με την αμέλεια άλλου προσώπου, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, τέλεσε τις εξής αξιόποινες πράξεις:

α) διατάραξε την ασφάλεια της σιδηροδρομικής συγκοινωνίας και από την πράξη αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, β) επέφερε το θάνατο άλλων ανθρώπων και γ) προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλων ανθρώπων. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Α., ο οποίος ήταν τότε Προϊστάμενος του Δ’ Τμήματος Γραμμής ΟΣΕ, υπεύθυνος να εισηγείται προς την εταιρία με την επωνυμία "..." ("...") την κατασκευή έργων σηματοδότησης ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων στη σιδηροδρομική γραμμή Λάρισας -Βόλου του ΟΣΕ, παρέλειψε να προβεί στην εισήγηση, μελέτη και εγκατάσταση σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών προειδοποίησης και κινητών φραγμάτων, (σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ 5 Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας") στη χιλιομετρική θέση 7,750 της σιδηροδρομικής γραμμής Λάρισας - Βόλου, με συνέπεια να καθίσταται τοιουτοτρόπως αφύλακτη η σιδηροδρομική διάβαση που υφίσταται στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση (χ/θ 7,750 της γραμμής Λάρισας - Βόλου).

Αντίθετα, έχοντας τη γνώμη ότι η κίνηση οχημάτων στην ανωτέρω σιδηροδρομική διάβαση δεν ήταν αυξημένη και ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος, ώστε να εγκατασταθούν στη διάβαση αυτή σηματοδότες, ηχητικές συσκευές προειδοποίησης και κινητά φράγματα, αρκέστηκε να αποστείλει επιστολή προς το δήμο ...

και να επισημάνει την ελλιπή σηματοδότηση της ανωτέρω διάβασης, στην οποία δεν υπήρχε κατάλληλη κάθετη σήμανση προειδοποίησης για κινδύνους εξαιτίας ύπαρξης αφύλακτης ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης στο ανωτέρω σημείο, (σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. ..., 10 παρ. 2 Ν. 2696/1999), αλλά υπήρχε μόνο μία παλιά, ανεπαρκής και ακατάλληλη πινακίδα εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία είχε ύψος 1,80 μ.

και χιαστί μορφή και έφερε την επιγραφή "Προσοχή στα τραίνα". Επίσης, στην ανωτέρω διάβαση δεν υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός. Η ανωτέρω παράλειψη του πρώτου κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα: α) να διαταραχθεί σοβαρά η ασφάλεια της σιδηροδρομικής και της οδικής συγκοινωνίας στην ανωτέρω διάβαση, κατά τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τη ζωή των μηχανοδηγών που έβαιναν (ως οδηγοί αμαξοστοιχιών) στη σιδηροδρομική γραμμή Λάρισας - Βόλου, και για τη ζωή των οδηγών οδικών οχημάτων που έβαιναν στην ανώνυμη βοηθητική (παρόδια) οδό της παράπλευρης οδού του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ (Πάτρας-Αθήνας-Θεσσαλονίκης-Ευζώνων), η οποία διασταυρώνεται με τη σιδηροδρομική γραμμή Λάρισας - Βόλου στη χιλιομετρική θέση 7,750, με συνέπεια να δημιουργείται εκεί η επίδικη ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, β) να μην αντιληφθεί έγκαιρα ο Β.

Σ., ο οποίος έβαινε ως οδηγός του υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου στην ανώνυμη βοηθητική (παρόδια) οδό της παράπλευρης οδού του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ, η οποία διασταυρώνεται με τη σιδηροδρομική γραμμή Λάρισας - Βόλου στη χιλιομετρική θέση 7,750, δημιουργώντας την επίδικη ισόπεδη διάβαση, την ύπαρξη της συγκεκριμένης αφύλακτης σιδηροδρομικής διάβασης, εξαιτίας του ελλιπούς φωτισμού και της ακαταλληλότητας της υπάρχουσας προειδοποιητικής πινακίδας, και να εισέλθει ανέλεγκτα στη διάβαση, με περαιτέρω αποτέλεσμα να συγκρουσθεί το όχημά του με την υπ’ αριθμόν…αμαξοστοιχία INTERCITY του ΟΣΕ που οδηγούσε με κατεύθυνση προς Βόλο ο μηχανοδηγός Δ.

Φ., ο οποίος δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο ανωτέρω οχημάτων, (ήτοι της αμαξοστοιχίας και του Ι.Χ. φορτηγού οχήματος), μολονότι πραγματοποίησε ακαριαία πέδηση. Από τη σύγκρουση των δύο ανωτέρω οχημάτων, η οποία υπήρξε μόνη ενεργός αιτία των κατωτέρω δυσμενών συνεπειών, ο οδηγός του Ι.Χ. φορτηγού οχήματος, Β.

Σ., και ο μηχανοδηγός Δ. Φ., (οδηγός της αμαξοστοιχίας), υπέστησαν βαριές κακώσεις κεφαλής και σώματος, από τις οποίες επήλθε αμέσως ο θάνατος τους. Επίσης, από την ίδια σύγκρουση τραυματίσθηκαν ο υπάλληλος του ΟΣΕ, βοηθός μηχανοδηγού, Ι. Α., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής και μετατραυματικό στρες, και η επιβάτης της αμαξοστοιχία, Α.

Τ., η οποία υπέστη θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Ως προς το επίδικο ατύχημα οι μάρτυρες κατηγορητηρίου και υπεράσπισης κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: i) Η μάρτυρας (πολιτικώς ενάγουσα) Κ. Μ. του Α. κατέθεσε τα εξής: "Ο σύζυγός μου έφυγε στο ατύχημα αυτό, όταν ήταν 39 ετών.

Έμεινα με δύο ανήλικα παιδιά. Ήταν επαγγελματίας οδηγός πολλά χρόνια. Ξέρω ότι περνούσε από τη Χάλκη. Πήγα στο σημείο κι εγώ. Μίλησα με οδηγούς που περνούσαν από εκεί. Μου είπαν ότι τα φώτα της γέφυρας καλύπτουν τα φώτα του τρένου", II) Ο μάρτυρας (πολιτικώς ενάγων) Α. Μ. του Γ. κατέθεσε τα εξής: "Είμαι ο ιδιοκτήτης του φορτηγού που έγινε το ατύχημα.

Ο οδηγός δεν είχε ξαναπεράσει από τη διάβαση αυτή. Η ορατότητα είναι περιορισμένη. Όταν το τρένο τρέχει με υπερβολική ταχύτητα, δεν προλαβαίνεις να ελέγξεις και να περάσεις. Υπάρχει πινακίδα που έλεγε "Προσοχή στα τρένα", όχι φωσφορίζουσα, και της έλειπαν γράμματα. Πίσω από το κουβούκλιο χτυπήθηκε το φορτηγό", iii) Ο μάρτυρας Π.

Φ. κατέθεσε τα εξής: "Είμαι ο γιος του θανόντα. Δεν επιθυμώ κάτι από τους κατηγορουμένους", iv) Η μάρτυρας Κ. Κ. του Η. κατέθεσε τα εξής: "Είμαι η σύζυγος του μηχανοδηγού Δεν με έχει αποζημιώσει ο ΟΣΕ". v) Ο μάρτυρας Π. Π. του Δ. κατέθεσε τα εξής: "Είμαι διευθυντής συντήρησης της γραμμής του ΟΣΕ. Υπήρχε ένα σήμα του ΟΣΕ που έλεγε "προσοχή στα τρένα", ήταν στα δύο μέτρα από τη γραμμή.

Την οδική σήμανση την τοποθετεί όποιος έχει την ευθύνη συντήρησης του δρόμου και όχι ο ΟΣΕ. Ήταν αφύλακτη διάβαση. Σύμφωνα με το νόμο δεν θα έπρεπε να είναι φυλασσόμενη. Είδα προσωπικά τη γραμμή στο σημείο. Σηματοδότες δεν είχε το σημείο. Η διάβαση είναι στο ίδιο επίπεδο με το δρόμο στο σημείο αυτό. Δεν ξέρω αν φωσφορίζει η συγκεκριμένη πινακίδα το βράδυ με το φως". vi) Ο μάρτυρας Ε.

Χ. του Δ. κατέθεσε τα εξής: "Είμαι υπάλληλος του ΟΣΕ και υπεύθυνος συντήρησης της γραμμής του ΟΣΕ στη γραμμή Αθήνας. Υπήρχε μόνο μία πινακίδα στα τρία μέτρα από τη γραμμή. Ο υπεύθυνος συντήρησης του δρόμου ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος για την τοποθέτηση πινακίδων. Δεν γνωρίζω ποιος ήταν ο αρμόδιος στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο δήμος ή Περιφέρεια ή άλλος.

Όχι ο ΟΣΕ, πάντως. Δεν είδα βίντεο πραγματογνωμοσύνης. Πάνω στη γέφυρα υπάρχει φωτισμός ΠΑΘΕ. Δεν έχω πάει βράδυ να ξέρω αν τα φώτα θαμπώνουν αυτόν που περνά κάτω από τη γέφυρα. Η γραμμή υπάρχει εκεί από το 1900". vii) Ο μάρτυρας Σ. Ή., αστυνομικός, κατέθεσε τα εξής: "Δεν υπήρχε σήμανση. Την προανάκριση την έκανε άλλος που βγήκε στη σύνταξη.

Σήμανση δεν υπήρχε. Η ΠΑΘΕ ή άλλη υπηρεσία που εδρεύει στην Αθήνα, είναι υπεύθυνη για τη σήμανση. Περνάνε οχήματα από εκεί, για να γλιτώσουν τα διόδια. Έχει κάποια ευθύνη ο ΟΣΕ. Όφειλε να βάλει κάτι, φωτισμό, δίφρακτο. Κλειστή αριστερή στροφή υπάρχει και, στρίβοντας, φτάνεις μπροστά στη γραμμή. Όλες οι διαβάσεις πρέπει να είναι φυλασσόμενες.

Δεν θυμάμαι αν είχαν αυξηθεί τα διόδια το 2008. Τώρα είμαι σε άλλη υπηρεσία. Τότε ήμουν στο Α.Τ. Περιφέρειας. Ο δρόμος είναι παράδρομος της ΠΑΘΕ. Θεωρείται παράδρομος. Δεν ξέρω αν και από ποιον συντηρείται ο δρόμος αυτός", viii) Ο μάρτυρας Θ. Κ. του Β. κατέθεσε τα εξής: "Είμαι υπάλληλος του ΟΣΕ, τεχνολόγος μηχανικός και μένω στο Βόλο.

Ταξιδεύω 30 χρόνια. Η σήμανση είναι επιμέλεια του κατασκευαστή του δρόμου. Ο ΟΣΕ δεν είχε υποχρέωση τότε. Την ευθύνη για τη γραμμή Λάρισα-Βόλος την είχε ο Βόλος. Ροπή κυκλοφορίας σημαίνει το σύνολο των οχημάτων που διέρχονται από το σημείο. Υπολογίζεται δύο φορές ετησίως. Υπάρχει πλήρης ορατότητα, υπάρχουν μετρήσεις και γι’ αυτό δεν θα έπρεπε να είναι φυλασσόμενη η διάβαση αυτή.

Πέρασα και νύχτα και ημέρα από το σημείο. Κάθε μέρα περνάω από εκεί. Το τρένο τη νύχτα είναι πιο ορατό απ’ ότι την ημέρα. Περνάω με το τρένο απ’ το σημείο. Η ορατότητα είναι μετρήσιμη. Είναι αναμφισβήτητη. Δεν μπορεί ο κατηγορούμενος να κάνει εισήγηση, όταν υπάρχει ορατότητα και έχει υπολογιστεί η ροπή κυκλοφορίας".

Στη διάρκεια της απολογίας του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Α., ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη: "Εργάζομαι στον ΟΣΕ 30 χρόνια. Δεν είχε σήμανση. Ήταν μερική σήμανση. Δεν ήταν επαρκής η σήμανση. Υπήρχαν τέσσερις κολώνες. Η χειροποίητη πινακίδα είναι από τον Χ. Τ.. Αυτός που έχει την ευθύνη της οδοποιίας, είχε την υποχρέωση να μεριμνήσει για τη σήμανση.

Αν γνώριζα ποιος ήταν ο αρμόδιος, δε θα έστελνα το έγγραφο στο Δήμο .... Είχα στείλει έγγραφο πριν το ατύχημα. Δεν έγινε τίποτα. Ο ΟΣΕ δεν βάζει σημάνσεις. Το 1/3 των διαβάσεων δεν έχει μπάρες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κοιτάμε την ορατότητα πρώτα. Υπολογίζεται η ορατότητα και κρίνουμε αν πρέπει να είναι φυλασσόμενη η διάβαση.

Τώρα είναι εντάξει η διάβαση. Δεν γνωρίζω ποιος έβαλε τη σήμανση. Πάντως όχι ο ΟΣΕ. Το ατύχημα οφείλεται στο ότι ο οδηγός το αντιλήφθηκε στα 10-15 μέτρα. Αν υπήρχε σήμανση, πιθανώς να προειδοποιούσε τον οδηγό. Ο υπεύθυνος συντηρήσεως του δρόμου έπρεπε να βάλει σήμανση. Το ατύχημα δεν συνέβη από έλλειψη ορατότητας".

Από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Α., όφειλε ως Προϊστάμενος του Δ’ Τμήματος Γραμμής ΟΣΕ, υπεύθυνος να εισηγείται προς την εταιρία με την επωνυμία "...." ("...") την κατασκευή έργων σηματοδότησης ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων στη σιδηροδρομική γραμμή Λάρισας -Βόλου του ΟΣΕ, να προβεί σε εισήγηση, ώστε να εγκατασταθούν σηματοδότες ή ηχητικές συσκευές προειδοποίησης ή κινητά φράγματα στην επίδικη σιδηροδρομική διάβαση, (στη χιλιομετρική θέση 7,750 της σιδηροδρομικής γραμμής Λάρισας - Βόλου), διότι μετά την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ και της παράπλευρης οδού του αυτοκινητόδρομου αυτού και την παράδοσή τους στην κυκλοφορία, αυξήθηκε σημαντικά η κίνηση οχημάτων στην πρώην ανώνυμη αγροτική οδό, η οποία αποτελεί πλέον συνέχεια της παράπλευρης οδού του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ, χαρακτηρίζεται ως ανώνυμη βοηθητική (παρόδια) οδός της παράπλευρης οδού του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ, χρησιμοποιείται από τους οδηγούς οδικών οχημάτων, οι οποίοι βαίνουν στην παράπλευρη οδό του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ, ως συνέχεια της συγκεκριμένης παράπλευρης οδού, και διασταυρώνεται πλέον ως ανώνυμη βοηθητική (παρόδια) οδός της παράπλευρης οδού του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ με τη σιδηροδρομική γραμμή Λάρισας - Βόλου στη χιλιομετρική θέση 7,750, με συνέπεια να δημιουργείται εκεί η επίδικη ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση.

Περαιτέρω, αυξήθηκε σημαντικά η κίνηση οχημάτων διαμέσου της επίδικης σιδηροδρομικής διάβασης, γεγονός που έπρεπε να προβληματίσει τον πρώτο κατηγορούμενο και να τον οδηγήσει στην πραγματοποίηση υπηρεσιακών ενεργειών, κατάλληλων να διασφαλιστεί η ασφαλής διέλευση των αμαξοστοιχιών και των οδικών οχημάτων διαμέσου της επίδικης σιδηροδρομικής διάβασης.

Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε τις επίδικες αξιόποινες (εξαιτίας αμέλειας μικρού ποσοστού σε σύγκριση με την αμέλεια που επέδειξε ο οδηγός του LX. φορτηγού αυτοκινήτου, Β. Σ., κατά τη διέλευση αυτού του οχήματος από την ανωτέρω σιδηροδρομική διάβαση), και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις αυτές, αλλά, περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στο πρόσωπό του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2-α ΠΚ, διότι ο πρώτος κατηγορούμενος έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μέχρι την ημέρα που τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις του.

Ως προς το δεύτερο κατηγορούμενο, Α. Χ. του Κ., το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε (κατά πλειοψηφία) τη δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος αυτός δεν τέλεσε τις επίδικες αξιόποινες πράξεις για τους εξής λόγους.....". Στη συνέχεια το δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα και αθώο κατά πλειοψηφία τον μη όντα εν προκειμένω αναιρεσείοντα και συγκατηγορούμενό του για τις αυτές ως άνω αξιόποινες πράξεις, Α.

Χ. του Κ., του ότι, επί λέξει: "στον ..., στις 6-9-2008 και περί ώρα 20:35, από αμέλεια που συνέκλινε στο αυτό αποτέλεσμα, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής, την οποία έκαστος όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, α) διατάραξαν την ασφάλεια της σιδηροδρομικής συγκοινωνίας, από την οποία πράξη μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, β) επέφεραν το θάνατο άλλων και γ) προξένησαν σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλων ατόμων.

Συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Α. ως Προϊστάμενος Δ’ Τμήματος Γραμμής ΟΣΕ, υπεύθυνος για την εισήγηση προς την ... της κατασκευής έργων σηματοδότησης ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων στη γραμμή ΟΣΕ Λάρισας -Βόλου, παρέλειψε να προβεί στην εισήγηση, μελέτη και εγκατάσταση σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών προειδοποίησης και κινητών φραγμάτων (άρθρο 10 παρ. 5 Ν. 2696/99) στην τοιουτοτρόπως καθιστάμενη αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση στη χ/θ 7,750 της γραμμής Λάρισας - Βόλου, καθώς και περαιτέρω ο δεύτερος κατηγορούμενος Α.

Χ., ως Δήμαρχος του Δήμου ..., συναρμόδιος με την αμέσως πιο πάνω υπηρεσία για τη συντήρηση των προαναφερθεισών βοηθητικών - παροδίων οδών εντός των ορίων του Δήμου ... Λάρισας, δε μερίμνησε ως όφειλε για την κατασκευή κατάλληλης κάθετης σήμανσης προειδοποίησης κινδύνων λόγω ύπαρξης αφύλακτης ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης στο ανωτέρω σημείο (άρθρα 4 παρ. 2 ...

παρ. 2 Ν. 2696/99) αντικαθιστώντας την ανεπαρκή και ακατάλληλη κάθετη σήμανση μιας πινακίδος εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία είχε ύψος 1,80 μ., χιαστί μορφή και επιγραφή "Προσοχή στα τραίνα", ούτε επίσης μερίμνησε για τη δημιουργία επαρκούς τεχνητού φωτισμού στο χώρο με αποτέλεσμα από τη συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο, α) να διαταραχθεί σοβαρά η ασφάλεια της σιδηροδρομικής συγκοινωνίας κατά τρόπο που μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τη ζωή των χρηστών της σιδηροδρομικής γραμμής Λάρισας - Βόλου και τους οδηγούς παρακείμενων οδών, β-γ) ο Β.

Σ., που οδηγούσε το υπ. αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο επί ανώνυμης βοηθητικής-παρόδιας (οδού) της παράπλευρης οδού του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ, η οποία εισέρχεται στη σιδηροδρομική -.γραμμή Λάρισας - Βόλου στη χ/θ 7,750 δημιουργώντας την επίδικη ισόπεδη διάβαση, να μην αντιληφθεί εγκαίρως την ύπαρξη αφύλακτης σιδηροδρομικής διάβασης, δεδομένου και του ελλιπούς φωτισμού και της ακαταλληλότητας της υπάρχουσας προειδοποιητικής πινακίδας και να εισέλθει ανέλεγκτα στη διάβαση, με περαιτέρω αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την υπ’ αριθ.

…- αμαξοστοιχία INTERCITY του ΟΣΕ που διεύθυνε με κατεύθυνση το Βόλο ο μηχανοδηγός Δ. Φ., ο οποίος δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση παρά την πραγματοποίηση ακόμα και ακαριαίας πέδησης, από τη σύγκρουση δε αυτή, ως μόνης ενεργού αιτίας, υπέστησαν ο οδηγός Β. Σ. και ο μηχανοδηγός Δ. Φ. βαριές κακώσεις κεφαλής και σώματος από τις οποίες επήλθε άμεσα ο θάνατος τους, καθώς επίσης τραυματίσθηκαν ο υπάλληλος του ΟΣΕ- βοηθός μηχανοδηγού Ι.

Α., ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής και μετατραυματικό στρες, καθώς και η επιβάτης της αμαξοστοιχίας Α. Τ., η οποία υπέστη θλάση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης.". Από τα ανωτέρω όμως διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει, πολλώ μάλλον δεν καθίσταται σαφές, αν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο ανωτέρω κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων από έλλειψη της προσήκουσα προσοχής, που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα α) του θανάτου των Β.

Σ. και Δ. Φ., β) των σωματικών βλαβών των Ι. Α. και Α. Τ. και γ) της διαταράξεως της ασφαλείας σιδηροδρόμων, ή το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Δεν προσδιορίζεται δηλαδή το είδος της αμέλειας το οποίο βαρύνει τον αναιρεσείοντα και δη αν πρόκειται περί ενσυνείδητου ή περί άνευ συνειδήσεως αμέλειας Η έλλειψη όμως αυτή, ως προς το ποία από τις δύο μορφές αμέλειας δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ως προς τον αναιρεσείοντα, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 28 του Ποινικού Κώδικα.

Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η για τον ανωτέρω λόγο πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 και 314 του ΠΚ, 932 του ΑΚ του 63 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι νομιμοποιείται στην άσκηση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για χρηματική ικανοποίηση, επί μεν του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας το μέλος της οικογενείας του θανατωθέντος λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από την θανάτωση του οικείου του, επί δε του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ο υποστάς βλάβη της υγείας ή του σώματός του, ως αμέσως από την εγκληματική συμπεριφορά του υπαιτίου ζημιωθείς.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2671/1998 (ΦΕΚ 289/τευχ. Α 28-12-1998) "περί ρυθμίσεως θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις", "ο ΟΣΕ είναι αποκλειστικά υπεύθυνος απέναντι των τρίτων για υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που προξενήθηκαν σ’ αυτούς από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του προσωπικού του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.

Το προσωπικό καμία αστική ευθύνη δεν έχει έναντι τρίτων, αλλά μόνο έναντι του ΟΣΕ". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας μόνον.

Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα που διέπραξε υπάλληλος του ΟΣΕ κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου υπαλλήλου του ΟΣΕ κατηγορίας και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκαση σ’ αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου.

Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατά την διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του ΚΠΔ, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", επιλαμβάνεται της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως και εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά στις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάστηκε πρωτοδίκως και προβεί στην επιδίκαση της τοιαύτης απαιτήσεως του παρισταμένου ως πολιτικώς ενάγοντος κατά του κατηγορουμένου, για πλείονες αξιόποινες πράξεις, υπαλλήλου του ΟΣΕ, για άλλες των οποίων νομιμοποιείται να παραστεί και για άλλες δεν νομιμοποιείται, χωρίς να διευκρινίσει στην απόφασή του για ποια αξιόποινη πράξη επιτρέπει την παράστασή του, και εάν τούτο εγένετο για την υποστήριξη της κατηγορίας ή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, παραβιάζει εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι καθιστά ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών και επίσης καθιστά αναιρετέα την απόφασή του (ΑΠ 940/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοδίκου και της προσβαλλομένης, κατ’ έφεση εκδοθείσης, αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν, ο Α. Μ. του Γ., ενεφανίσθη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επικαλούμενος ότι υπέστη ηθική βλάβη, δήλωσε ότι παρίσταται κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ως πολιτικώς ενάγων και ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 44 ευρώ, επιφυλαχθείς για το μεγαλύτερο ποσό, ως χρηματική του ικανοποίηση, χωρίς να προσδιορίσει την αιτιώδη συνάφεια αυτής (ηθικής βλάβης) προς συγκεκριμένη πράξη από τις αποδιδόμενες στον τελευταίο (κατηγορούμενο).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την τοιαύτη παράστασή του ανωτέρω Α. Μ. μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς να διευκρινίσει για ποια ή ποιες από τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις. Στην συνέχεια ενώπιον του κατ’ έφεσιν δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου ο προαναφερόμενος πολιτικώς ενάγων επανέλαβε την ανωτέρω πρωτοδίκως γενομένη δήλωσή του περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ με επιφύλαξη λόγω ηθικής βλάβης χωρίς και πάλιν να προσδιορίσει τον αιτιώδη σύνδεσμο της τοιαύτης μη περιουσιακής του ζημίας προς κάποια από τις ανωτέρω πράξεις για τις οποίες είχε κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων.

Το τελευταίο αυτό δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την ως άνω δήλωση πολιτικής αγωγής και επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ως άνω παραστάντα ως πολιτικώς ενάγοντα, χωρίς να διευκρινίσει για ποια εκ των αποδιδομένων στον εν λόγω καταδικασθέντα κατηγορούμενο υπάλληλο του ΟΣΕ αξιοποίνων πράξεων εδέχθη αυτήν Με τις παραδοχές του όμως αυτές το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και κατέστησε ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών και επίσης (κατέστησε) αναιρετέα την απόφασή του, όπως βασίμως αιτιάται με τον σχετικό τέταρτο πρόσθετο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή ως προς τον αναιρεσείοντα τούτον και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών κυρίων και προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 992/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τον αναιρεσείοντα Ι. Α. του Α., κάτοικο Βόλου. Και

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ