1280/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1280/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ανάγκη, εξάλλου, χρηματικής αποτίμησης στην αγωγή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στο συζυγικό οίκο, υπάρχει μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού μόνο κατά το μέρος αυτό οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1280 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1280/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης: Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιγνατιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λίντα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24106/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 867/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την α) από 7-2-2013 και β) 30-3-2013 αντίθετες αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε τις από α) 7-3-2013 και β) 8-11-2013 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της πρώτης αίτησης αναίρεσης και β) την απόρριψη της δεύτερης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του κάθε αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του κάθε αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες, αντίστοιχα, από 30-3-2012 και 7-2-2013 αιτήσεις αναιρέσεως, με αίτημα αμφοτέρων την αναίρεση της 867/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν τυπικώς παραδεκτές και απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις, που άσκησαν οι διάδικοι κατά της 24106/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με αυτήν είχε απορριφθεί ως αόριστη η κύρια βάση και είχε γίνει μερικώς δεκτή η επικουρική βάση της από 15-7-2006 αγωγής της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης με αίτημα την καταβολή διαφόρων ποσών ως συμμετοχής αυτής στα αποκτήματα του γάμου της με τον αντίδικό της. Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους.
Α' Αίτηση
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι:
α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ1 ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση με οποιοδήποτε τρόπο της περιουσίας του υπόχρεου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία).
Από τη σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υπόχρεου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου της άσκησης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Περαιτέρω, η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου. Εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Ανάγκη, εξάλλου, χρηματικής αποτίμησης στην αγωγή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στο συζυγικό οίκο, υπάρχει μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού μόνο κατά το μέρος αυτό οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου.
Τέλος, η ελλιπής ή ασαφής έκθεση των περιστατικών που κατά νόμον απαιτούνται για να είναι ορισμένη η αγωγή, η πραγματική, δηλαδή, και μάλιστα ποσοτική αοριστία της αγωγής συνεπάγεται ακυρότητα αυτής και η μη απόρριψή της ως αόριστης από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, για την παρά το νόμο μη κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1673/2011, 1223/2007,1496/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της από 15-7-2006 αγωγής της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα τέλεσε γάμο με τον εναγόμενο στις 19-9-1992, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, την Ε., η οποία γεννήθηκε στις 26-8-1995. Ο γάμος τους λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο με την 15451/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 22-7-2004, όταν οι διάδικοι παραιτήθηκαν από τα ένδικα μέσα.
Ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου είχε μηδενική περιουσία, η οποία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου με την κτήση των λεπτομερώς αναφερομένων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων, έτσι ώστε κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου ανερχόταν αυτή (κατ' αληθή υπολογισμό) στο ποσό των 1.149.651,50 ευρώ. Συγκεκριμένα, αυξήθηκε:
α) κατά το ποσόν των 824.651,50 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο άθροισμα των καθαρών κερδών αρχικά της ατομικής επιχειρήσεως και στη συνέχεια της ομόρρυθμης εταιρείας του εναγομένου, με αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία προϊόντων σφολιάτας, όπως τα κέρδη αυτά και για το χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως και την 22-7-2004 με βάση τους υπολογισμούς της εκτίθενται στην αγωγή, και τα οποία διέθετε αυτός αποκλειστικά για την εξέλιξη και την οικονομική στήριξη της εν λόγω επιχειρήσεως, β) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από ένα αγρό στη Νεοχωρούδα Θεσσαλονίκης, όπως αυτός αναλυτικά περιγράφεται στο υπ' αριθμ. .../21-9-2001 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου - Γαλίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί αναγραφομένου τιμήματος στο συμβόλαιο 2.709.000 δρχ., δηλαδή 7.950,11 ευρώ κατά το χρόνο κτήσεως, πραγματικού όμως τιμήματος 60.000 ευρώ, δηλαδή 30.000 ευρώ το ποσοστό του εναγομένου.
Στη συνέχεια αυτός έλαβε με τον άλλο ομόρρυθμο εταίρο και αδελφό του Χ. Τ. δάνειο ύψους 300.000 ευρώ από την Τράπεζα EUROBANK με σκοπό την κατασκευή κτιριακών εγκαταστάσεων στο ως άνω ακίνητο, η αξία του οποίου μαζί με τα κτίσματα κατά το χρόνο λύσεως του γάμου ανερχόταν στο ποσό των 390.000 ευρώ, το δε ποσοστό του εναγομένου στο ποσό των 195.000 ευρώ, που δεν διαφοροποιήθηκε μέχρι την έγερση της αγωγής, γ) ποσοστό 4,335% εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε 672 τ.μ.
εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμ. ... αγροτεμαχίου, Α' κατηγορίας, συνολικής εκτάσεως 15.500 τ.μ. στην Ποτίδαια Χαλκιδικής, άρτιου, οικοδομήσιμου και παραθαλάσσιου, το οποίο αγοράσθηκε με το .../23-1-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Νάκου - Δάρδαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί αναγραφομένου τιμήματος στο συμβόλαιο 9.922,12 ευρώ κατά το χρόνο κτήσεως, πραγματικού όμως τιμήματος 45.000 ευρώ, ενώ κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου η αξία του ανερχόταν στο ποσόν των 55.000 ευρώ, που δεν διαφοροποιήθηκε μέχρι την έγερση της αγωγής, δ) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, μάρκας TOYOTA, αντί τιμήματος κατά το χρόνο κτήσεως το 1997 1.400.000 δρχ., δηλαδή 4.108,58 ευρώ, η αξία του οποίου κατά το χρόνο λύσεως του γάμου ανερχόταν σε 5.000 ευρώ και δεν διαφοροποιήθηκε μέχρι την έγερση της αγωγής, ε) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δύο Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτων, μάρκας MERCEDES, αντί τιμήματος 4.500.000 δρχ.
για το καθένα και συνολικά 9.000.000 δρχ. κατά το χρόνο κτήσεως τούτων τα έτη 1997 - 1998, πραγματικού όμως τιμήματος 10.000.000 δρχ. το καθένα, δηλαδή 58.694,05 ευρώ και τα δύο, ενώ κατά το χρόνο λύσεως του γάμου η αξία τους ανερχόταν σε 35.000 ευρώ το καθένα και η οποία δεν διαφοροποιήθηκε μέχρι την έγερση της αγωγής. Επομένως, από την τέλεση του μεταξύ τους γάμου μέχρι την αμετάκλητη λύση του το ενεργητικό της περιουσίας του εναγομένου αυξήθηκε και ανέρχεται σε (824.651,50 + 195.000 + 55.000 + 5.000 + 70.000) 1.149.651,50 ευρώ.
Και συνεχίζει περαιτέρω η ενάγουσα ότι ή ίδια συνέβαλε στην απόκτηση της παραπάνω περιουσίας από τον εναγόμενο κατά ποσοστό 50%, ως ακολούθως: α) με την προσφορά κεφαλαίου κατά την τέλεση του γάμου τους ποσού ίσου με 10.239,18 ευρώ. β) με την προσφορά κεφαλαίου ίσου με 2.934,70ευρώ, μηνιαίως, έλαβε από το Ταμείο Ανεργίας για το διάστημα από Σεπτέμβριο 1992 έως Ιούνιο 1993.
γ) με την προσφορά των μισθών της ποσού ίσου με 7.336,75 ευρώ από την πλεκτοβιομηχανία "Κ. ΑΒΕΕ", στην οποία εργάσθηκε από τον Ιούλιο 1993 έως τον Απρίλιο 1994. δ) με τη "νυχθημερόν" εργασία της σε καθημερινή βάση και χωρίς αμοιβή από 07.00 έως 23.00 στην επιχείρηση σφολιάτας που άνοιξε ο εναγόμενος με κοινά χρήματα και η οποία λειτούργησε από το Μάιο έως το Δεκέμβριο 1997, δηλαδή για οκτώ (8) μήνες, την οποία αποτιμά σε 1.700 ευρώ/το μήνα και συνολικά σε 13.600 ευρώ.
ε) με την προσφορά των μισθών της ποσού ίσου με 22.400 ευρώ από την εταιρεία "I.L. INTERNATIONAL", στην οποία εργάσθηκε ως αντιπρόσωπος από 1-1-1998 έως 31-12-1999. στ) με την προσφορά των μισθών της ποσού ίσου με 8.250 ευρώ από την εταιρεία ρούχων "ΛΕΑΝ", στην οποία εργάσθηκε ως αντιπρόσωπος από τις αρχές 2000 έως 22-7-2004. ζ) με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο (πλύσιμο, σιδέρωμα, καθαριότητα, ψώνια, εξοπλισμό κ.λ.π.) και στην επιμέλεια και ανατροφή του τέκνου τους, η συμβολή της δε αυτή ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ το μήνα, όσα δηλαδή θα δαπανούσε ο εναγόμενος σε περίπτωση στερήσεως των δικών της υπηρεσιών, και θα αναγκαζόταν να προσλάβει οικιακή βοηθό για να επιμελείται του συζυγικού οίκου και να φροντίζει το τέκνο τους, γιατί ο ίδιος δεν προσέφερε καμιά απολύτως βοήθεια και υπηρεσία στις οικιακές υποχρεώσεις, αφαιρώντας δε εκ του ποσού τούτου το ποσόν των 300 ευρώ ως δική της συνεισφορά στα βάρη του γάμου, θεωρεί ότι το υπόλοιπο ποσόν των 700 ευρώ το μήνα και συνολικά το ποσόν των 100.800 ευρώ για τα 12 έτη του γάμου τους υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς της στα βάρη του γάμου μέτρο και αποτελεί το κεφάλαιο που εξοικονόμησε ο εναγόμενος και συνιστά αντίστοιχα τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του.
η) με την εκ μέρους της παροχή της οικογενειακής τους στέγης, τη χρήση της οποίας είχαν παραχωρήσει χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος οι γονείς της ενάγουσας, μηνιαίας μισθωτικής αξίας κατά μέσο όρο 400 ευρώ, δηλαδή (12 μήνες Χ 400 Χ 12 έτη) 57.600 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζητεί, επιλέγοντας τον πραγματικό υπολογισμό για τη συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του τέως συζύγου της, να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 50%, ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα το 50% εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχ.
β) και γ) ακινήτων της αγωγής και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το 50% της αξίας των υπολοίπων περιγραφομένων περιουσιακών στοιχείων, αλλιώς να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσόν των 602.771,45 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 50% της συνολικής αξίας της περιουσίας του κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής, επικουρικά δε, με βάση τον τεκμαρτό υπολογισμό, να αναγνωρισθεί ότι αυτή συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό 1/3, ότι υποχρεούται αυτός να της μεταβιβάσει κατά κυριότητα το 1/3 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχ.
β) και γ) ακινήτων και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το 1/3 της αξίας των υπολοίπων περιγραφομένων περιουσιακών στοιχείων, αλλιώς να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσόν των 401.847,63 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της συνολικής αξίας της περιουσίας του κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής, τα ποσά δε αυτά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω αγωγή, με την οποία ασκείται αξίωση της ενάγουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα του συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, είναι πλήρως ορισμένη ως προς την κύρια βάση του πραγματικού υπολογισμού, αφού, χωρίς να προκύπτει ασάφεια, περιέχει όλα τα στοιχεία που κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του ΑΚ είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου, δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αόριστη την κυρία βάση της αγωγής, με το αιτιολογικό ότι δεν αναφέρονται οι μηνιαίες οικογενειακές ανάγκες, ώστε να είναι δυνατή η εξεύρεση του επιβαλλόμενου μέτρου συνεισφοράς της ενάγουσας στην αντιμετώπιση τούτων, και κατ' επέκταση να είναι δυνατή η εξεύρεση της υπερβαίνουσας το επιβαλλόμενο μέτρο συμμετοχής της, που θα συνιστούσε συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, και κατόπιν αυτού απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο παραπονείτο η ενάγουσα για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής της ως αόριστης ως προς την κυρία βάση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με βάση τα προεκτεθέντα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, αφού η αγωγή περιείχε όλα τα στοιχεία που κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της και τα οποία προαναφέρθηκαν. Επομένως, τυγχάνει βάσιμος, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως ως προς το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, για την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής ως προς την κυρία βάση, διότι, πέραν των λοιπών εισφορών της ενάγουσας, εκτίθενται σ' αυτήν:
α) η χρηματική αποτίμηση των οικογενειακών αναγκών στο ποσό των 1.000 ευρώ το μήνα, για την κάλυψη των οποίων παρείχε αποκλειστικά τις υπηρεσίες της η ίδια, επικαλούμενη περαιτέρω ότι η δική της συνεισφορά στα βάρη του γάμου ανερχόταν στο ποσόν των 300 ευρώ το μήνα, και κατά συνέπεια το υπόλοιπο ποσό των 700 ευρώ το μήνα υπερέβαινε το επιβαλλόμενο μέτρο και συνιστούσε τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την ίδια απόφαση επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αόριστο το κονδύλιο των 824.651,50 ευρώ της επικουρικής βάσεως της αγωγής, με το αιτιολογικό ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή, αν το ποσόν αυτό των καθαρών κερδών υπήρχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή αυτόν της αμετάκλητης λύσεως του γάμου, καθώς και ότι αν υπήρχε με τη μορφή καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό, θα έπρεπε να αναφέρει το λογαριασμό και την τράπεζα, ενώ αν το ποσόν αυτό υφίστατο με κάποια άλλης μορφής επένδυση (π.χ.
μετοχές, ομόλογα κ.λ.π.) ότι θα έπρεπε να τα εξειδικεύει, και κατόπιν αυτού απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο παρεπονείτο η ενάγουσα για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής της ως αόριστης ως προς το κονδύλιο των καθαρών κερδών της επιχειρήσεως, ώστε να γίνει τεκμαρτός υπολογισμός των αποκτημάτων της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ειδικότερα της αυτής ως άνω διατάξεως, εφόσον στην αγωγή δεν εξετίθετο, αν το αναφερόμενο ποσόν των 824.651,50 ευρώ υπήρχε κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου, δεδομένου ότι η ίδια η ενάγουσα συνομολογούσε πως το ποσόν αυτό ο εναγόμενος σύζυγος της το διέθεσε αποκλειστικά για την εξέλιξη και την οικονομική στήριξη αρχικά της ατομικής και στη συνέχεια της εταιρικής του επιχειρήσεως και συνεπώς δεν υπήρχε κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου, είτε με τη μορφή καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό, είτε με κάποια άλλης μορφής επένδυση.
Επομένως, τυγχάνει αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, για την απόρριψη ως αόριστου του κονδυλίου της επικουρικής βάσεως της αγωγής που αφορούσε στα καθαρά κέρδη της επιχειρήσεως του εναγομένου.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξία του ακινήτου των 4,50 στρεμμάτων που αγόρασαν ο εναγόμενος με τον αδελφό του κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το οποίο αποτίμησε στο ποσόν των 100.000 ευρώ κατά την αμετάκλητη λύση του, χωρίς να αναφέρει ότι η Τράπεζα EUROBANK είχε εκτιμήσει την αξία αυτού στο ποσόν των 390.000 ευρώ, προς εξασφάλιση δανείου ποσού 300.000 ευρώ, που χορήγησε στους ομόρρυθμους εταίρους, εγγράφοντας ισόποση προσημείωση υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο, και έτσι περιόρισε το ποσόν της τεκμαρτής συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. .../21-9-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος με τον αδελφό του αγόρασαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ένα αγρό 4,5 στρεμμάτων στη Νεοχωρούδα Θεσσαλονίκης αντί πραγματικού τιμήματος 55.000 ευρώ, ενώ η αξία αυτού κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων ανήρχετο στο ποσό των 100.000 ευρώ και κατά συνέπεια το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου που ανήκε στον εναγόμενο είχε αξία 50.000 ευρώ.
Οι ως άνω ομόρρυθμοι εταίροι επί του προαναφερόμενου αγρού μετά τη λήψη δανείου ύψους 300.000 ευρώ από την τράπεζα EUROBANK ανήγειραν κτιριακές εγκαταστάσεις εμβαδού 1.100 τ.μ., οι οποίες αποτελούν περιουσία της ομόρρυθμης εταιρείας ...". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ως άνω αγρός αγοράσθηκε με χρήματα του εναγομένου και του αδελφού του κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και εκτίμησε την αξία αυτού ως γηπέδου κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου, ώστε να υπολογίσει τη συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της.
Αντιθέτως, την αξία των κτιριακών εγκαταστάσεων που ανηγέρθησαν στον ως άνω αγρό με δάνειο που έλαβαν οι ομόρρυθμοι εταίροι από την Τράπεζα, έκρινε ότι αποτελούν περιουσία της ομόρρυθμης εταιρείας που έχει συστήσει ο εναγόμενος με τον αδελφό του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αξίας του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου για τον τεκμαρτό υπολογισμό της συμβολής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της, και ο δεύτερος λόγος αιτήσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος.
Κατόπιν τούτου πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να συμψηφισθεί στο σύνολο της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (άρθρο 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Β' Αίτηση
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του μόνο τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, υποχρεούται πάντως το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν.
Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα και επιτρεπτά κατά νόμο'/ αποδεικτικά μέσα και σε καταφατική περίπτωση ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 544/2005 - ΑΠ 1137/2001).
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έλαβε υπόψη αφενός μεν αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο ίδιος, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα, επικαλείται ότι η μεν αντίδικός του δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ως προς την αξία των ακινήτων που απέκτησε αυτός κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ενώ ο ίδιος από την πλευρά του προσκόμισε τα αντίστοιχα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, από τα οποία προέκυπτε ότι η αξία αυτών ανερχόταν στα ποσά που εκτιμήθηκαν από την Εφορία, χωρίς να αμφισβητηθούν από κανέναν, δηλαδή κατά πολύ κατώτερα εκείνων που ορίσθηκαν από το Εφετείο, το οποίο δεν διέλαβε αιτιολογίες για το πώς και με ποιο τρόπο εκτίμησε την αξία αυτών στα ποσά που καθορίσθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση του.
Από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τις αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος αναφορικά με την αξία των αποκτημάτων του, τα ακόλουθα: "... Με το υπ' αριθμ. .../21-9-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος με τον αδελφό του αγόρασαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (ενν.
ο καθένας) έναν αγρό εμβαδού 4,5 στρεμμάτων στη Νεοχωρούδα Θεσσαλονίκης, αντί πραγματικού τιμήματος 55.000 ευρώ, ενώ η αξία αυτού κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων ανήρχετο στο ποσόν των 100.000 ευρώ και κατά συνέπεια το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου που ανήκε στον εναγόμενο είχε αξία 50.000 ευρώ. ... Τέλος, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-1-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίας Νάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος αγόρασε ποσοστό 4,335% εξ αδιαιρέτου, το οποίο αντιστοιχεί σε 672 τ.μ.
εξ αδιαιρέτου, από το υπ' αριθμ. ... αγροτεμάχιο Α' κατηγορίας, συνολικής εκτάσεως 15.500 τ.μ. στην Ποτίδαια Χαλκιδικής αντί πραγματικού τιμήματος 45.000 ευρώ, του οποίου κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου η αξία του ανήλθε στο ποσόν των 55.000 ευρώ, το οποίο εισέπραξε ο εναγόμενος από την πώληση αυτού, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18-12-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Κούρου".
Κατόπιν όσων εκτέθηκαν παραπάνω, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, γιατί από τη βεβαίωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή το δικαστήριο έλαβε υπόψη, πλην των άλλων, και τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτός, αποδεικτικό υλικό, αφού διεξοδικώς εξέθεσε την αξία των δύο αυτών ακινήτων τόσο κατά το χρόνο της αγοράς τους, όσο και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων, ενώ περαιτέρω διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 21/2000). Κατόπιν τούτου τυγχάνει απαράδεκτος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, για το λόγο ότι με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε ως αόριστη την ένσταση που είχε προτείνει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας στη διεκδίκηση των αποκτημάτων του γάμου, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε κρίση του Εφετείου επί της ουσίας ως προς αυτή την ένσταση.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η δεύτερη αίτηση, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττωμένος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο σκεπτικό, την 867/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων με αφορμή την από 30-3-2012 αίτηση της Α. Γ. Δ..
Απορρίπτει την από 7-2-2013 αίτηση του Δ. Σ. Τ. για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του υπ' αριθμ. 13423731/2013 διπλοτύπου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ