Legislator Case Law & Legislation
1280/2015 AI generated

1280/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1280/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1280/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1280 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1280/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Καπράρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO ΑΑΕ" (πρώην ... ΑΑΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Λιάπη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2010 και 30-4-2010 και με αριθμ καταθ. 1630/ΑΥ/118/2010 και 1651/ΑΥ/120/2010 κύρια και πλαγιαστική αγωγή, αντίστοιχα, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάστηκαν με τις από 10-3-2010 και 30-4-2010 και με αριθμ καταθ. 1629/ ΑΥ/117/2010 και 1652/ΑΥ/121/2010 κύρια και πλαγιαστική αγωγή, αντίστοιχα, του Π. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/ΑΥ/2011 μη οριστική και 18/ΑΥ/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2014/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 11-5-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της από 26-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 8/9-1-2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 2014/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 και 325 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως από το αρμόδιο δικαστήριο επειδή δεν περιέχονται στο οικείο διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής ορισμένα από τα στοιχεία που αξιώνει ο νόμος, αφενός μεν πρόκειται για απόρριψη λόγω αοριστίας, έστω και αν η αγωγή χαρακτηρίζεται μη νόμιμη, αφετέρου δε το δεδικασμένο που έτσι παράγεται αφορά μόνον στο κριθέν διαδικαστικό ζήτημα όχι δε και στην ανυπαρξία ουσιαστικού δικαιώματος.

Έτσι η απόφαση, η οποία δεν έκρινε κατ’ ουσίαν και απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή για τυπικό λόγο, δηλαδή για νομική αοριστία αυτής, όταν καταστεί τελεσίδικη δημιουργεί δεδικασμένο μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα της νομικής αοριστίας ή νομικής αβασιμότητας της αγωγής που δεσμεύει το καλούμενο να εξετάσει εκ νέου την αγωγή δικαστήριο, μόνον εφόσον έχει την ίδια δικονομική έλλειψη, για την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως ως αόριστη ή μη νόμιμη.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε.

Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του όμοιο αίτημα σε διαφορετική ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση, διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ’ αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης.

Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολομ.

Α.Π. 15/1998, Α.Π. 702/2011, Α.Π. 166/2010, Α.Π. 1661/2008). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324 και 325 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74 επ. του Κ.Πολ.Δ. και 926, 927 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, όταν τίθεται ζήτημα ευθύνης εις ολόκληρον περισσοτέρων προσώπων προς αποζημίωση, λόγω κοινής υπαιτιότητας αυτών, η κρίση ότι όλοι ή μερικοί απ’ αυτούς ή άλλος τρίτος, μη διάδικος, είναι υπαίτιοι και επομένως υπόχρεοι σε αποζημίωση, δημιουργεί δεδικασμένο μόνον στη μεταξύ των αντιδικούντων σχέση και όχι μεταξύ των συνεναγομένων προς αλλήλους, οι οποίοι ως ομόδικοι δεν δύνανται να αντιτάξουν την απόφαση μεταξύ τους, αφού με αυτή δεν λύθηκε υφιστάμενη μεταξύ τους διαφορά, ούτε και έναντι εκείνου που δεν κατέστη διάδικος στη σχετική δίκη ως δικαιούχος ή υπόχρεος.

Δεδικασμένο μεταξύ των συνεναγομένων ομοδίκων δημιουργείται το πρώτο με την αναγωγική δίκη, όπου οι μεταξύ τους προσωπικές σχέσεις και υποχρεώσεις κρίνονται κατ’ αντιδικία (Α.Π. 1370/2005). Ακόμη, από το συνδυασμό των ιδίων ως άνω διατάξεων των άρθρων 321, 322, 323, 324 και 325 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ουσιαστικό δεδικασμένο παράγεται μόνον από την τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου, που έκρινε στην ουσία την έννομη σχέση, που προβλήθηκε στη δίκη με αγωγή (κυρία ή παρεμπίπτουσα), ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού και δεν παράγεται όταν το δικαστήριο δεν εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως αλλά απορρίψει την αγωγή (κυρία ή παρεμπίπτουσα) κλπ ως αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη και ειδικότερα για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως και μάλιστα για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.), η οποία ανεφάνη μετά την εξέταση άλλης αγωγής, η παραδοχή της οποίας αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση της κατ’ ουσίαν έρευνας της νέας αγωγής (κυρίας ή παρεμπίπτουσας).

Εξάλλου, από το άρθρο 88 του Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι η προσεπίκληση από τον ενάγοντα, τον εναγόμενο ή τον κυρίως παρεμβαίνοντα προς το δικονομικό του εγγυητή και η τυχόν ενουμένη σ’ αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή περί καταδίκης του τελευταίου στην καταβολή αποζημιώσεως στον προσεπικαλούντα σε περίπτωση ήττας του, στηρίζεται σε έννομη σχέση διαφορετική από εκείνη στην οποία στηρίζεται η κυρία αγωγή, από την οποία πηγάζει το δικαίωμα του προσεπικαλούντος προς αποζημίωση και το τελευταίο αυτό δικαίωμα του προσεπικαλούντος αποτελεί το αντικείμενο της μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου δίκης, με συνέπεια να δημιουργείται για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού ουσιαστικό δεδικασμένο μόνον όταν ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η προσεπίκληση και η τυχόν ενουμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή και να μην δημιουργείται όταν η προσεπίκληση και η ενουμένη σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή απορριφθούν για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, ενόψει του ότι απορρίπτεται η κυρία αγωγή και ο προσεπικαλών δεν ηττάται και δεν έχει έννομο συμφέρον να ερευνηθεί το τυχόν δικαίωμα του προς αποζημίωση του από τον προσεπικαλούμενο (Α.Π. 294/2004).

Τέλος, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ’ αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ.

πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 15/1998, Α.Π. 702/2011, Α.Π. 166/2010, Α.Π. 1661/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων Γ. Μ. είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας την υπ’ αριθμό κατάθεσης 4182/2005 προηγούμενη κύρια αγωγή του κατά του Σ. Σ., της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." και της ασφαλιστικής εταιρείας "...

A.A.E.Z.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσίβλητος ασφαλιστική εταιρία "ERGO A.A.E.", στην οποία ιστορούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος Σ. Σ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", από αμέλεια του κατά την οδήγηση εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο στο αριστερό άκρο του ρεύματος της πορείας της η με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο μη εναγόμενος με την αγωγή του Α. Π. και η οποία ήταν ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική ευθύνη του οδηγού της στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... A.A.E.Z.", με συνέπεια να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί ο ίδιος που επέβαινε ως επιβάτης στην ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα.

Ότι το ατύχημα οφειλόταν σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο του πρώτου εναγόμενου και οδηγού του αυτοκινήτου που εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά ποσοστό 95%, όσο και του μη εναγόμενου οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε την μοτοσικλέτα στο αριστερό άκρο του ρεύματος της πορείας του και ζητούσε με την ως άνω αγωγή του να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με αυτήν να του καταβάλουν ως αποζημίωση των ζημιών του και ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 210.700 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του.

Η ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος συνεκδικάστηκε με την με αριθμό καταθέσεως 38/2006 προσεπίκληση της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", στην οποία σωρευόταν και παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά του οδηγού της μοτοσικλέτας Α. Π. και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...

A.A.E.Z.", με την οποία, αφού αναφερόταν στην κύρια αγωγή που άσκησε εναντίον της ο αναιρεσείων, ιστορούσε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως των δύο οχημάτων και του τραυματισμού του αναιρεσείοντος ήταν ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγός της μοτοσικλέτας που ήταν ασφαλισμένη για την αστική ευθύνη του οδηγού της στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, αφού αυτός ήταν υπαίτιος τουλάχιστον κατά 95% και ζητούσε να υποχρεωθούν οι ως άνω παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στο αναιρεσείοντα και κυρίως ενάγοντα Γ.

Μ., νομιμοτόκως. Επί των ως άνω αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας) εκδόθηκε η με αριθμό 28/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία, αφού δέχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας εισήλθε αντικανονικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο στο αριστερό μέρος του ρεύματος της πορείας του το αυτοκίνητο και συγκρούστηκε με αυτό, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος και του τραυματισμού του κυρίως ενάγοντος και αναιρεσείοντος τον μη εναγόμενο με την κύρια αγωγή οδηγό της μοτοσικλέτας, απέρριψε την κύρια αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν όσον αφορούσε τον πρώτο εναγόμενο και οδηγό του αυτοκινήτου Σ.

Σ. και την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... A.A.E.Z." και αντί να απορρίψει ως άνευ αντικείμενου και εννόμου συμφέροντος την ασκηθείσα ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." κατά των ως άνω παρεμπιπτόντως με αυτήν εναγομένων, χωρίς να την ερευνήσει και να την δικάσει κατ’ ουσίαν, την δέχθηκε εσφαλμένα και ακολούθως, αντί να υποχρεώσει μόνον την κυρίως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "...

Α.Α.Ε.Ζ." να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα αναιρεσείοντα ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 44.315 ευρώ που δέχθηκε ότι οφειλόταν στον τελευταίο, υποχρέωσε να του καταβάλουν το ποσό αυτό αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, τόσο η κυρίως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "... Α.Α.Ε.Ζ", όσο και ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος και μη διάδικος στην κύρια αγωγή οδηγός της μοτοσικλέτας Α.

Π.. Κατά της ως άνω με αριθμό 28/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ο αναιρεσείων και κυρίως ενάγων άσκησε την με αριθμό καταθέσεως 3744/2007 έφεση και το με αριθμό καταθέσεως 5622/2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως, με την οποία έφεση και τους προσθέτους λόγους της στρεφόταν κατά όλων των εναγομένων της κύριας αγωγής του, δηλαδή κατά του Σ.

Σ., κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "... Α.Α.Ε.Ζ.", ενώ παραπονείτο μόνον για το ύψος της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως που του επιδικάσθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση, καθώς και για τα δικαστικά έξοδα και δεν παραπονείτο για την υπαιτιότητα και την απόρριψη της αγωγής του όσον αφορούσε τον εναγόμενο Σ.

Σ. και την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.". Κατά της ίδιας αποφάσεως άσκησαν έφεση και ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Α. Π. και η κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "... Α.Α.Ε.Ζ.", η οποία στρεφόταν κατά του κυρίως ενάγοντος και αναιρεσείοντος και κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." και με την οποία παραπονούντο ότι εσφαλμένα έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή εναντίον τους και ζητούσαν να απορριφθούν και η κύρια και η παρεμπίπτουσα αγωγή.

Επί των ανωτέρω εφέσεων, μετά από παραίτηση του αναιρεσείοντος από του δικογράφου της εφέσεως του όσον αφορούσε τους δύο πρώτους εφεσίβλητους, δηλαδή τον Σ. Σ. και την ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", τους οποίους άλλωστε δεν αφορούσαν οι λόγοι της εφέσεως του κυρίως ενάγοντος αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η με αριθμό 709/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία θεώρησε ως μη ασκηθείσα την έφεση του κυρίως ενάγοντος αναιρεσείοντος ως προς τους ως άνω δύο πρώτους εφεσίβλητους και αφού έκρινε ότι ακόμη και αν ήταν αληθή τα αναφερόμενα στην κύρια αγωγή περιστατικά ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας που ήταν ασφαλισμένη για την αστική ευθύνη του οδηγού της στην τρίτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "...

A.A.E.Z." οδηγούσε την μοτοσικλέτα στο άκρο αριστερό του ρεύματος της πορείας του δεν θεμελιώνεται στο νόμο παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του και κατά συνέπεια αδικοπραξία του για την επέλευση του ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος και ότι οι διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911 δεν εφαρμόζονται ως προς την ασφαλιστική εταιρεία "...

Α.Α.Ε.Ζ." επειδή ο ενάγων επέβαινε στη μοτοσικλέτα, απέρριψε ως μη νόμιμη την κυρία αγωγή όσον αφορά την κυρίως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "... Α.Α.Ε.Ζ." και ως προς τις δύο βάσεις της, δηλαδή τόσο ως προς τη βάση της που στηριζόταν σε αδικοπρακτική ευθύνη του οδηγού της ασφαλισμένης μοτοσικλέτας, όσο και ως προς τη βάση της που στηριζόταν σε ευθύνη από το Ν.

ΓπΝ/1911 του οδηγού της ασφαλισμένης μοτοσικλέτας, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή της κυρίως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων Α. Π. και ασφαλιστικής εταιρείας "... Α.Α.Ε.Ζ.", η οποία σωρευόταν στην με αριθμό καταθέσεως 38/2006 προσεπίκληση της, ως άνευ αντικειμένου και εννόμου συμφέροντος ασκηθείσα, χωρίς να την ερευνήσει και να την δικάσει κατ’ ουσίαν, απορρίπτοντας την έφεση του κυρίως ενάγοντος και αναιρεσείοντος και δεχόμενη την έφεση του παρεμπιπτόντως εναγόμενου Αποστόλου Πολιτικού και της κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας "...

Α.Α.Ε.Ζ.". Ύστερα από την έκδοση της ως άνω με αριθμό 709/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας την με αριθμό κατάθεσης 1630/ΑΥ/118/2010 νέα αγωγή του κατά των Α. Π. και ασφαλιστικής εταιρείας "... Α.Α.Ε.Ζ.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσίβλητος ασφαλιστική εταιρία "ERGO A.A.E.", στην οποία ιστορούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Α.

Π., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... A.A.E.Z.", από αμέλεια του κατά την οδήγηση εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο στο αριστερό άκρο του ρεύματος της πορείας του το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ επιβατικό αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο μη εναγόμενος Σ. Σ., με συνέπεια να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα και να τραυματισθεί ο ίδιος που επέβαινε ως επιβάτης στην ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα. Ότι το ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγόμενου και οδηγού της μοτοσικλέτας που εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ζητούσε με την δεύτερη αυτή αγωγή του να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με αυτήν να του καταβάλουν ως αποζημίωση των ζημιών του και ως χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 157.403,38 ευρώ, νομιμοτόκως.

Επί της δεύτερης αυτής αγωγής του αναιρεσείοντος, εκδόθηκαν οι με αριθμούς 66/2011 και 18/2013 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η πρώτη από τις οποίες διέταξε επανάληψη της συζητήσεως και διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η δεύτερη απέρριψε την ως άνω δεύτερη αγωγή του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου και κατόπιν εφέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων κατά των ως άνω αποφάσεων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 2014/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε ότι από την προαναφερθείσα με αριθμό 709/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης παράγεται δεδικασμένο μεταξύ του ενάγοντος Γ.

Μ. και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας "... A.A.E.Z.", σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, και ειδικότερα της έλλειψης υπαιτιότητας και αδικοπρακτικής ευθύνης στο πρόσωπο του οδηγού Α. Π., δίχως να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι στην πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος η μικρού ποσοστού συνυπαιτιότητα του οδηγού Α.

Π. θεμελιωνόταν στο ότι αυτός οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας του, ενώ στην δεύτερη αγωγή του αναιρεσείοντος η υπαιτιότητα του Α. Π. θεμελιωνόταν στο ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα του εισήλθε παράνομα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινείτο το IX αυτοκίνητο, αλλά και ότι από την ως άνω με αριθμό 709/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης παράγεται δεδικασμένο και μεταξύ του αναιρεσείοντος ενάγοντος Γ.

Μ. και του Α. Π. ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, αφού έστω και εσφαλμένα η με αριθμό 28/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας προσέδωσε στον οδηγό της μοτοσυκλέτας Α. Π. την ιδιότητα του εναγομένου της κύριας αγωγής, αν και τον ανέφερε με την ιδιότητα του "καθού η προσεπίκληση οδηγού" και τον υποχρέωσε να καταβάλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με την ασφαλιστική εταιρία "...

Α.Α.Ε.Ζ." στον ενάγοντα αναιρεσείοντα το ποσό των 44.315 ευρώ νομιμοτόκως και η εκδοθείσα με αριθμό 709/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που προσέδωσε στον Α. Π. την ιδιότητα του εκκαλούντος εναγομένου της κυρίας αγωγής, δέχθηκε τυπικά την έφεση του και την απέρριψε στην ουσία και απέρριψε ως απαράδεκτη και ως προς τους δύο εναγόμενους αναιρεσιβλήτους την δεύτερη αγωγή λόγω δεδικασμένου που κώλυε την εκ νέου εκδίκαση της υποθέσεως.

Όμως , όπως προαναφέρθηκε, από την επισκόπηση και τις αιτιολογίες της με αριθμό 709/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι αυτή δεν έκρινε κατ’ ουσίαν, αλλ’ απέρριψε ως μη νόμιμη την πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος για το λόγο ότι και αν ακόμη ήταν αληθής η ιστορική της αιτία ότι ο οδηγός της ασφαλισμένης στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "...

Α.Α.Ε.Ζ." μοτοσικλέτας Α. Π. εκινείτο στο αριστερό άκρο του ρεύματος της πορείας του, δεν θεμελιωνόταν στο νόμο αδικοπραξία από μέρους του για την επέλευση του ατυχήματος και του τραυματισμού του αναιρεσείοντος, ενώ η δεύτερη αγωγή του αναιρεσείοντος που έχει ως ιστορική της αιτία ότι ο οδηγός της ασφαλισμένης στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "...

Α.Α.Ε.Ζ." μοτοσικλέτας Α. Π. εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας σε σχέση με την πορεία του και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που εκινείτο στο αριστερό άκρο του ρεύματος της πορείας του, περιέχει διαφορετική ιστορική βάση που θεμελιώνει στο νόμο αδικοπραξία του εναγόμενου οδηγού της ασφαλισμένης στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "...

A.A.E.Z." μοτοσικλέτας στην επέλευση του ατυχήματος και του τραυματισμού του αναιρεσείοντος. Έτσι, η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου από την απόρριψη της πρώτης αγωγής, εφόσον αυτή δεν εξετάσθηκε κατ’ ουσίαν, θα δέσμευε το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που επιλήφθηκε της δεύτερης αγωγής, να μην την εξετάσει, εφόσον αυτή θα αποτελούσε επανάληψη εκείνης που απορρίφθηκε, όχι δε και μετά την επίκληση διαφορετικής ιστορικής αιτίας που συνεπάγεται την εφαρμογή άλλων νομικών διατάξεων και καθιστούν ορισμένη και νόμιμη την αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων από αδικοπραξία του πρώτου αναιρεσιβλήτου και οδηγού της ασφαλισμένης στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία μοτοσικλέτας.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την προεπισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και όπως προαναφέρθηκε, ο πρώτος αναιρεσίβλητος και οδηγός της μοτοσικλέτας Α. Π. δεν ήταν διάδικος και μάλιστα αντίδικος του αναιρεσείοντος στην πρώτη αγωγή του, αλλά παρεμπιπτόντως εναγόμενος σε παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε εναντίον του και σώρευσε σε προσεπίκληση η κυρίως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α,", η οποία παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε από την με αριθμό 709/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ελλείψει εννόμου συμφέροντος, χωρίς να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, μετά από παραδοχή εφέσεως που άσκησε ως παρεμπιπτόντως εναγόμενος ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που συνεκδίκασε μαζί με την πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος και την παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." εναντίον του και που εσφαλμένα την δέχθηκε, ενώ είχε απορρίψει την κύρια αγωγή εναντίον της κυρίως εναγομένης και παρεμπιπτόντως ενάγουσας και τον υποχρέωσε εσφαλμένα να καταβάλει αποζημίωση στον κυρίως ενάγοντα αναιρεσείοντα, ενώ δεν ήταν εναγόμενος και αντίδικος του στην κύρια αγωγή.

Επομένως, ενόψει τούτων και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη, δεν υπήρχε δεδικασμένο από την με αριθμό 709/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την ως άνω πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος που στρεφόταν μόνον κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ως μη νόμιμη και την παρεμπίπτουσα αγωγή της κυρίως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗΣ Α.Ε.Ε.Γ.Α." που στρεφόταν κατά αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων ως άνευ αντικειμένου και εννόμου συμφέροντος ασκηθείσα που να κώλυε και να καθιστούσε απαράδεκτη την εκδίκαση της ως άνω δεύτερης αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που έκρινε διαφορετικά, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την με αριθμό 709/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και απέρριψε ως απαράδεκτη την δεύτερη αγωγή του αναιρεσείοντος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δ. και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου.

Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή των ως άνω δύο πρώτων λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρονται σε παραβίαση του νόμου ως προς την ύπαρξη δεδικασμένου (αρθρ. 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ.), μετά την οποία παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου της κρινόμενης αναιρέσεως που αναφέρεται σε έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ), αφού ο τελευταίος αυτός λόγος αναιρέσεως καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω δύο πρώτων λόγων της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. α και ε Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2014/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ