1280/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1280/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ' άλλου, Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 3 Ν. 3190/1955 "Περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης", εφόσον υφίσταται σπουδαίος λόγος, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε διαχειριστού ή εταίρου, δύναται να αποκλείσει από την εταιρία οποιονδήποτε εταίρον, εφόσον ελήφθη περί αυτού απόφαση της συνελεύσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1280 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1280/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαρνέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2007 ανακοπή ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4954/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7255/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005, Α.Π. 230/2009).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοσθείσης διατάξεως ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικόν χαρακτηρισμό των περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 28/1997, Ολ.Α.Π. 30/1997).
Εξ' άλλου, Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 3 Ν. 3190/1955 "Περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης", εφόσον υφίσταται σπουδαίος λόγος, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε διαχειριστού ή εταίρου, δύναται να αποκλείσει από την εταιρία οποιονδήποτε εταίρον, εφόσον ελήφθη περί αυτού απόφαση της συνελεύσεως.
Το δικαστήριο τέμνει οριστικώς την συγκεκριμένη διαφορά, καθόσον δεν πρόκειται για διαφορά ασφαλιστικών μέτρων, αλλά τηρείται η διαδικασία αυτή με σκοπό την ταχύτερη εκδίκασή της και ως εκ τούτου κατά της εκδιδομένης αποφάσεως επιτρέπονται ένδικα μέσα (βλ. Ολ.Α.Π. 754/1986, Α.Π. 1205/1986, Α.Π. 1071/1996). Με απόφαση επίσης του ιδίου δικαστηρίου προσδιορίζεται και η αξία της μερίδας συμμετοχής του αποκλειομένου από την εταιρία εταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 1, 4 Ν. 3190/1955.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 22, 41 και 42 του ίδιου ως άνω νόμου (3190/1955), καθώς και των άρθρων 42α, 42δ, 43 και 43α του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", που εφαρμόζονται αναλόγως, προκύπτει ότι ο αποκλειόμενος της εταιρείας εταίρος δικαιούται να λάβει την πραγματική αξία των μεριδίων του, η οποία υπολογίζεται για την περίπτωση εξόδου του απ' αυτήν για σπουδαίο λόγο, κατά το χρόνο συζητήσεως της σχετικής αιτήσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο.
Η ανωτέρω πραγματική αξία της μερίδας συμμετοχής, σε αντιδιαστολή με την ονομαστική αξία που προκύπτει από το καθοριζόμενο στο καταστατικό ελάχιστο ποσό μερίδας συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο, προσδιορίζεται λογιστικώς με βάση την καθαρή εταιρική περιουσία, η οποία διαιρούμενη με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων δίνει την αξία καθενός απ' αυτά (μερίδια).
Όμως, η αξία της πραγματικής μερίδας του αποκλειομένου από την εταιρεία εταίρου, δεν εξάγεται μόνο με βάση τα κατά τον χρόνο της εξόδου ενδεικτικώς αναγραφόμενα στον ετήσιο ισολογισμό μεμονωμένα στοιχεία της επιχείρησης, αλλά και από άλλα στοιχεία, όπως αφανή αποθεματικά και άυλα αγαθά, δηλαδή φήμη, πελατεία, επωνυμία, σήμα, καθώς και από εκκρεμείς υποθέσεις, ζημίες προηγούμενων χρήσεων, υποχρεώσεις προς τρίτους κ.λ.π., και συγκεκριμένα ο λογιστικός προσδιορισμός της περιουσίας της εταιρείας θα γίνει, προκειμένου να καθορισθεί η καθαρή μερίδα του εξερχόμενου εταίρου, βάσει του ενεργητικού και παθητικού που παρουσιάζει η εταιρεία κατά τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως του τελευταίου στο Μονομελές Πρωτοδικείο για την έξοδό του απ' αυτήν για σπουδαίο λόγο (Α.Π. 1628/2010).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 10 παρ. 2, 22, 25 και 35 Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" συνάγεται, ότι η με απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων της Ε.Π.Ε. έγκριση του ισολογισμού και των αρχικών ή τροποποιημένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων στις οποίες αποτυπώνονται τα μετ' έλεγχο αποτελέσματα χρήσης της εταιρίας, δεν συνιστούν και απόφαση περί διανομής στους εταίρους των εμφανιζομένων ως επιτευχθέντων κερδών της ελεγχόμενης χρήσης, αλλά απαιτείται προς τούτο ιδιαίτερη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία μπορεί να ληφθεί εγκύρως με την ίδια απόφαση που εγκρίνει τον ισολογισμό και τις άνω καταστάσεις, αφού μέρος των καθαρών κερδών που επιτεύχθηκαν κατά την ελεγχόμενη χρήση πρέπει κατά το άρθρο 24 ν. 3190/1955 να αφαιρεθούν υποχρεωτικά για το σχηματισμό αποθεματικού, μέχρις αυτό να ανέλθει σε ποσοστό του ενός τρίτου του κεφαλαίου, και μετά δε τον σχηματισμό του αποθεματικού στο εν λόγω ποσοστό, μπορεί με απόφαση των εταίρων να διατεθούν για δημιουργία αποθεματικού ή την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από την εταιρία, η σχετική δε αξίωση του εταίρου για την απόδοση του αναλογούντος στη μερίδα του καθαρών κερδών γεννάται από του χρόνου που λήφθηκε η σχετική προς διανομή των κερδών απόφαση της γενικής συνέλευσης (Α.Π. 1732/2008).
ΙΙΙ. Το άρθρο 26 παρ. 1, 2 Ν. 3190/1955 ορίζει, ότι 1) "Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσιν, εφόσον δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρίας, εκάστου των εταίρων και των τρίτων δια παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή δια πταίσματα περί την διαχείρησιν αυτών. 2) Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αξίωσις των κατ' ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται ν' ασκηθεί εφόσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας, ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι διαχειριστές της Ε.Π.Ε. ευθύνονται σε αποζημίωση, αν δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, απέναντι στην εταιρία, στους εταίρους και στους τρίτους για παραβάσεις του νόμου, του καταστατικού ή για πταίσματα κατά την διαχείριση. Στην περίπτωση αυτήν η συνέλευση των εταίρων μπορεί να αποφασίσει την μη απαλλαγή των υπαιτίων από την ευθύνη ή και την ενάσκηση των αξιώσεων της εταιρίας κατ' αυτών για αποζημίωση με την άσκηση κατ' εκείνων της εταιρικής αγωγής (άρθρο 14 παρ. 2 στοιχ.
β' και δ' Ν. 3190/1955). Δύναται όμως η συνέλευση και όταν ο διαχειριστής εζημίωσε υπαιτίως την εταιρία, να τον απαλλάξει από κάθε ευθύνη για αποζημίωση, να παραιτηθεί από τις εναντίον του αξιώσεις ή να αποφασίσει την μη ενάσκηση της εταιρικής αγωγής. Όταν όμως δεν αποκαθίσταται η ζημία της εταιρικής περιουσίας, τελικώς ζημιώνονται εμμέσως οι εταίροι, αλλά ενδεχομένως και οι εταιρικοί δανειστές, σε περίπτωση κατά την οποίαν η εταιρική περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή των.
Ο νόμος 3190/1955 έλαβε υπόψη το συμφέρον των προσώπων αυτών και με τις διατάξεις του άρθρου 26 επεξέτεινε την ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στους εταίρους αλλά και στους τρίτους. Βεβαίως, η ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στα ως άνω πρόσωπα έχει επικουρικόν χαρακτήρα, ενεργοποιείται δηλαδή μόνον εφόσον δεν ασκηθεί η εταιρική αγωγή από την εταιρία.
Έτσι, εφόσον η συνέλευση των εταίρων αποφασίσει την μη έγερση κατά των διαχειριστών της εταιρικής αγωγής ή δεν λάβει απόφαση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κάθε εταίρος αλλά και κάθε τρίτος μπορούν να ασκήσουν την εταιρική αγωγή με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως στην εταιρία, ως μη δικαιούχοι διάδικοι.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποίαν η συνέλευση απάλλαξε από κάθε ευθύνη τους διαχειριστές, οι οποίοι εζημίωσαν υπαιτίως την εταιρία ή παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της εταιρίας για αποζημίωση. Ο νόμος προστατεύει τον αποκλειόμενο της εταιρίας εταίρο (άρθρο 33 παρ. 3 εδ. β' Ν. 3190/1955), καθόσον ο ίδιος, μέχρις ότου καταβληθεί σε αυτόν η αξία της μερίδας συμμετοχής του στην εταιρία, διατηρεί την εταιρική ιδιότητά του.
Μετά από την καταβολή της εν λόγω αξίας, ο αποκλειόμενος παύει πλέον να θεωρείται εταίρος, πλην όμως αυτός δύναται να ενταχθεί στην κατηγορία των "τρίτων", δανειστών της εταιρίας, εάν έχει κατ' αυτής απαιτήσεις οι οποίες προκύπτουν από κέρδη παρελθόντων ισολογισμών, τα οποία δεν έχουν καταβληθεί ακόμη στους εταίρους και στο μέτρο κατά το οποίο δεν συνυπολογίσθηκαν και δεν ήτο δυνατόν να συνυπολογισθούν στην αξία της μερίδας συμμετοχής, όταν αυτή προσδιορίσθηκε από το δικαστήριο και ως εκ τούτου έχει και αυτός έννομο συμφέρον να ασκήσει πλαγιαστικώς την εταιρική αγωγή.
Βεβαίως, εάν το επιδικασθησόμενο λόγω ευδοκιμήσεως της πλαγιαστικής αγωγής ποσόν εισέλθει στο εταιρικό ταμείο, είναι ενδεχόμενον, να μην λάβουν τελικώς εμμέσεως κανένα ποσόν οι εταίροι ή οι τρίτοι δανειστές, εάν λόγω των χρεών της εταιρίας και της εν γένει περιουσιακής καταστάσεως αυτής δεν απομείνει κάτι για να το εισπράξουν αυτοί.
Ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς τα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, στην αγωγή (ή στην αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής, όπως εν προκειμένω), την οποία ασκεί ο τρίτος και εν προκειμένω ο αναιρεσίβλητος, ως και στην σχετική εκδοθησομένη απόφαση 1) δεν απαιτείται να αναφέρεται εάν η εταιρία εισέπραξε το οφειλόμενο από τον εναγόμενο διαχειριστή ποσόν και άλλωστε δεν είναι δυνατόν να έχει συμβεί κάτι τέτοιο, αφού το ποσόν αυτό είναι το επίδικο ποσόν, 2) δεν απαιτείται να αναφέρονται α1) εάν το επίδικο ποσόν έχει περιληφθεί ως έσοδο της εταιρίας στο ενεργητικό κάποιου ισολογισμού, β1) εάν εξ αυτού προκύπτουν κέρδη, γ1) εάν οι σχετικοί ισολογισμοί εγκρίθηκαν από την Γενική Συνέλευση των εταίρων της Ε.Π.Ε., δ1) εάν από τα τυχόν προκύπτοντα έγινε υποχρεωτική κράτηση για τον σχηματισμό του αποθεματικού και αν απέμεινε υπόλοιπον προς διανομήν κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Συνελεύσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμών τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Το έτος 1985 συνεστήθη μεταξύ των διαδίκων και του Χ. Λ. εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "FILGRECO ΕΠΕ" με έδρα την ... και αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία φίλτρων και ανταλλακτικών μηχανών εσωτερικής καύσεως.
Με την υπ' αρ. 963/1998 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε ο αποκλεισμός του καθού η ανακοπή Γ. Γ. από την ως άνω εταιρεία για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 3 Ν. 3190/55. Στη συνέχεια, επί αντίθετων αιτήσεων του ανακόπτοντος Σ. Σ. και του Χ. Λ. αφενός και του καθού η ανακοπή Γ.
Γ. αφετέρου, εκδόθηκε η υπ' αρ. 4439/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία καθορίσθηκε η αξία συμμετοχής του αποκλεισθέντος εταίρου Γ. Γ. σε 25.135.000 δραχμές, ποσό που του καταβλήθηκε στις 5-11-2001 με την υπ' αρ. 2601816/8 τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Εργασίας.
Επομένως, από την ημερομηνία αυτή ο Γ. Γ. απεχώρησε από την εταιρεία, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα και η εταιρεία συνεχίσθηκε μεταξύ των λοιπών εταίρων και μετά το θάνατο του Χ. Λ. το έτος 2006, συνεχίσθηκε μεταξύ του Σ. Σ. και των κληρονόμων του ως άνω αποθανόντος. Εν τω μεταξύ, ο καθού η ανακοπή Γ. Γ. ενώ ήταν ακόμη εταίρος της ως άνω εταιρείας, άσκησε κατά του ανακόπτοντος την από 3-1-1995 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι ο τελευταίος όφειλε να καταβάλει στην εταιρεία το ποσό των 70.712,92 ευρώ, που είχε εισπραχθεί απ' αυτόν παράνομα κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως διαχειριστού σ' αυτήν.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 3639/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο ανακόπτων όφειλε να καταβάλει στην εταιρεία το παραπάνω ποσό. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αρ. 1644/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια, ο καθού η ανακοπή Γ.
Γ. εξέδοσε την υπ' αρ. 3803/2007 Διαταγή Πληρωμής, με βάση την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το ποσό των 70.712,92 ευρώ σε βάρος του ανακόπτοντος. Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, που αποτελεί και αντίστοιχο λόγο εφέσεως, παραπονείται ότι ο καθού η ανακοπή δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά να εκδόσει την ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής, ως μη δικαιούχος διάδικος, γιατί από 6-11-2001 είχε αποχωρήσει από την εταιρεία.
Ο καθού η ανακοπή μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία την 6-11-2001, που του κατεβλήθη η αξία της μερίδας συμμετοχής του σ' αυτήν, δεν είχε πλέον δικαιώματα ως εταίρος, είχε όμως θέση δανειστή της εταιρείας, έχοντας απαίτηση απ' αυτήν για κέρδη από ισολογισμούς στους οποίους δεν εμφανίσθηκαν αυτά, παρότι κρίθηκε τελεσίδικα (με την υπ' αρ. 3639/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) ότι ορισμένα κονδύλια εισπράχθηκαν παράνομα από το διαχειριστή της και ανακόπτοντα και τα οποία δεν υπολογίσθηκαν στην αποτίμηση της αξίας της εταιρικής του μερίδας (βλ.
σχετικά την υπ' αρ. 4439/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Επομένως, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, ο ανακόπτων νομιμοποιείτο να ασκήσει την ένδικη Διαταγή Πληρωμής και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως".
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 10 παρ. 2, 22, 25, 26 παρ. 2 και 35 Ν. 3190/1955 και ορθώς δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής, η προσβαλλομένη δε απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς όλα τα ζητήματα τα οποία εν προκειμένω ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Απριλίου 2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7255/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ