Supreme Court allows appeal against lease termination, remanding case for new judge to determine debt adjustment eligibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to terminate a commercial lease agreement. The appellant argued that the lower court incorrectly applied debt adjustment laws to claims that had already become time-barred upon the first termination notice. The court found the lower court erred in law regarding the temporal scope of the adjustment statute, which only applies to debts time-barred at the time of the first termination. Consequently, the court remanded the case for a new judge to decide on the validity of the second termination and the applicability of debt adjustment rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must allow an appeal when the lower court incorrectly applies the temporal scope of debt adjustment laws, remanding the case for a new judge to determine the validity of subsequent termination notices.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 127 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 127/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1)Χαρίλαο Βασιλογεώργη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. ΚΑΙ 2) Ιωάννη Τζουανόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING ΜΑΕ" και ΑΦΜ ... της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING" και ΑΦΜ ... της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΚΟΜ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "FANCY CLICKS", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2010 ανακοπή και τους από 11-10-2016 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2399/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5734/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7.5.2021 αίτηση αναίρεσης, της νομιμοποιούμενης προς άσκησή της, εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η οποία υπεισήλθε, λόγω διάσπασης τριών εταιρειών του ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς, σύστασης αντιστοίχων επωφελουμένων και απορρόφησης μέρους των περιουσιακών στοιχείων τους, αυτοδικαίως, ως οιονεί καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ LEASING ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προσβάλλεται η με αριθμό 5734/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από της κοινοποίησης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, στις 4.11.2020 (σχετ. επισημείωση επί του προσκομιζομένου ακριβούς αντιγράφου της αναιρεσιβαλλομένης, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ.), με συνυπολογισμό της νόμιμης παράτασης της προθεσμίας του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατ' άρθρο 49 παρ. 1 και 2 ν. 4963/2022, λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας της πανδημίας του Covid , σύμφωνα με τα άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και συνεπώς είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ι. Με τον ν. 1665/1986 "συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως. Με τον όρο αυτό αποδόθηκε στα ελληνικά ο διεθνώς γνωστός όρος "Leasing", ένας σύγχρονος οικονομικονομικός θεσμός. Με τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του νόμου αυτού, όπως τα τρία πρώτα από αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση ή τη συμπλήρωσή τους με το άρθρο 11 παρ. 1 έως 6 του ν. 2367/1995, ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως για τη σύναψη της οποίας απαιτείται έγγραφο ως συστατικός τύπος, η εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών και μετά από ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως υποχρεούται να παραχωρεί αντί μισθώματος τη χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου ή και των δύο μαζί που προορίζεται αποκλειστικά για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της , παρέχοντας στον αντισυμβαλλόμενο της συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να ορίσουν ότι το δικαίωμα της αγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη λήξη του χρόνου της μισθώσεως. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μισθώσεως είναι πάντοτε ορισμένη. Με το θεσμό της χρηματοδοτικής μισθώσεως δημιουργήθηκε μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας κατά την οποία ένας κεφαλαιούχος διαθέτει κεφάλαια για την απόκτηση ορισμένων αγαθών, τα οποία στη συνέχεια εκμισθώνει φροντίζοντας μάλιστα, ώστε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους να καθοριστούν από αυτόν που θα τα χρησιμοποιήσει, δηλαδή από τον μελλοντικό μισθωτή, ο οποίος έτσι θα αποκτήσει τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα ή την επιχείρησή του, επιλογής του ιδίου, χωρίς να προβεί στην άμεση εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτησή τους.
Συνήθως η εκμισθώτρια εταιρεία αγοράζει χάριν του μισθωτή το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής καθισταμένη ουσιαστικώς οικονομική κυρία αυτού, χωρίς, όμως, να έχει το πράγμα στην κατοχή της ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, ενόψει του ότι αυτή (εκμισθώτρια) ενδιαφέρεται μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου και του κέρδους της, που λαμβάνει χώρα με το μίσθωμα σε αντίθεση προς τη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 επ.
ΑΚ), όπου το πράγμα προϋπάρχει στην κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος το απέκτησε, το χρησιμοποιεί και το διαθέτει για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του (ΑΠ 1433/2021, ΑΠ 731/2007).
Περαιτέρω, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και δεδομένου ότι οι περισσότερες διατάξεις του σχετικού νόμου (ν. 1665/1986) είναι ενδοτικού δικαίου, η χρηματοδοτική μίσθωση εμφανίζεται στις συναλλαγές σε διάφορες παραλλαγές. Η πλέον σημαντική μορφή χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι η απλή χρηματοδοτική μίσθωση (financial leasing στις διεθνείς συναλλαγές). Ο υποψήφιος μισθωτής απευθύνεται αρχικά στον προμηθευτή και διαπραγματεύεται (συνήθως αυτός) τις προδιαγραφές του πράγματος και το τίμημα. Στη συνέχεια απευθύνεται στην εταιρεία leasing, η οποία αγοράζει ή εισάγει στο όνομά της το πράγμα με τους όρους που συμφώνησε ο μισθωτής, καταβάλει το τίμημα και εντέλλεται τον προμηθευτή να παραδώσει το πράγμα στον μισθωτή, με τον οποίο έχει εν τω μεταξύ συνάψει τη σύμβαση leasing Α.Π. 940/2020 Α.Π. 1320/2018.
Στην αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση (sale and lease back) η εκμισθώτρια εταιρεία leasing έχει προηγουμένως αγοράσει από τον μισθωτή το πράγμα (κινητό ή ακίνητο) που θα αποτελέσει το αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Με τον τρόπο αυτό ο μισθωτής επιτυγχάνει να ενισχύσει τη ρευστότητά του από το εισπραττόμενο τίμημα χωρίς παράλληλα να στερείται τη χρήση του πράγματος.
Στην πράξη καταρτίζονται δύο συμβάσεις (πώληση και μίσθωση), οι οποίες όμως τελούν σε τόσο στενή συνάρτηση μεταξύ τους ώστε η κατάρτιση της μίας να αποτελεί δικαιοπρακτικό θεμέλιο (ή αίρεση) για την κατάρτιση της άλλης. Στο ίδιο πλαίσιο, η λύση της μίας αποτελεί σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της άλλης.
Η χρηματοδοτική μίσθωση λήγει με τη πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, εφόσον ο μισθωτής δεν άσκησε το δικαίωμά του για ανανέωση της μίσθωσης. Με τη λήξη ο μισθωτής υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στον εκμισθωτή και παύει η υποχρέωσή του προς καταβολή μισθώματος. Η χρηματοδοτική μίσθωση λήγει επίσης με καταγγελία, δηλαδή, μονομερή, άτυπη και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο του καταγγέλλοντος δήλωση βουλήσεως, με την οποία το ένα μέρος γνωστοποιεί με σαφήνεια στο άλλο μέρος την πρόθεσή του να λύσει τη σύμβαση.
Με την καταγγελία που έχει ως σκοπό τη λύση μιας διαρκούς ενοχικής σχέσης για κάποιο νόμιμο λόγο, λύεται η χρηματοδοτική μίσθωση και ο εκμισθωτής δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα από τον μισθωτή, δηλαδή δικαιούται να ασκήσει κατά του μισθωτή τα δικαιώματά του από την κυριότητα. Η νομική ενέργεια της καταγγελίας επέρχεται από την περιέλευση της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως του καταγγέλλοντος στον αντισυμβαλλόμενο προς τον οποίο απευθύνεται (ΑΚ 167) ή μετά την πάροδο της τυχόν προβλεπόμενης στο νόμο προθεσμίας.
Κατά το χρονικό αυτό σημείο θα πρέπει να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της καταγγελίας. Μετά την περιέλευση της δηλώσεως βουλήσεως του καταγγέλλοντος στον λήπτη της, η καταγγελία δεν είναι πλέον δυνατό να ανακληθεί. Η άσκησή του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας είναι δυνατόν να περιορισθεί ή να αποκλειστεί για ορισμένο χρόνο με συμφωνία των μερών, εκτός αν η σχετική συμφωνία προσκρούει σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ή πρόκειται να ασκηθεί καταγγελία για σπουδαίο λόγο.
Ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει πριν τη λήξη της τη σύμβαση, αν ο μισθωτής παραβεί τις υποχρεώσεις του, κυρίως αν περιέλθει σε υπερημερία ως προς την πληρωμή του μισθώματος.
Τέλος, στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης συνηθέστατη είναι η προσθήκη του όρου, ότι σε περίπτωση έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης, λόγω υπερημερίας του μισθωτή ως προς την πληρωμή του μισθώματος, θα καθίστανται απαιτητές όλες οι υπόλοιπες, μη ληξιπρόθεσμες, δόσεις του μισθώματος, μέχρι το τέλος της συμφωνημένης διάρκειας της σύμβασης. Ο όρος κατάπτωσης των μη ληξιπροθέσμων μισθωμάτων κρίνεται ως ποινική ρήτρα (ΑΚ 404) και είναι κατ' αρχήν νόμιμος, και δεν αντίκειται, τουλάχιστον a priori στα χρηστά ήθη, εφαρμόζεται δε, η διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ. Αποκλεισμός εφαρμογής της διάταξης αυτής με αντίθετη συμφωνία είναι άκυρος, διότι πρόκειται για κανόνα δημόσιας τάξης.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εκτελεστός τίτλος, μεταξύ άλλων, είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, η δυνάμει δε, συμβολαιογραφικού εγγράφου, ως εκτελεστού τίτλου αναγκαστική εκτέλεση, προϋποθέτει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση που ενσωματώνεται σ'αυτό. Η εν λόγω απαίτηση μπορεί να απορρέει από σύμβαση (λ.χ. πώληση, δάνειο, μίσθωση κ.λπ.) ή, όταν επιτρέπεται από το νόμο, από μονομερή δικαιοπραξία (λ.χ. διαθήκη, προκήρυξη κ.λπ.). Οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο όροι γέννησης της εκτελούμενης αξίωσης, πρέπει να προκύπτουν από το εκτελούμενο συμβόλαιο. Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής χωρίς να χρειάζεται να συνεκτιμηθούν και άλλα έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά με αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014). Η δε χρηματική απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013).
Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτελέσεως. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της εκτάσεως, του είδους και του περιεχομένου της αξιώσεως που ενσωματώνει. Κατά συνέπεια αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 442/2024, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010), αφού ο τίτλος (εν προκειμένω το συμβολαιογραφικό έγγραφο) δεν είναι νόμιμος και θεωρείται ανύπαρκτος με επακόλουθο την ακυρότητα της στηριζόμενης σ' αυτόν επιταγής και γενικά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με αυτόν.
Περαιτέρω, βέβαιη είναι η απαίτηση που δεν τελεί υπό όρο, ούτε εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, ανεξάρτητα από την πηγή, από την οποία προέρχεται η αίρεση ή η προθεσμία, δηλαδή αν τίθεται από το νόμο, από δικαστική απόφαση ή από ρήτρα που περιελήφθη σε συμφωνία μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη, αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 825/2020, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 905/2011).
Εξ άλλου, οι διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ της αναγκαστικής εκτέλεσης, σχετικά με το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης έχουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/1995, ΑΠ 1535/2022, ΑΠ 1051/2009).
ΙΙΙ. Στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν 3816/2010 (ΦΕΚ Α` 6/26.1.2010) προβλέπεται ότι : "1.Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, δικαιούνται να ζητήσουν από τα ιδρύματα αυτά και να επιτύχουν την υπαγωγή σε ρύθμιση των συνολικών οφειλών από την κάθε σύμβαση δανείου ή πίστωσης οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 30.6.2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
Αν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, προϋπόθεση για τη ρύθμιση είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το υπό ρύθμιση συνολικά οφειλόμενο ποσό αφαιρούνται και διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει για κάθε σύμβαση το ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ. 2. Η αποπληρωμή της κατά την προηγούμενη παράγραφο προκύπτουσας οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια ίση με αυτή που απομένει ή, σε περίπτωση σύμβασης που έχει καταγγελθεί θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένη κατά δύο έτη.
Για ληξιπρόθεσμη οφειλή από σύμβαση που έχει καταγγελθεί, η διάρκεια της αποπληρωμής δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα καταβάλλονται μόνο τόκοι και η εν συνεχεία αποπληρωμή της οφειλής που έχει ρυθμισθεί θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση.
Για ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που έχουν καταγγελθεί, η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ' αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Οι πάσης φύσεως και με εκ του νόμου ημερομηνία λήξεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες, που έχουν δοθεί ως ενέχυρο, θα καλύπτουν την κατά παράγραφο 1 οφειλή, θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσό και θα αναπροσαρμόζεται το ποσό των περιοδικών δόσεων.
Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται, καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Το σύνολο των υφιστάμενων πάσης φύσεως εξασφαλίσεων και εγγυήσεων διατηρείται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη ή διατύπωση. 3.
Από την ψήφιση του παρόντος και μέχρι την 15.3.2010 η καταγγελία σύμβασης της παραγράφου 1 εξαιτίας ληξιπρόθεσμων οφειλών παράγει τα αποτελέσματά της μόνο αν ο οφειλέτης δεν ζητήσει εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας την υπαγωγή σε ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής σύμφωνα με την παράγραφο 2.
Η προθεσμία του ενός μηνός δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα αυτό 5. Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον οφειλέτη μέσα σε τριάντα ημέρες από την υποβολή της αίτησης το ύψος της οφειλής που προκύπτει κατά τα ανωτέρω.
Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 31.7.2010 δεν επιτρέπεται η έναρξη ή η συνέχιση της κύριας διαδικασίας της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός αν έχει διενεργηθεί ήδη ο πλειστηριασμός, για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων του Ελληνικού Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, για οποιαδήποτε αιτία οφειλής και υπό τον όρο ότι ο οφειλέτης θα έχει υποβάλει εμπρόθεσμα σχετική αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος.
Ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης... 8. φορολογική ενημερότητα δύναται να προσκομιστεί μέχρι την 30.7.2010. Η προθεσμία καταβολής του προβλεπόμενου από την παράγραφο 4 ποσού παρατείνεται μέχρι την 10.8.2010" (όπως η παράγραφος 8 τροποποιήθηκε με την παρ.26 α` του άρθρου 10 του ν.3840/2010 και την παρ.1 άρθρου 20 Ν.3853/2010).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι δυνατότητα υπαγωγής στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3816/2010 έχουν και οι οφειλέτες των οποίων οι συμβάσεις με τα πιστωτικά ιδρύματα δεν έχουν καταγγελθεί, εφόσον υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών.
Εξάλλου, αυτό ρητά προβλέπεται και τονίζεται και στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3816/2010 όπου αναφέρεται στην ανάλυση του άρθρου 1 ότι σε ρύθμιση υπάγονται ληξιπρόθεσμες οφειλές τόσο από συμβάσεις που έχουν καταγγελθεί, όσο και από αυτές που δεν έχουν καταγγελθεί και ότι προϋπόθεση για τη ρύθμιση των δευτέρων είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών, οπότε και ρυθμίζεται το σύνολο των καθυστερημένων οφειλών.
Περαιτέρω, οι διατάξεις δε, των άρθρων 1 και 2 του ν. 3816/2010 με τις οποίες επιδιώχθηκε από τον νομοθέτη η ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θίγουν την επιβαλλόμενη βεβαιότητα της απαιτήσεως, καθόσον η ρύθμιση δεν προσθέτει αίρεση ή προθεσμία στη γέννηση της απαίτησης, ούτε κατά τα λοιπά καθιστά το περιεχόμενό της εκκρεμές ή αμφίβολο, αφού το ύψος της οφειλής καθορίζεται επακριβώς από τις ως άνω διατάξεις. Τούτο συνάγεται από το ότι με την εν λόγω ρύθμιση δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη για τις αντίστοιχες περιπτώσεις στις διατάξεις των άρθρων 915 και 916 του ΚΠολΔ, ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, γεγονός που θα καθιστούσε τις σχετικές διατάξεις αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4,17 και 20 του Συντάγματος του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνον στις μεταξύ οφειλετών και πιστωτικών ιδρυμάτων συμβατικές σχέσεις Τούτων δοθέντων, ο νόμος ούτε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 915 ΚΠολΔ βεβαιότητα της απαίτησης θίγει, αφού δεν προσθέτει σε αυτή αίρεση ή προθεσμία, ούτε καθιστά το περιεχόμενο της εκκρεμές ή αμφίβολο.
Εξάλλου ούτε ανεκκαθάριστη είναι κατά το άρθρο 916 του ίδιου Κώδικα η απαίτηση, αφού το ύψος της προκύπτει από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο με την τέλεση ορισμένων αριθμητικών πράξεων (πρβλ. ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013, ΑΠ 1099/2010).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ( ΑΠ 169/2023, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προέκυψε ότι με την από 25.11.2010 ανακοπή της (κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ) και τους προσθέτους λόγους αυτής, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ζήτησε την ακύρωση της κατ' αυτής επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, βάσει πρώτου εκτελεστού απογράφου του με αριθμό ....2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Π.
Π.-Μ., και της παρά πόδας αυτού επιταγής προς πληρωμή, με το οποίο είχε καταρτισθεί μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, για λόγους που έπλητταν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και την σε αυτόν διαλαμβανόμενη απαίτηση της ήδη αναιρεσείουσας από οφειλόμενα μισθώματα.
Η ανακοπή έγινε δεκτή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 2399/2017 απόφασή του, η οποία επικυρώθηκε με την απορριπτική της έφεσης,που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα, με αριθμό 5734/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη). Η τελευταία διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα εξής: " Δυνάμει του με αριθμό ....2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Π.
Π.-Μ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 4688 και με αύξοντα αριθμό 389, η ανακόπτουσα εφεσίβλητη εταιρεία μεταβίβασε στην καθής και ήδη εκκαλούσα, λόγω πώλησης τις περιγραφόμενες σ'αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες (....) τις ανεγερθείσες επί οικοπέδου κειμένου στην Αθήνα, στην περιοχή Πατησίων και στη συμβολή των οδών ...
οικοδομής, με σκοπό τη χρηματοδοτική μίσθωσή τους εκ μέρους της άνω πωλήτριας. Η Δ. Μ. του Α., ενεργούσα ως μοναδική εταίρος, διαχειρίστρια και εκπρόσωπος της εφεσίβλητης ανακόπτουσας , αλλά και ατομικά ως εγγυήτρια της τελευταίας-αυτοφειλέτης, κατήρτισε με την εκκαλούσα -καθής η ανακοπή στις 3.11.2006 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με τη μορφή του sale and lease back (βλ.
το με αριθμό ....2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Π. Π.-Μ., το οποίο καταχωρήθηκε νομότυπα στα ειδικά βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών) με αντικείμενο (της σύμβασης) τις περιγραφόμενες ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε 15 ετών με λήξη την 3.11.2021, προβλέφθηκε δε, η υποχρέωση της μισθώτριας να καταβάλει 180 μηνιαία μισθώματα.
Η οριστική αξία του μισθίου ορίστηκε στις 294.300 ευρώ. Το τυπικό μίσθωμα ορίστηκε σε 7,46% της οριστικής αξίας του μισθίου, έκαστο δε, από το πρώτο έως και το εκατόν ογδοηκοστό μίσθωμα, πληρωτέα το πρώτο την 3.11.2006, το δεύτερο την 3.12.2006 και έκαστο από τα λοιπά 178 μηνιαία μισθώματα την 3η ημέρα εκάστου των εν συνεχεία μηνών μέχρι της εξοφλήσεως αυτών, ενώ το τελευταίο εκατοστό ογδοηκοστό μίσθωμα ορίστηκε καταβλητέο στις 3.10.2021.
Σύμφωνα με τον όρο 6.1 της άνω σύμβασης : "Στη περίπτωση που η μισθώτρια δεν καταβάλει εμπροθέσμως δύο μισθώματα καθώς και οποιεσδήποτε άλλες απαιτήσεις που απορρέουν από τη παρούσα σύμβαση ή σε περίπτωση παράβασης απ' αυτήν οποιουδήποτε όρου της παρούσας, καθίσταται από της επομένης κοινοποιήσεως της καταγγελίας της παρούσης συμβάσεως άνευ ετέρου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το υπόλοιπο ανεξόφλητο κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα μη λήξαντα μισθώματα και απαιτήσεις, με το νόμιμο της υπερημερίας τόκο υπολογιζόμενο από την επομένη ημέρα της καταγγελίας, λόγω αποζημίωσης ειδικά προς τούτο συνομολογουμένης", ενώ με τον όρο 18. 1, 2 και 3 της σύμβασης ορίστηκε ότι " 18.
Καταγγελία-Συνέπειες ... 2. Η εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει τη παρούσα σύμβαση με έγγραφο που επιδίδει στη μισθώτρια με δικαστικό επιμελητή στις εξής περιπτώσεις: α) καθυστερήσεως από τη μισθώτρια, για οποιοδήποτε λόγο της καταβολής δύο (2) μισθωμάτων ή οποιασδήποτε γενικά οφειλής της που έχει σχέση με τους όρους της συμβάσεως αυτής, όπως ενδεικτικά ασφαλίστρων κλπ.
Στη περίπτωση αυτή ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα της εκμισθώτριας η καθυστέρηση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού έχει ως αποτέλεσμα την υποχρέωση της μισθώτριας να καταβάλει εντόκως από την επόμενη ημέρα που ήταν καταβλητέο μέχρι εξοφλήσεως τα κατά τα ως άνω υπό το άρθρο 6 οριζόμενα... 3. Σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσης συμβάσεως για οποιονδήποτε εκ των ως άνω λόγων, η εκμισθώτρια, με την επιφύλαξη και παντός άλλου δικαιώματός της, μπορεί σωρευτικά ή διαζευκτικά:
α) να αποβάλει από τα ακίνητα την μισθώτρια και κάθε τρίτο που τυχόν έλκει δικαιώματα από αυτήν, με δαπάνες της τελευταίας, με κάθε νόμιμο τρόπο ή με εκτέλεση της παρούσης συμβάσεως που τα συμβαλλόμενα μέρη κηρύσσουν από τώρα τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο, β) να εισπράξει τόσο τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα όσο και ολόκληρο το ανεξόφλητο κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τη συμβατική λήξη της μισθώσεως, το οποίο συνεπεία της καταγγελίας καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, λόγω αποζημίωσης ειδικά προς τούτο συνομολογουμένης μεταξύ των μερών, άμα δε και έντοκο από της επομένης της καθυστερήσεως για τα ληξιπρόθεσμα και της επομένης της καταγγελίας για το ανεξόφλητο κεφάλαιο κατά τα ανωτέρω με το νόμιμο της υπερημερίας τόκο διά παντός νομίμου μέσου ή με εκτέλεση της παρούσης συμβάσεως, την οποία και για το λόγο αυτό τα συμβαλλόμενα μέρη κηρύσσουν από τώρα τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο κατά τα κατωτέρω ειδικότερα οριζόμενα...
Κατά της άνω αποζημίωσης (του ανεξόφλητου κεφαλαίου των μελλοντικών μισθωμάτων) η μισθώτρια και εγγυήτρια δεν δικαιούνται να προβάλλουν ή αντιτάξουν αντίθετους ισχυρισμούς... είτε τέλος να την χαρακτηρίσουν ως ποινική ρήτρα άλλως ρητώς παραιτουμένων από κάθε σχετικό δικαίωμά τους". Τέλος, στον όρο 22 (εκτέλεση) της συμβάσεως ορίστηκε ότι: " Οι συμβαλλόμενοι συνομολογούν και αποδέχονται, ότι σε περίπτωση μη καταβολής δύο μισθωμάτων ή οποιουδήποτε ποσού οφειλομένου, δυνάμει της παρούσης ανώτερου των 10.000 ευρώ, θα καθίσταται κατά τα ανωτέρω, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και ολόκληρο το ανεξόφλητο κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα υπόλοιπα οφειλόμενα και συνεπεία της καταγγελίας λήξαντα μισθώματα μέχρι την συμφωνηθείσα λήξη της διάρκειας της παρούσης, η δε εκμισθώτρια πέραν των διά της παρούσης συνομολογουμένων λοιπών δικαιωμάτων της, δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη κάθε οφειλομένου κατά τα ανωτέρω ποσού και την απόδοση σ'αυτόν της χρήσης των μισθίων με εκτέλεση του παρόντος συμβολαίου, κηρυσσομένου από τους συμβαλλομένους από τώρα τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου..
Κατόπιν της άνω συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως παραδόθηκε στην εφεσίβλητη ανακόπτουσα η χρήση του εν λόγω μισθίου ακινήτου και αυτή αρχικώς κατέβαλε εμπροθέσμως τα συμφωνηθέντα μισθώματα. 'Ομως, από τον Αύγουστο του έτους 2009 και μετά εμφάνισε καθυστέρηση στην εμπρόθεσμη καταβολή αυτών, οφείλοντας έως την 7.1.2010 το συνολικό ποσό των 10.072,18 ευρώ για μισθώματα, πλέον τόκων υπερημερίας.
Τότε η εκκαλούσα καθής προέβη στην από 7.1.210 εξώδικη καταγγελία, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 11.1.2010, με την οποία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, λόγω καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων και κάλεσε την ανακόπτουσα να της καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα (....) άλλως να της αποδώσει άμεσα την κατοχή και χρήση του μισθίου ακινήτου, επιφυλασσομένη για την είσπραξη των εν γένει απαιτήσεών της ..Κατόπιν όλων αυτών και συγκεκριμένα, την 26.1.2010 δημοσιεύθηκε ο νόμος 3816/2010 (ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ) ο οποίος στο άρθρο 1 με τον τίτλο " Ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών" προβλέπει τα εξής: 1.
Φυσικά η νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων για επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς δικαιούνται να ζητήσουν από τα ιδρύματα αυτά και να επιτύχουν την υπαγωγή σε ρύθμιση των συνολικών οφειλών από την κάθε σύμβαση δανείου ή πίστωσης, οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 30.6.2007 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
Αν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, προϋπόθεση για τη ρύθμιση είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το υπό ρύθμιση συνολικά οφειλόμενο ποσό αφαιρούνται και διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει για κάθε σύμβαση το 1.500.000 ευρώ. 2. Η αποπληρωμή της κατά τη προηγούμενη παράγραφο προκύπτουσας οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια ίση με αυτή που απομένει ή σε περίπτωση σύμβασης που έχει καταγγελθεί θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένη κατά δύο έτη.
Για τη ληξιπρόθεσμη οφειλη από σύμβαση που έχει καταγγελθεί η διάρκεια της αποπληρωμής δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 7 έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα καταβάλλονται μόνον τόκοι και η εν συνεχεία πληρωμή της οφειλής που έχει ρυθμισθεί θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, σύμφωνα με την περιοδικότητα το εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση.
Για ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που έχουν καταγγελθεί, η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ' αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Οι πάσης φύσεως και με εκ του νόμου ημερομηνία λήξεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες, που έχουν δοθεί ως ενέχυρο, θα καλύπτουν την κατά παράγραφο 1 οφειλή, θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσό και θα αναπροσαρμόζεται το ποσό των περιοδικών δόσεων.
Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται, καθόλη τη διάρκεια της ρύθμισης, με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Το σύνολο των υφισταμένων πάσης φύσεως εξασφαλίσεων και εγγυήσεων διατηρείται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη ή διατύπωση. 3.
Από τη ψήφιση του παρόντος και μέχρι την 15.3.2010 η καταγγελία σύμβασης της παραγράφου 1 εξαιτίας ληξιπροθέσμων οφειλών παράγει τα αποτελέσματά της μόνον αν ο οφειλέτης δεν ζητήσει ενός μηνός από την κοινοποίηση της καταγγελίας την υπαγωγή σε ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής σύμφωνα με την παράγραφο 2.
Η προθεσμία του ενός μηνός δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμα αυτό. 4. Οφειλέτες από συμβάσεις της παραγράφου 1, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005 και μέχρι την 30.6.2007 δικαιούνται να ζητήσουν και να επιτύχουν να υπαχθούν στη ρύθμιση, σύμφωνα με τα παραπάνω, υπό τον όρο ότι θα αποπληρωθεί μέχρι την 15.5.2010 ποσό ίσο με το 10% της οφειλής που προκύπτει, χωρίς να υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, για τους οποίους τηρείται χωριστός λογαριασμός.
Αν ο οφειλέτης αποπληρώσει το ήμισυ της οφειλής σύμφωνα με τη ρύθμιση, διαγράφονται οριστικά οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, πλην των ήδη καταβληθέντων μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης, αν δεν υπάρχει καθυστέρηση 4 τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. 5.
Οι αιτήσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών των προηγουμένων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.4.2010. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον οφειλέτη μέσα σε τριάντα ημέρες από την υποβολή της αίτησης το ύψος της οφειλής που προκύπτει κατά τα ανωτέρω. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 31.7.2010 δεν επιτρέπεται η έναρξη ή η συνέχιση της κύριας διαδικασίας της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός αν έχει διενεργηθεί ήδη ο πλειστηριασμός για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων του Ελληνικού Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, για οποιαδήποτε αιτία οφειλής και υπό τον όρο ότι ο οφειλέτης θα έχει υποβάλει εμπρόθεσμα σχετική αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του παρόντος.
Ο οφειλέτης επικαλείται και αποδεικνύει την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης. 6. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης με χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν καταγγελθεί. Η διάρκεια της αποπληρωμής της οφειλής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον εναπομένοντα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης χρόνο.
Στη περίπτωση της υπέρβασης δεν εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2. Καταγγελίες μετά την 15.12.2009 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν παράγουν τα αποτελέσματά τους. Η παράγραφος 3 εφαρμόζεται και για τις συμβάσεις αυτές. 7. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, από ομολογιακά δάνεια, από δάνεια ή πιστώσεις εγγυημένα ή επιδοτούμενα από το Δημόσιο ή εγγυημένα από το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων.
Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές Κοινωφελών Ιδρυμάτων. 8. Δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή στο νόμο αυτό έχουν οι πρωτοφειλέτες, οι εγγυητές και οι καθολικοί διάδοχοί τους, εφόσον διαθέτουν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα. " Η ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα δύναται να προσκομισθεί μέχρι την 30.7.2010.
Η προθεσμία καταβολής του προβλεπομένου από την παράγραφο 4 ποσού παρατείνεται μέχρι την 10.8.2010 ...
Περαιτέρω, την 2.2.2010 η καθής -ως όφειλε βάσει του ανωτέρω νόμου- προσκάλεσε την ανακόπτουσα προς ρύθμιση της ανωτέρω περιγραφόμενης οφειλής της και την 24.2.2010 η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα υπέβαλε προς την καθής τη σχετική αίτησή της, με την οποία ζήτησε την υπαγωγή σε ρύθμιση της ληξιπρόθεσμης οφειλής της από την ένδικη σύμβαση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 3816/2010, υποβάλλοντας αντίγραφο φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας.
Η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, είχε δικαίωμα να υπαχθεί στις διατάξεις του άνω ν. 3816/2010, δεδομένου ότι πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι η επίδικη με αριθμό ....2006 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης είχε καταγγελθεί μέσα στο προβλεπόμενο εκ του νόμου αυτού χρονικό διάστημα, δηλαδή μετά την 15.12.2009 και μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου (αρθρο 1 παρ. 6 του ν. 3816/2010) και σε κάθε περίπτωση, υφίστατο ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών, η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είχε υποβληθεί εμπροθέσμως (κατόπιν και της από 2.2.2010 προσκλήσεως της καθής προς την ανακόπτουσα και τη νόμιμη εκπρόσωπο αυτής κοινοποιηθείσα στις 12.2.2010 και 10.2.2010 σ'αυτές αντίστοιχα) συνοδευόμενη από αντίγραφο φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας και το σύνολό της προς υπαγωγή ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερέβαινε το 1.500.000 ευρώ.
Κατόπιν η εκκαλούσα με το από 9.3.2010 έγγραφό της που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 10.3.2010 (..) όπως είχε υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 3816/2010, πρότεινε στην ανακόπτουσα ένα σχέδιο ρύθμισης της οφειλής της, αφού της γνωστοποίησε (στην ανακόπτουσα) το ύψος της οφειλής της από την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μέχρι τις 26.1.2010, προσδιορίζοντας αυτήν στο ποσό των 10.071,56 ευρώ, μετά την αφαίρεση και διαγραφή των τόκων υπερημερίας (αρχική οφειλή 10.577,36 ευρώ) και την κάλεσε να προσέλθει μέχρι τις 9.4.2010 στα γραφεία της για την υπογραφή της προτεινόμενης αυτής ρύθμισης.
Η εφεσίβλητη αρνήθηκε το προτεινόμενο σχέδιο θεωρώντας ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σ'αυτό το σύνολο της οφειλής των μισθωμάτων, ήτοι μέχρι τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης, ενόψει της προηγηθείσας από 7.1.2010 εξώδικης δήλωσης καταγγελίας, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 22 της επίδικης σύμβασης, συνεπεία της οποίας κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά τους ισχυρισμούς της, ολόκληρο το υπόλοιπο ανεξόφλητο κεφάλαιο που αντιστοιχούσε στα μη ληξαντα μισθώματα και απαιτήσεις.
Η εκκαλούσα καθής θεωρούσε ότι μέχρι τη δημοσίευση του ν. 3816/2010 δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο το σύνολο των μισθωμάτων της επίδικης σύμβασης, παρά μόνον του παρελθόντος χρονικού διαστήματος έως την 26.1.2010. Κατόπιν σχετικών μεταξύ τους συζητήσεων, ανταλλαγής επιστολών και την οριστική άρνηση της ανακόπτουσας -εφεσίβλητης να συμφωνήσει στο προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης αυτής, η εκκαλούσα καθής με την από 13.9.2010 εξώδικη δήλωση καταγγελίας που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 15.9.2010, κατήγγειλε εκ νέου την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, λόγω εξακολούθησης καθυστέρησης καταβολής μισθωμάτων και κάλεσε την εφεσίβλητη ανακόπτουσα να της καταβάλει πέραν των αναφερομένων ανωτέρω μισθωμάτων και τα οφειλόμενα λόγω παρόδου του χρόνου μισθώματα (...) συνολικού ποσού 24.268,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα που έκαστο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφλησή τους, άλλως να της αποδώσει άμεσα την κατοχή και χρήση του μισθίου ακινήτου, επιφυλασσομένη για την είσπραξη των εν γένει απαιτήσεών της (..).
Η εφεσίβλητη ανακόπτουσα αρνήθηκε και η καθής της επέδωσε στις 22.11.2010 το με αριθμό ....2010 πρώτο εκτελεστό απόγραφο του με αριθμό ....2006 συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Π. Π.-Μ. με την από 18.11.2010 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αυτού με τα οποία επιτάσσεται η ανακόπτουσα μισθώτρια να αποδώσει στην καθής το αναφερόμενο στο απόγραφο μίσθιο ακίνητο.
Η από 7.1.2010 εξώδικη καταγγελία δεν παρήγαγε τα αποτελέσματά της, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 3816/2010 ορίζεται ρητώς ότι "Καταγγελίες μετά την 15.12.2009 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος δεν παράγουν τα αποτελέσματά τους" , δηλαδή δεν λύεται η σύμβαση παρά εφόσον κατατεθεί η ως άνω αίτηση , η οφειλή υπόκειται σε ρύθμιση.
Αλλά ούτε και η δεύτερη από 13.9.2010 εξώδικη καταγγελία παράγει τα αποτελέσματά της, δεδομένου ότι το αίτημα ρύθμισης της οφειλής της εφεσίβλητης, το οποίο είχε νομίμως υποβληθεί ήταν ακόμη εκκρεμές, ενώ η συνεχιζόμενη άρνηση της εκκαλούσας τράπεζας να συμπεριλάβει όλη την οφειλή στη ρύθμιση που πρότεινε η εφεσίβλητη, δεν βασιζόταν στις διατάξεις του εφαρμοζομένου νόμου (ν. 3816/2010) ο οποίος προέβλεπε ρύθμιση του συνόλου της οφειλής που έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη μετά την 30.6.2007 και μέχρι τη δημοσίευσή του , εν προκειμένω δε, είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά όλα τα μισθώματα από τον Νοέμβριο του 2009 δυνάμει των άρθρων 6.1 και 22 της επίδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ως ανωτέρω αναφέρονται και της από 7.1.2010 προηγηθείσας εξώδικης καταγγελίας, η οποία κατέστησε αυτοδικαίως ληξιπρόθεσμο το σύνολο των μισθωμάτων έως τη λήξη της επίδικης σύμβασης.
Η άρση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας που προέβλεπε η παρ.6 του άρθρου 1 του ν. 3816/2010 για το μετά την 15.12.2009 χρονικό διάστημα , αφορά την λύση της κρινόμενης σύμβασης leasing και όχι την ισχύ των όρων των άρθρων 6.1 και 22 της επίδικης σύμβασης, που είχαν ειδικά συμφωνήσει οι διάδικοι, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) και σύμφωνα με τα στην μείζονα πρόταση της παρούσας αναφερόμενα και το πνεύμα που διέπει τον ν. 3816/2010.
Όμως η εκκαλούσα επέμενε να μη περιλαμβάνει στο σχέδιο ρύθμισης που πρότεινε το σύνολο της οφειλής της εφεσίβλητης, παρά μόνον τα οφειλόμενα έως την καταγγελία μισθώματα, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό τις διατάξεις του ν. 3816/2010, που ρητώς αναφέρει στο άρθρο 1 ότι πρόκειται για υπαγωγή σε ρύθμιση των συνολικών οφειλών που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες από 30.6.2007 έως 26.1.2010 (δημοσίευση του νόμου αυτού) σε συνδυασμό με τον στόχο στον οποίο απέβλεπε σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση που ήταν να δοθεί η δυνατότητα στους λήπτες επιχειρηματικών ή επαγγελματικών δανείων που ανταποκρίνονται με δυσκολίες στις δανειακές τους υποχρεώσεις, να ενταχθούν αυτοί σε ρύθμιση, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3816/2010 για την αποπληρωμή του συνόλου του κεφαλαίου του δανείου.
Από το στοιχείο αυτό προκύπτει, ότι αν η ρύθμιση δεν αφορούσε το σύνολο της οφειλής δεν θα εξυπηρετείτο ο σκοπός του νόμου που ήταν η διευκόλυνση των οφειλετών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού η από 13.9.2010 καταγγελία δεν παρήγε τα έννομα αποτελέσματά της , δηλαδή την λύση της ένδικης σύμβασης, δεν υπάρχει αξίωση της εκκαλούσας -καθής για απόδοση του ακινήτου που περιγράφεται ανωτέρω και ζητείται με τις ανακοπτόμενες πράξεις εκτέλεσης.
Κατά συνέπεια και το με αριθμό ....2010 εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό ....2010 σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Π. Π.-Μ. με αντίγραφο του οποίου και με την κάτω από αυτό συνταγείσα από 18.1.2010 επιταγή με το οποίο επιτάσσεται η ανακόπτουσα -εφεσίβλητη μισθώτρια να αποδώσει στην εκκαλούσα -καθής το μίσθιο ακίνητο δεν αποτελεί έγκυρο εκτελεστό τίτλο αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αφενός δεν υφίσταται αξίωση της καθής δεκτική εκτελέσεως προς απόδοση αυτού, αφετέρου η ενσωματωθείσα στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο απαίτηση της καθής δεν είναι βεβαία, αφού εκκρεμούσε η αίτηση επαναρρύθμισής της..".
Μετά τα ανωτέρω, το Εφετείο απέρριψε τους λόγους έφεσης και την έφεση στο σύνολό της. Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης, το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ'αυτό με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3816/2010.
Τούτο διότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι η γενομένη στις 7.1.2010 από την αναιρεσείουσα καταγγελία της ένδικης, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου, με αριθμό ....2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Π. Π.- Μ., χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα εξ αιτίας της απαγορευτικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 3816/2010 [που όριζε ότι οι καταγγελίες (μεταξύ άλλων και) χρηματοδοτικών μισθώσεων με χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα οι γενόμενες μετά τις 15.12.2009 και μέχρι το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού (26.1.2010) δεν παράγουν αποτελέσματα] μόνον ως προς την καταγγελία αυτή καθ' εαυτή, ενώ εξακολουθούσαν να ισχύουν οι συμβατικώς συμφωνηθείσες συνέπειες της καταγγελίας, όπως αυτές προσδιορίζονταν επακριβώς στους όρους, 6,18 και 22 της ένδικης χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση καταγγελίας αυτής, εξ αιτίας υπερημερίας στην καταβολή μισθωμάτων τουλάχιστον δύο μηνών, καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο των μισθωμάτων έως τη λήξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ενώ κατά την αληθή έννοια της διατάξεως η καταγγελία αυτή υπήρξε άκυρη με συνέπεια την εξακολούθηση της ισχύος της σύμβασης και των κατ' ιδίαν όρων αυτής.
Η περαιτέρω δε, παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι η ενόψει της συνεχιζομένης υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, νέα καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσείουσα, στις 15.9.2010, υπήρξε επίσης άκυρη λόγω της υφισταμένης εκκρεμότητας ως προς την υπαγωγή ή μη της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης στη ρύθμιση του ν. 3816/2010, οφειλομένης στην άρνηση της αναιρεσείουσας να περιλαμβάνει στο σχέδιο ρύθμισης που πρότεινε το σύνολο της οφειλής της αναιρεσίβλητης, παρά μόνον τα ληξιπρόθεσμα μέχρι το χρόνο της καταγγελίας μισθώματα, ομοίως παραβιάζει με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Τούτο διότι με αυτές επήλθε ως συνέπεια της εφαρμογής τους, η ακυρότητα των καταγγελιών μέχρι την δημοσίευση του οικείου νόμου (3816/2010), και εντεύθεν ήρθησαν αναδρομικώς οι συνέπειες της καταγγελίας με αποτέλεσμα να μην έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο το απομένον σύνολο του χρέους, κατά την συμβατική πρόβλεψη, αλλά μόνον τα οφειλόμενα έως την καταγγελία μισθώματα, σημείο ως προς το οποίο, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης οι διάδικοι διεφώνησαν κατά τις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να μην επέλθει συμφωνία ρυθμίσεως του χρέους, καθ' όσον κατά την νομοθετική ρύθμιση, μόνον τα μέχρι της καταγγελίας ληξιπρόθεσμα χρέη υπόκεινται σε ρύθμιση, όχι και εκείνα που κατέστησαν δια της πρώτης καταγγελίας συμβατικώς ληξιπρόθεσμα, όπως η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένως δέχθηκε καθ' όσον ο νόμος δια της απαγγελίας της αναγγελθείσης ακυρότητος της καταγγελίας αυτής τα κατέστησε, αναδρομικώς, μη ληξιπρόθεσμα.
Περαιτέρω δόθηκε η δυνατότητα στα συμβαλλόμενα μέρη να προβούν σε νέα ρύθμιση μόνον των ανωτέρω οφειλών, δεδομένου δε, ότι κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης δεν επιτεύχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα έως την δεύτερη καταγγελία της ένδικης σύμβασης (15.9.2010), συμφωνία για τη ρύθμιση του όντως υπαγομένου στις άνω διατάξεις μέχρι της καταγγελίας ληξιπροθέσμου χρέους, οι συνέπειες της καταγγελίας αυτής δεν εξηρτήθησαν από τον ανωτέρω νόμο, αφού έληξε το πεδίο εφαρμογής του.
Πολύ περισσότερο αφού, η μη κατά τα ανωτέρω, εν τέλει, υπαγωγή στις διατάξεις του εν λόγω νόμου δεν συνιστά αναβλητική αίρεση για τη γέννηση της προκύπτουσας από τον υπόψη εκτελεστό τίτλο απαίτησης της αναιρεσείουσας, ούτε θίγει την βεβαιότητα αυτής (απαίτησης) καθιστώντας το περιεχόμενο του τίτλου εκκρεμές ή αμφίβολο, με συνέπεια η υπόψη δεύτερη καταγγελία της ένδικης σύμβασης να επέφερε τα αποτελέσματά της, επί τη βάσει των συμφωνηθέντων σ' αυτή σχετικά με την υπερημερία στην καταβολή των μισθωμάτων (αρθ.6,18 και 22 της σύμβασης).
Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι το ζήτημα της ρύθμισης ή μη των οφειλών αφορά στην έμμεση εκτέλεση, ενώ εν προκειμένω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, πρόκειται περί αμέσου εκτελέσεως συμβολαιογραφικού εγγράφου ως τίτλου εκτελεστού για την απόδοση της χρήσης μισθίου ακινήτου, για δε το νόμιμο του ανακοπτομένου τίτλου εκτελέσεως (εν προκειμένω του συμβολαιογραφικού εγγράφου) κατά το μέρος που αυτός δεν ενσωματώνει χρηματική αξίωση προς εκτέλεση, αλλά τίτλο αποδόσεως ακινήτου, αρκεί μόνον το έγκυρο της καταγγελίας.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλο από αυτόν που την εξέδωσε (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για το παραδεκτό της αίτησής της στην ίδια (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (αρθ. 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 5734/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ