1280/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑσφάλιση των ιπταμένων έναντι των κινδύνων ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου τους και ειδικότερα , έναντι των κινδύνων της προσωρινής και οριστικής ανακλήσεως του πιστοποιητικού αυτού, λόγω ασθενείας. Ασφαλιζόμενος κίνδυνος. Μεταβολή του ευνοϊκότερου καθεστώτος με το άρθρο 27 του ν. 3185/2003 και του άρθρου 18 της Υ.Α την Υ.Α 58069/595/2-10-2003.Από την έναρξη ισχύος τους, με τη συμπλήρωση των 15 ή30 ημερών ανυπαιτίου κωλύματος, σύμφωνα με τις διακρίσεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ παύει η υποχρέωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας προς καταβολή αποδοχών. Συμψηφισμός μισθών που καταβλήθηκαν χωρίς αιτία.Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559. 1 και19. στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση της μη ισχύος των διατάξεων αυτών. Επάλληλες, αιτιολογίες. Αλυσιτελής λόγος. Απορρίπτονται όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως
Legislator headnote
AI generated1280/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1280 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ασφάλιση των ιπταμένων έναντι των κινδύνων ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου τους και ειδικότερα , έναντι των κινδύνων της προσωρινής και οριστικής ανακλήσεως του πιστοποιητικού αυτού, λόγω ασθενείας. Ασφαλιζόμενος κίνδυνος. Μεταβολή του ευνοϊκότερου καθεστώτος με το άρθρο 27 του ν. 3185/2003 και του άρθρου 18 της Υ.Α την Υ.Α 58069/595/2-10-2003.Από την έναρξη ισχύος τους, με τη συμπλήρωση των 15 ή30 ημερών ανυπαιτίου κωλύματος, σύμφωνα με τις διακρίσεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ παύει η υποχρέωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας προς καταβολή αποδοχών. Συμψηφισμός μισθών που καταβλήθηκαν χωρίς αιτία.Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559. 1 και19. στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση της μη ισχύος των διατάξεων αυτών. Επάλληλες, αιτιολογίες. Αλυσιτελής λόγος. Απορρίπτονται όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως
Αριθμός 1280/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάρμη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία-Ειρήνη Γαννούζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2836/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 7178/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το κεφάλαιο 9 παρ. 1, 2, 3, 4, 6 και 7 του μέρους Β' "περί ειδικών διατάξεων του ιπταμένου προσωπικού" του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της "Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε" (Κ.Ε.Π. Ο.Α.) ο οποίος κυρώθηκε με το ΒΔ 701/1964, που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δυνάμει του άρθρου 15 της με το ΝΔ 4262/1962 κυρωθείσας συμβάσεως περί αεροπορικών συγκοινωνιών κλπ και επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως το κεφάλαιο αυτό ισχύει μετά τη με το άρθρο μόνο του Β.Δ. 744/1970 τροποποίησή του, η "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε." αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασφαλίζει τους ιπταμένους από το προσωπικό της έναντι των κινδύνων ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου τους και, ειδικότερα, και έναντι των κινδύνων της προσωρινής και οριστικής ανακλήσεως του πιστοποιητικού αυτού, λόγω ασθένειας, σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της εκλογής της και υπό τους όρους και εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Σε περίπτωση ασθένειας ιπταμένου ή απαλλαγής αυτού από πτήσεις για λόγους ασθένειας κλπ, εφ' όσον αυτά βεβαιώνονται με γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Αεροπορίας (ΑΥΕΑ) και δεν υπερβαίνουν το χρονικό διάστημα των 6 μηνών και των εν συνεχεία 104 εβδομάδων, δεν επέρχεται λύση της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της εταιρίας, οι δε αποδοχές του ιπταμένου προσωπικού καθορίζονται για μεν τους 6 πρώτους μήνες σε πλήρη ποσά, κατά δε τις επόμενες 104 εβδομάδες στο λαμβανόμενο από τον ιπτάμενο, αντί μισθού, αναλόγως του βαθμού του, αναφερόμενο δε στην παράγραφο 2 του ίδιου κεφαλαίου (9), ποσό εβδομαδιαίως.
Οποτεδήποτε επέλθει οριστική απώλεια του πτυχίου λόγω ασθένειας κλπ η σύμβαση εργασίας λύεται εκ μέρους του ιπταμένου άνευ άλλου τινός, εφ' όσον τα γεγονότα αυτά παρατείνονται πέρα του ως άνω χρονικού διαστήματος των 6 μηνών και 104 εβδομάδων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο κατ' αυτόν τον τρόπο λύων τη σύμβαση ιπτάμενος δικαιούται κατ' επιλογή του να λάβει ή την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 ή το ποσό για το οποίο είναι ασφαλισμένος.
Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και όλες οι πρόσθετες πράξεις κοινοποιούνται στην ΕΧΠΑ και ΕΙΜ. Τα ασφάλιστρα για την κάλυψη των ανωτέρω καταβάλλονται κατά 80% από την εταιρεία και κατά 20% από τους ιπταμένους. Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι η επέλευση του ασφαλιζόμενου κινδύνου επί οριστικής ή προσωρινής ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος πτυχίου ιπτάμενου χειριστή της Ολυμπιακής Αεροπορίας, λόγω ασθένειας κλπ, συμπίπτει χρονικά προς τη διαπίστωση του γεγονότος σε κάθε μια περίπτωση από την ΑΥΕΑ και όχι προς το χρόνο της ενάρξεως ή της εκδηλώσεως της ασθένειας, δοθέντος ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο είναι ακόμη αβέβαιο αν θα εξακολουθήσει η ασθένεια του ιπταμένου, πολύ δε περισσότερο αν θα επέλθει τελικά οριστική ικανότητα αυτού, συνεπαγόμενη τη λύση της συμβάσεώς του βάσει περί τούτου κρίσεως της ΑΥΕΑ.
Επί οριστικής, λοιπόν, ανικανότητας του ιπταμένου να συνεχίσει τΙς πτήσεις, λόγω ασθένειάς του, ασφαλιζόμενος κίνδυνος - κατά τις ως άνω διατάξεις - είναι η πρόωρη λύση της συμβάσεως εργασίας του βάσει γνωματεύσεως της ΑΥΕΑ και όχι απλώς η εμφάνιση της ασθένειας. Οι διατάξεις του ως άνω κεφαλαίου 9 του ΒΔ 744/1970 διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 2271/1994, μετά τον οποίο επακολούθησε ο ν. 2602/1998 η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στις 16-4-1998 και οι ρυθμίσεις του οποίου παρείχαν κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση αυτού την τελευταία δυνατότητα για την επιβίωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας μετά την αποτυχία των στόχων που είχαν τεθεί με τον ν. 2271/1994 και είχαν σκοπό κατά το άρθρο πρώτο αυτού την ολοκλήρωση της εξυγίανσης και την ανάπτυξη της Ο.Α.
προκειμένου να προστατευθεί το γενικότερο δημόσιο, οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον που συνδέεται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό. Στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και ειδικότερα στο τμήμα Β' αυτού περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 8 και 9 με τις οποίες ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 8: Α) " Άρθρο 8.
Προσωρινή ανάκληση του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου Α) Σε περίπτωση πρόσκαιρης αδυναμίας του ιπταμένου να εκτελέσει τα πτητικά καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή απαλλαγής του από τις πτήσεις για λόγους υγείας ή ατυχήματος ή συνεπεία μειώσεως των φυσικών ικανοτήτων του και καθόσον διάστημα διαρκεί αυτή, με την επιφύλαξη της παρακάτω διάταξης, καταβάλλεται προς αυτόν ο μέσος όρος (Μ.Ο) των πλήρων αποδοχών των τελευταίων 12 μηνών.
Β) Η καταβολή των τακτικών αποδοχών προς ιπτάμενο, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τους 30 μήνες. Γ) Κατά το διάστημα της πρόσκαιρης αδυναμίας του ιπταμένου να εκτελέσει τα πτητικά καθήκοντά του και μέχρι τη συμπλήρωση των 30 μηνών από την ημερομηνία που τέθηκε εκτός πτήσεων, η σύμβαση εργασίας του δεν λύνεται για το λόγο αυτόν.
Μετά την συμπλήρωση 30 μηνών σε κατάσταση προσωρινής ανάκλησης του Π.Ι.Π., επέρχεται αυτοδίκαια και άνευ άλλου τινός οριστική λύση της σύμβασης εργασίας του ιπταμένου έστω και εάν δεν έχει επέλθει οριστική ανάκληση του Π.Ι.Π. Δ) Η πρόσκαιρη αδυναμία βεβαιώνεται από σχετική γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Υπηρεσίας Αεροπορίας.
Άρθρο 9 .Ασφάλεια ζωής και πτυχίου 1. Η Εταιρεία αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση, όπως ασφαλίζει το Ιπτάμενο Προσωπικό της σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της επιλογής της για τις περιπτώσεις θανάτου (ασφάλεια ζωής) ή πλήρους διαρκούς ανικανότητας, με συνεχή 24ωρη κάλυψη στο ύψος των ασφαλιζομένων ποσών που ισχύουν σήμερα. 2.
Τα ασφαλιζόμενα ποσά καθορίζονται και καταβάλλονται σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου .... 3. Σε κάθε περίπτωση καταβολής ασφαλιστικής αποζημιώσεως του παρόντος κεφαλαίου, από το ποσό αυτής εκπίπτουν και αποδίδονται στην εταιρία τυχόν προκαταβληθέντα στον παθόντα ή στους κληρονόμους του εκ της αιτίας αυτής χρηματικά ποσά από προκαταβολές ή από δάνεια. ..... 6.
Τα ασφάλιστρα για την κάλυψη των παραπάνω καταβάλλονται από την Εταιρεία". Με το άρθρο τρίτο του κυρωθέντος με το ν. 2602/1998 πιο πάνω Κανονισμού Προσωπικού της Ο. Α ορίζεται ότι: "Από τη δημοσίευση του παρόντος παύει να εφαρμόζεται στο προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. κάθε διάταξη νόμου, κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμφωνιών, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της και πρακτική, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου".
Ακολούθησε ο Ν.3185/2003,ΦΕΚ Α 229/26.9.2003, με τις διατάξεις του άρθρου 27 του οποίου επήλθε μετασχηματισμός του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας με την σύμπτυξη των πτητικών τομέων των εταιρειών "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε." σε ένα διάδοχο σχήμα ενός νέου αερομεταφορέα, ήτοι την αναιρεσίβλητη "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", με αποτέλεσμα η νέα αυτή εταιρεία ν' αρχίσει να λειτουργεί επίσημα την 12-12-2003 απορροφώντας το στόλο των αεροσκαφών και το ιπτάμενο προσωπικό των εταιρειών που διαδέχθηκε, ως προς όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις από τις ατομικές συμβάσεις εργασίας (βλ.
σχ. Εισηγητική έκθεση του ν. 3185/2003 και ΑΠ 1668/2007 και 1674/2007, με σκοπό την εξυγίανση του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας). Στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας μετασχηματισμού και πριν τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου, καταρτίστηκε μεταξύ της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως των χειριστών της Πολιτικής Αεροπορίας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (ΕΧΠΑ)" και του Δ.Σ.
της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε." το από 16-7-2003 πρακτικό συμφωνίας με το από 10-11-2003 παράρτημα του, στο οποίο αναφέρονται οι όροι υπό τους οποίους θα λειτουργούσε στο πτητικό της έργο η νέα εταιρεία. Ειδικότερα στο κεφάλαιο 3 του ως άνω πρακτικού που επιγράφεται "Κανονικές Άδειες - Ασθένειες" ορίστηκε ότι "η ΝΟΑ σε περίπτωση ασθένειας Ιπτάμενου Χειριστή θα καταβάλλει τις αποδοχές αυτού για διάστημα που δεν θα υπερβαίνει σωρευτικά τις 180 ημέρες ασθένειας εντός κυλιόμενου 12μηνου.
Στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής Ιπτάμενος Χειριστής δεν θα δικαιούται το τμήμα των αποδοχών που αντιστοιχεί στη ρύθμιση της δεύτερης ενότητας του Β.2.α του παρόντος, καθώς και αναλογικά στη ρύθμιση του Β.2.γ. του παρόντος. Μετά τις 180 ημέρες και μέχρι τους 20 μήνες ο χειριστής θα εισπράττει μηνιαίως το ανωτέρω ποσό από την ασφαλιστική εταιρεία μέσω της ΝΟΑ, μειουμένου αντιστοίχως του ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης που θα δικαιούται να λάβει σε περίπτωση απώλειας του πτυχίου του".
Επίσης ρητά συμφωνήθηκε ότι μέχρι την έναρξη ισχύος των ασφαλιστικών συμβάσεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος σημείου, θα εξακολουθεί να ισχύει το υφιστάμενο σήμερα καθεστώς. Στη συνέχεια από 2-10-2003 τέθηκε σε ισχύ ο νέος Γενικός Κανονισμός Εργασίας Ιπταμένου Προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 10 του άρθ. 27 του ν. 3185/2003.
Με τη τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι : " Το δεύτερο τμήμα Ειδικές Διατάξεις Ιπτάμενου Προσωπικού του Ν. 2602/1998, ως και κάθε άλλη διάταξη νόμου που ρυθμίζει θέματα εσωτερικού κανονισμού του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης και θαλάμου επιβατών της Ολυμπιακής Αεροπορίας, καταργείται με την έκδοση κανονισμού που το αντικαθιστά και ο οποίος προτείνεται από το Δ.Σ.
της εταιρείας και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και ισχύει για περίοδο οκτώ μηνών από της δημοσιεύσεως στο Φ.Ε.Κ. της υπουργικής απόφασης, εκτός εάν αντικατασταθεί νωρίτερα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 και σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων με τη διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας του Ν. 1876/1990".
Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτική αυτής διάταξης εκδόθηκε η 58069/595/2-10-2003 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών με τα άρθρο 1 της οποίας εγκρίθηκε ο νέος Γενικός Κανονισμός Ιπταμένου Προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας (ΦΕΚ Β' 1434/2-10-2003). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του νέου αυτού Κανονισμού, ορίστηκαν τα εξής: "Άρθρο 18.
Στις περιπτώσεις πρόσκαιρης αδυναμίας του Ιπτάμενου να εκτελεί τα πτητικά καθήκοντά του λόγω ασθενείας, απαλλαγής του από τις πτήσεις για λόγους υγείας ή ατυχήματος ή λόγω μειώσεως των φυσικών ικανοτήτων του, καταβάλλονται σ` αυτόν αποδοχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας. Ειδικώς σε περίπτωση ασθένειας, μέχρι την έναρξη της επιδοτήσεως του Ιπταμένου από τον ασφαλιστικό οργανισμό (διάστημα μέχρι 3 ημερών), η εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο μόνο το μισό του αναλογούντος μισθού". " Άρθρο 21. 1.
Το προσωπικό, το οποίο λόγω ασθενείας απέχει από την εργασία του, υποχρεούται να ενημερώνει την Υπηρεσία του για την ασθένεια και με την επιστροφή του στην εργασία να υποβάλει τα σχετικά δικαιολογητικά ασθενείας από τον ασφαλιστικό του φορέα. Σε περίπτωση ανυπαιτίου κωλύματος για την παροχή εργασίας ή ασθένειας εφαρμόζεται η κείμενη νομοθεσία και ιδίως τα άρθρα 657 και 658 Αστικού Κώδικα.
Ειδικώς σε περίπτωση ασθένειας, μέχρι την έναρξη της επιδοτήσεως του ιπταμένου από τον ασφαλιστικό οργανισμό (διάστημα μέχρι 3 ημερών), η εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο μόνο το μισό του αναλογούντος μισθού. Ο εργαζόμενος οφείλει αμέσως με την επάνοδό του στην εργασία να προσκομίζει τα κατά περίπτωση πρόσφορα μέσα αποδείξεως του ανυπαιτίου κωλύματός του και της διαρκείας αυτού.
Επίσης, με το άρθρο δεύτερο της αυτής Υ.Α 58069/595/2-10-2003 ορίστηκε ότι "1. Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ταυτόχρονα δε καταργείται το δεύτερο τμήμα Ειδικής Διάταξης Ιπταμένου Προσωπικού του ν. 2602/1998, ως και κάθε άλλη διάταξη νόμου που ρυθμίζει θέματα εσωτερικού κανονισμού του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης και θαλάμου επιβατών της Ολυμπιακής Αεροπορίας. 2.
Ο κανονισμός Ιπτάμενου Προσωπικού Ολυμπιακής Αεροπορίας, ο οποίος εγκρίνεται με την παρούσα απόφαση, θα παύει να ισχύει μετά πάροδο οκτώ (8) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας, δύναται δε να αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί οποτεδήποτε με κανονισμό εργασίας που θα καταρτισθεί με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1876/1990".
Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 3185/2003 και της Υπουργικής Απόφασης, της οποίας την έκδοση ο νόμος αυτός προβλέπει, προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος τους , με τη συμπλήρωση των 15 ή 30 ημερών ανυπαιτίου κωλύματος, σύμφωνα με τις διακρίσεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ της κοινής εργατικής νομοθεσίας, παύει η υποχρέωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας προς καταβολή αποδοχών.
Η υποχρέωση αυτή της Ολυμπιακής Αεροπορίας παύει αυτοδικαίως είτε από 2-10-2003, εφόσον η συμπλήρωση των άνω χρονικών διαστημάτων συντελέσθηκε προ της 2-10-2003 οπότε και τέθηκε σε ισχύ ο νέος Κανονισμός, είτε από το τυχόν μεταγενέστερο της 2-10-2003 χρονικό σημείο στο οποίο επέρχεται η συμπλήρωση των εν λόγω χρονικών διαστημάτων, αν αυτά δεν είχαν συμπληρωθεί μέχρι την 2-10-2003.
Η δυσμενέστερη αυτή ρύθμιση για το ιπτάμενο προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας, σε σχέση με τις προηγούμενες ρυθμίσεις του Κανονισμού της Ο.Α. που είχε κυρωθεί με το ν.2602/1998, αιτίαν έχει την επιδιωκόμενη με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 3185/2003 διάσωση της Ολυμπιακής Εταιρείας και την αποτροπή του άλλως βεβαίως κλεισίματος αυτής.
Τέλος, κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν".
Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.
Με την πρόταση αυτού, που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, εξαλείφονται αναδρομικώς, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 13 Φεβρουαρίου 2006 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ" και της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" (πρώην ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ), ζήτησε την καταβολή ποσού 62.241,66 ευρώ ως υπόλοιπο οφειλής εκ της ασφαλιστικής αποζημιώσεως λόγω της οριστικής απώλειας (ανακλήσεως) του Πιστοποιητικού Ισχύος Πτυχίου Ιπταμένου Χειριστή, για λόγους υγείας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2836/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή, ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία . Η τελευταία άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής : "Ο ενάγων, ιπτάμενος χειριστής, προσλήφθηκε στις 1-12-1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από τη δεύτερη αρχικώς εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως Ιπτάμενος Χειριστής αεροσκαφών, στις 11 Μαΐου 1987 δε, κατόπιν επιτυχούς περατώσεως σχετικής εκπαιδεύσεως, διατέθηκε σε καθήκοντα Συγκυβερνήτη αεροσκαφών Β737 και στις 5 Ιουνίου 1998 σε καθήκοντα Κυβερνήτη αεροσκαφών Β737-400.
Στις 12-12-2003 μεταφέρθηκε και εντάχθηκε στην πρώτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, μαζί με όλο το Ιπτάμενο Προσωπικό. Στις 20-5-2003, και πριν τη μεταφορά και ένταξη του στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, λόγω ασθενείας ο ενάγων κρίθηκε από το Κέντρο Αεροπορικής Ιατρικής, το οποίο είναι αρμόδιο για την πιστοποίηση της ικανότητας των Ιπταμένων από απόψεως υγείας, προσωρινά ανίκανος προς εργασία, και ανακλήθηκε προσωρινά το ιατρικό πιστοποιητικό ισχύος πτυχίου, το οποίο είναι απαραίτητο για την ισχύ του αεροπορικού του Πτυχίου.
Η προσωρινή αυτή ανικανότητα πιστοποιήθηκε με διαδοχικές αποφάσεις του ανωτέρω οργάνου (Κ.Α.Ι.) και διήρκεσε συνεχώς μέχρι την 16-11-2004 όταν με την υπ' αριθ. 2545/16-11-2004 απόφαση της Ανωτάτης Υγειονομικής Υπηρεσίας Αεροπορίας, (ΑΥΥΑ), η οποία αποτελεί το αρμόδιο όργανο σύμφωνα με το Π.Δ. 247/2002 για την κρίση της υγειονομικής καταλληλότητας των Ιπτάμενων Χειριστών, ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος για Χειριστής αεροσκαφών Δημοσίων Μεταφορών και ανακλήθηκε οριστικά το πιστοποιητικό Ισχύος Πτυχίου (Π.Ι.Π.), πιστοποιητικό Υγείας Α' κατηγορίας, οπότε και λύθηκε η εργασιακή του σχέση με την εναγόμενη με την υπ' αριθ. 313/2-12-2004 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Δ.
Σ. αυτής, και διαγράφηκε ο ενάγων από το προσωπικό της εναγομένης, ενώ έπαυσε η τελευταία να του καταβάλει τις αποδοχές. Όπως προλέχθηκε για τον κίνδυνο αυτό (πλήρους διαρκούς ανικανότητας -οριστικής ανάκλησης του Π.Ι.Π.) η δεύτερη εναγόμενη είχε αναλάβει την υποχρέωση σύμφωνα με το αρθ. 1 της από 25-9-1992 ΕΣΣΕ μεταξύ αυτής και της ΕΧΠΑ, καθώς επίσης και σύμφωνα με το αρθ. 9 του ν. 2602/1998, που ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το αρθ. 27 του ν. 3185/2003, να ασφαλίζει τον ενάγοντα σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της επιλογής της, όπως και πράγματι έκανε μέχρι την 31-12-2002, ενώ από 1-1-2003 δεν ανανέωσε το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο του ενάγοντος και κατέστη έτσι η ίδια υπεύθυνη για την ανάληψη του εν λόγω κινδύνου, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις οι οποίες είχαν καταστεί μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του και στην οποία υποχρέωση υπεισήλθε έτσι, μετά την 1-1-2003 η πρώτη εναγόμενη.
Στις 14-12-2005 δηλαδή ένα έτος περίπου μετά τη διαγραφή του ενάγοντος από τη δύναμη του προσωπικού της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας, και τη διακοπή της μισθοδοσίας του, που έγινε όπως προαναφέρθηκε στις 2-12-2004, με την ως άνω Διαπιστωτική Πράξη, η πρώτη εναγόμενη με την από ... Εξώδικη Προσφορά - Πρόσκληση - Δήλωση τον κάλεσε κατ' εφαρμογή του αρθ. 6 της ΕΣΣΕ μεταξύ αυτής και της ΕΧΠΑ, να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση ποσού 165.754,38 Ευρώ, κατόπιν μετατροπής σε ευρώ του ποσού των 215.000 δολλαρίων ΗΠΑ, με βάση την ισοτιμία του δολλαρίου με το Ευρώ, κατά την ημέρα εκείνη της καταβολής, ενώ συγχρόνως η εργοδότρια εταιρεία του δήλωνε ότι προβαίνει σε σχετικό συμψηφισμό ληξιπροθέσμων αξιώσεων της κατ' αυτού, ποσού 47.702,44 Ευρώ, που αφορούσαν την καταβολή των μισθών του, κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε πρόσκαιρη αδυναμία να εκτελέσει τα πτητικά του καθήκοντα, ήτοι από Οκτώβριο 2003 έως και Ιούλιο 2004, πλέον δώρων εορτών, και έτσι του προσέφερε το υπόλοιπο ποσό των 118.051,94 Ευρώ, ήτοι της διαφοράς των 165.754,38 - 47.702,44 Ευρώ.
Ο ενάγων αρνήθηκε να το εισπράξει και έτσι κατατέθηκε από την πρώτη εναγόμενη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από όπου τελικά και το εισέπραξε, επιφυλασσόμενος για τη διεκδίκηση και είσπραξη και του υπολοίπου ποσού της ασφαλιστικής του αποζημίωσης. Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε κατ' αρχήν ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία και ήδη εκκαλούσα αναγνώρισε την υποχρέωσή της να ασφαλίζει τον ενάγοντα για τον κίνδυνο της ανακλήσεως του ΠΙΠ, καθώς και την υποχρέωση της να του καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση, συνολικού ύψους 215.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που θα έπρεπε να εισπράξει με βάση την ασφαλιστική σύμβαση, εάν αυτή ήταν σε ισχύ.
Ο συμψηφισμός των παραπάνω καταβληθέντων, κατά τη διάρκεια της προσωρινής ανικανότητας του ενάγοντος, μισθών του, έγινε κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, νομίμως και με βάση το αριθ. 18 της αναφερόμενης στην αρχή της παραγράφου αυτής Υπουργικής Απόφασης με αριθ. 58069/595/2003, η οποία ήταν σε ισχύ κατά την περίοδο της αχρεώστητης αυτής καταβολής των μισθών αυτών (ήτοι από Οκτώβριο 2003 μέχρι Ιούλιο 2004), και με την οποία οριζόταν ότι: "στις περιπτώσεις πρόσκαιρης αδυναμίας του Ιπταμένου να εκτελεί τα πτητικά καθήκοντα του λόγω ασθενείας...
καταβάλλονται σ' αυτόν αποδοχές σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας". Κατά συνέπεια κατ' εφαρμογή των αρθ. 657 και 658 Α.Κ. αφού την 2-10-2003 είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πλέον του ενός μήνα από την έναρξη του κωλύματος προς παροχή εργασίας που ήταν στις 20-5-2003, έπρεπε να είχε διακοπεί οποιαδήποτε καταβολή αποδοχών προς τον ενάγοντα, κατ' εφαρμογή των ως άνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης.
Όμως όπως η μάρτυρας της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας, ..., υπάλληλος του λογιστηρίου της, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως, κατηγορηματικά, χωρίς ενδοιασμό και από δική της αντίληψη, λόγω της αταξίας που επικρατούσε στα μηχανογραφικά συστήματα μισθοδοσίας του ομίλου της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε.", εξαιτίας του μετασχηματισμού της, συνεχίσθηκε εκ παραδρομής η καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος και μετά την 2-10-2003, παρά την κατάργηση των διατάξεων του αρθ. 8 του ν. 2602/1998 με το αρθ. 27 παρ. 10 του ν. 3185/2003 και την εισαγωγή του άρθ. 18 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, που πρωτοδίκως προέβαλε και νομίμως επανέφερε με τις γραπτές προτάσεις του, της παρούσας συζητήσεως, κατ' αρθ. 240 Κ.Πολ.Δ. ότι κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι κατά την οριστικοποίηση της ανικανότητας του και την ανάκληση του ΠΙΠ, στις 16-11-2004 είχε παύσει η ισχύς της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, ήδη από 2-6-2004, λόγω παρόδου του οκταμήνου από τη δημοσίευση της, είναι αβάσιμος ουσιαστικά και χωρίς έννομη επιρροή, αφού η αχρεώστητη καταβολή των μισθών του ενάγοντος από την πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα, έγινε κατά την περίοδο που ίσχυε η Υπουργική αυτή Απόφαση και συνεπώς ο συμψηφισμός των μισθών αυτών με την ασφαλιστική αποζημίωση ήταν απόρροια της εφαρμογής της Απόφασης αυτής, κατά το χρόνο που δεν είχε παρέλθει η οριζόμενη από το αριθ. 27 παρ. 10 του ν. 3185/2003 οκτάμηνη διάρκειά της.
Άλλωστε και ως εκ περισσού πρέπει να λεχθεί εν προκειμένω, ότι ακόμη και μετά την 2-6-2004 συνεχίστηκε μέχρι την αντικατάσταση από την Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της 28-7-2004, που τέθηκε σε ισχύ από 8-9-2004 συγχρόνως με την κατάθεση της στην αρμόδια Υπηρεσία του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, η ισχύς και εφαρμογή του Κανονισμού Εργασίας του Ιπτάμενου Προσωπικού με βάση την υπ' αριθ. 58069/595/2003 ως άνω Υπουργική Απόφαση, κατόπιν κοινής συμφωνίας και πρακτικής της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας με τα συνδικαλιστικά σωματεία του Ιπτάμενου Προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης.
Σε κάθε περίπτωση και η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση προέβλεπε τη μείωση της αποζημίωσης λόγω απώλειας πτυχίου, με βάση το αρθ. 19 αυτής σύμφωνα με το οποίο ορίζεται: "Μετά την πάροδο των 180 ημερών και μέχρι 20 μήνες ο χειριστής θα συνεχίσει να εισπράττει κατά μήνα το παραπάνω μέρος των αποδοχών του από την ασφαλιστική εταιρεία, μειουμένου όμως αντιστοίχως του ποσού της ασφαλιστικής αποζημιώσεως που θα δικαιούται ο χειριστής σε περίπτωση απώλειας του πτυχίου του".
Μετά από αυτά νομίμως η πρώτη εναγόμενη συμψήφισε τους αχρεωστήτως καταβληθέντες μισθούς του ενάγοντος με την οφειλόμενη σ' αυτόν ασφαλιστική αποζημίωση, και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή του, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση που άσκησε η ήδη αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε αντιθέτως και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, απέρριψε την αγωγή , ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά ερμηνεύοντας τις πιο πάνω διατάξεις δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται το ποσό των 165.754,38 ευρώ, ως αποζημίωση, ποσό που αυτός θα εισέπραττε ως ασφαλιστική αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία αν η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τη συμβατική της υποχρέωση που απορρέει από τις ως άνω διατάξεις, οι οποίες είχαν καταστεί μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ως προς την υποχρέωση της και μόνο να προβεί στην ασφάλιση του, έναντι του κινδύνου ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου του, νομίμως δε η αναιρεσίβλητη κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη προέβη στην αφαίρεση του ποσού των 47.702,44 ευρώ, που αφορά ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ίδιας, λόγω καταβολής στον αναιρεσείοντα μισθών που δεν δικαιούνταν (κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2003 έως Ιούλιο 2004, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 18 της Υ.Α. 58069/595/2003, η οποία είχε εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση), αφού η ως άνω αποζημίωση δεν αποτελεί ασφαλιστική παροχή ή μισθό κατά την έννοια των άρθρων 451 ΑΚ και 982 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων λόγω μη τηρήσεως από την αναιρεσίβλητη της συμβατικής υποχρέωσης της να προβεί στην ασφάλιση του κατά τα ως άνω εκτεθέντα .
Επομένως, οι τρεις πρώτοι ,από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από τις αιτιολογίες αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό έκρινε ότι σε κάθε περίπτωση έχει εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση η 58059/595/2003 Υπουργική απόφαση για τους λόγους που αναφέρει. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με όσα δέχτηκε στην επάλληλη (ως εκ περισσού) αιτιολογία του, περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ισχύ ή μη της 58059/595/2003 Υπουργικής αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς με κάποιο λόγο της αναιρέσεως η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 7178/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ