Legislator Case Law & Legislation
127/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to failure to clarify road markings and right-of-way rules.

Case Number 127/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance traffic accident verdict, finding it legally flawed. The appellant argued the lower court failed to clarify specific road markings and the legal permissibility of reversing direction at the accident site. Consequently, the court held that the lower court's reasoning was insufficient to establish liability, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; A violation of substantive law occurs when a court fails to apply a rule where conditions existed or applies it where they did not, and such a violation renders the judgment voidable.

Keywords

AI generated
traffic accident liability road markings interpretation right of way rules substantive law violation remand for retrial appeal admissibility judicial reasoning defect

Cited Legislation

AI generated
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 § 1β of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 127 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 127/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαμπράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΑΖ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Τσιμογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18 Σεπτεμβρίου 2018 (με αριθμ. καταθ. 2/19-09-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 87/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 Κ.Πολ.Δ.). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ. παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚπολΔ).

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: (560 αρ. 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (αντιστοίχου εννοίας με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 2100, 2101, 1853, 1850/2007, ΑΠ 589/2005).

Πρέπει, ακόμη, να καθορίζεται, πλην των άλλων, σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στην διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακολούθως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 560 αρ. 1α του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, και η έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του, προβαλλομένου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Οι έξι λόγοι του άρθρου 560 ΚπολΔ, αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 560 αρ. 1(α) και 560 αρ.6 ΚΠολΔ, μέμφεται το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παρεβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ.5α και παρ.8ζ εδ.α' του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), άλλως αυτή του άρθρου 17 παρ.4 του ΚΟΚ και τέλος, αυτήν του άρθρου 16 του ίδιου ως άνω ΚΟΚ, δεχόμενο ότι η οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου της αναιρεσίβλητης και δη η αναστροφή πορείας, που επιχείρησε στο επίδικο σημείο της οδού, ήταν επιτρεπτή, όπως ειδικότερα εκθέτει στο δικόγραφο της αναιρεσέως, ενώ αντίθετα έκρινε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του αναιρεσείοντος και η θέση αυτής στο αριστερό τμήμα της οδού, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μη νόμιμη καθιστώντας αυτόν συνυπαίτιο του ατυχήματος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Υπό τις αυτές προϋποθέσεις τελεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 922 ΑΚ και 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", και η υποχρέωση αποζημιώσεως του προστήσαντος τον υπαίτιο οδηγό και του έχοντος ασφαλίσει την ευθύνη εκ της κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ασφαλιστού.

Η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 5 παρ.5α, 8ζ.εδ.α' του Κ.Ο.Κ. "1. Οι σημάνσεις των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις ή ...χρησιμοποιούνται για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας ή για την προειδοποίηση ή καθοδήγηση αυτών που χρησιμοποιούν οδούς είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με πινακίδες σήμανσης ή σηματοδότες...

Οι ειδικές διαγραμμίσεις είναι: α) η αποτελούμενη από παράλληλες λοξές λωρίδες, οι οποίες πλαισιώνονται από μία συνεχή ή διακεκομμένη γραμμή επί τμήματος ή επί ελαφρώς ανυψωμένης περιοχής του οδοστρώματος και η οποία σημαίνει απαγόρευση ή περιορισμό εισόδου οχημάτων στις περιοχές αυτές (5α). Στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται να εισέρχονται σε περιοχή του οδοστρώματος η οποία προσδιορίζεται με παράλληλες λοξές λωρίδες και πλαισιώνεται με συνεχή γραμμή (8ζεδ.α').

Εξάλλου, στο άρθρο 17 παρ.4 του ίδιου ως άνω ΚΟΚ ορίζεται ότι: 4. Ειδικότερα σε οδόστρωμα διπλής κατεύθυνσης, το προσπέρασμα απαγορεύεται και κατά την προσέγγιση σε κυρτή αλλαγή κλίσης ή σε στροφές με ανεπαρκή ορατότητα, εκτός αν υπάρχει στα σημεία αυτό διαχωριστική νησίδα ή δύο τουλάχιστον λωρίδές κυκλοφορίας προς την κατεύθυνση αυτού που προσπερνά, οι οποίες ορίζονται με κατά μήκος διαγραμμίσεις, το δε προσπέρασμα γίνεται χωρίς να εγκαταλείψει ο οδηγός τις λωρίδες κυκλοφορίας που σημειώνονται ως κλειστές γι` αυτούς που έρχονται αντίθετα.

Τέλος, στο άρθρο 16 του ΚΟΚ προβλέπεται ότι στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας και ότι οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, με την προσβαλλόμενη υπ. αριθμ. 87/2018 απόφασή του, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α, 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού εξαφάνισε την 117/2015 εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Άρτας, δέχθηκε κατ` ουσία την από 15-3-2016 έφεση της αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας, απέρριψε δε κατ'ουσία την από 4-4-2016 έφεση του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ως ουσία βάσιμη εν μέρει, την με αριθμό καταθ. 769/30-12-2013 αγωγή του ενάγοντος- εκκαλούντος-αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης-εφεσιβλήτου- αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας, αναγνωρίζοντας ως συνυπαίτιους του ενδίκου ατυχήματος κατά 60% τον Θ. Τ., οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για την αστική ευθύνη από τις προκαλούμενες απ` αυτό ζημίες έναντι τρίτων οχήματος και κατά 40% τον αναιρεσείοντα, υποχρέωσε δε την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλλει στον τελευταίο, το χρηματικό ποσό των 4.800 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες που υπέστη η μοτοσικλέτα του (ολοσχερή καταστροφή), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη επίδοσης της αγωγής.

Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 21-7-2012 περί ώρα 01.00 ο ενάγων οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, τύπου HONDA 1000 cc κινούμενος επί της Ε.Ο. Άρτας Ιωαννίνων με κατεύθυνση προς Ιωάννινα.

Εξήλθε από την κεντρική δημοτική οδό Καλαμιάς - Φιλοθέης και ελίχθηκε δεξιά επί της Ε.Ο. 'Αρτας Ιωαννίνων, με κατεύθυνση την Φιλιππιάδα Πρέβεζας. Στο σημείο εκείνο η Ε.Ο. διασχίζει τη Φιλοθέη Άρτας. Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, πλάτους 4,50 μ. Και οι λωρίδες αυτές διαχωρίζονται μεταξύ τους με νησίδα πλάτους 2,50 μ., ενώ, και από τις δύο πλευρές της Ε.Ο.

υφίστανται πεζοδρόμια (ιδ. Σχετ. Χαρακτηρισμό σε έκθεση αυτοψίας) πλάτους 2,80 μ, το καθένα και πέραν τούτων βοηθητικοί παράδρομοι κυκλοφορίας των δημοτών, παράλληλοι της ΕΟ και μάλιστα ένας βοηθητικός παράδρομος για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας. Από την πλευρά του προς Ιωάννινα ρεύματος πορείας το, εκ δεξιών , πεζοδρόμιο είναι ασυμμέτρως αναπτυγμένο εν σχέσει προς την νησίδα ασφαλείας της ΕΟ, και δη στο 688,4 χιλιόμετρο, όπου επεσυνέβη το ένδικο τροχαίο, υπό την ειδικότερη συνθήκη ότι εξαντλείται, τουλάχιστον, τριάντα (30) μέτρα συγκριτικά με την απόληξη της νησίδας της Ε.Ο και την έναρξη της ειδικής διαγράμμισης με λοξές γραμμές που επακολουθεί, στο πέρας της νησίδας, και κατά τον άξονα της Ε.Ο.

Άρτας-Ιωαννίνων. Η ασυμμετρία αυτή επιτρέπει στον κινούμενο προς Ιωάννινα να εισέλθει στο χώρο όπου συμβάλλονται ο, εκ δεξιών, παράδρομος, και το νομίμως χαρακτηρισμένο, ως ρεύμα πορείας, προς Ιωάννινα και να ελιχθεί, με προσφορότητα και αποτελεσματικότητα, εκεί, τηρώντας τους όρους επιτυχούς, ασφαλούς και επιμελούς χειρισμού-ελιγμού.

Όλα αυτά προκύπτουν, αμέσως, από την εκτίμηση των μετρήσεων της εκθέσεως αυτοψίας, των συναφών επισημάνσεων και παρατηρήσεων που καταγράφονται αρμοδίως, στην έκθεση αυτοψίας και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο στοιχείο. Χαρακτηριστικά, η ασυνέχεια της οριογραμμής του οδοστρώματος του προς Ιωάννινα ρεύματος πορείας, καταμετρήθηκε σε μέτρα μήκους 21,70 οπότε, εκ του δεδομένου τούτου, η απόληξή του, εκ δεξιών, πεζοδρομίου επισημειώνεται ως ανωτέρω (εκτιμάται σε τουλάχιστον τριάντα -30- μέτρα) με τη μέθοδο της αναλογίας, αξιοποιώντας το νομογράφημα της Τροχαίας.

Περαιτέρω, για τον επιχειρούντα να εισέλθει από τον παράδρομο, που κείται δεξιά, ως προς τον κατευθυνόμενο, μέσω της Ε.Ο, προς Φιλιππιάδα-Ιωάννινα, αρχικώς στο οδόστρωμα τούτο της Ε.Ο. και, εν συνεχεία, δι' αναστροφής στο προς Άρτα ρεύμα πορείας της αυτής Ε.Ο, κίνηση η οποία, τηρουμένων των όρων ορθής οδηγικής συμπεριφοράς, επιτρέπεται στο σημείο αυτό (68,4 χιλιόμετρο της άνω Ε.Ο), ορθούνται, με κάθετη σήμανση (Ρ-2 του ΚΟΚ), οι επιτακτικές ρυθμίσεις της σημάνσεως αυτής, πάντοτε στο χώρο της αρχής εμπιστοσύνης και υπό την παραφυλακή των γενικών ρυθμίσεων του άρθρου 12 του ισχύοντος ΚΟΚ, που επικαλύπτει, καθολικότερα, την ορθή οδηγική συμπεριφορά στην επικράτεια.

Η Ε.Ο είναι ευθεία, στο άνω σημείο, ο τεχνητός φωτισμός είναι ελλιπής και το ανώτατο όριο ταχύτητας ακολουθεί το χαρακτηρισμό της περιοχής αυτής ως κατοικημένης (50χ/ω). Ο ενάγων κινούμενος με απαγορευμένη για τις επικρατούσες για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, υπερβαίνουσα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ογδόντα (80) χιλιόμετρα ανά ώρα, στο αριστερό τμήμα του οδοστρώματος, αντί του δεξιού, ως όφειλε, και που τίποτε δεν τον εμπόδιζε, επέπεσε με όλη την ορμή και δυναμική που ενέχει η συνάρτηση βάρους της μοτοσικλέτας του και υπερβολικής, για τις περιστάσεις, ταχύτητας , στο πλάγιο - εμπρός αριστερό τμήμα του οδηγού του Ε.Ι.Χ … , Θ.

Τ., ιδιοκτησίας της Λ. Τ. του Θ., ασφαλισμένου στην εκκαλούσα-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα το τελευταίο να περιστραφεί, εντός του ρεύματος πορείας της Ε.Ο προς Ιωάννινα και να ακινητοποιηθεί, στο ίδιο ρεύμα και οδόστρωμα, με το εμπρόσθιο τμήμα του κατευθυνόμενου προς Άρτα, ενώ ο ενάγων-εφεσίβλητος-εκκαλών, Π.

Ρ., κινήθηκε στον αέρα, στροβιλίστηκε στο έδαφος, φυλάσσοντας το, ακάλυπτο, κεφάλι του και ακινητοποιήθηκε στο έρεισμα του ρεύματος πορείας προς Άρτα, την ίδια στιγμή που η μοτοσικλέτα του σύρθηκε επί του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε, στο αντίθετο ρεύμα, σε απόσταση 11 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως των εμπλακέντων οχημάτων.

Υπό τις συνθήκες αυτές που καταδεικνύουν αφενός μεν άκαιρη, ανεπιτήδεια και ανασφαλή είσοδο του οδηγού του Ε.Ι.Χ αυτοκινήτου, από παράδρομο σε οδό ταχείας κυκλοφορίας, ως η ένδικη, τούτο δε διότι άλλως ο άξονας του αυτοκινήτου του θα ήταν παράλληλος προς τον άξονα της Ε.Ο και κατά το ρεύμα προς Ιωάννινα, θα επέτρεπε δε, τότε, δεξιό ελιγμό του ενάγοντος προς το χώρο της συμβολής του δεξιού παραδρόμου και του προς Ιωάννινα ρεύματος πορείας, σε κάθε περίπτωση, αλλά και εντός καθαυτού του ρεύματος της Ε.Ο (προς Ιωάννινα), γεγονός που η διαγώνια θέση του αυτοκινήτου θα απέκλειε, αφετέρου δε υπερβολική ταχύτητα του ενάγοντος οδηγού και εσφαλμένη θέση επί της οδού, γεγονότα που καταδεικνύονται, αυτόθροα, από την δυναμική, την τεχνική, την μηχανική και τα αποτελέσματα της συγκρούσεως και τις δυνατές, υπό κοινή αντίληψη, θεωρήσεις της ενδίκου συγκρούσεως, επί τη βάσει των αντικειμενικών δεδομένων που αναδύονται από τα πορίσματα και τις ενδείξεις της Τροχαίας.

Και η μεν ευθύνη του οδηγού του εμπλακέντος αυτοκινήτου είναι προέχουσα, του δε ενάγοντος (οδηγού μοτοσικλέτας) συγκλίνουσα, σε ποσοστό (40%) σαράντα τοις εκατό, ως εκ της υπερδιπλάσιας της επιτρεπόμενης ταχύτητας μετά της οποίας αυτός κινούνταν και της μη ορθής θέσεως επί της οδού, απομένοντος, έτσι ποσοστού ευθύνης (60%) εξήντα τοις εκατό για τον ασφαλισμένο της εκκαλούσας-εφεσίβλητης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα :α) της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, οδηγού της με αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, εξαιτίας της μη ορθής θέσεως στην οποία αυτός κινείτο στο οδόστρωμα και της παραλείψεώς του να μειώσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του στο ανώτατο επιτρεπόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση όριο και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανωτέρω μη σύννομης συμπεριφοράς του και της επελθούσας συγκρούσεως των οχημάτων και των εξ αυτής απορρεουσών συνεπειών όσο και β) του επιτρεπτού ή μη αναστροφής στο επίδικο σημείο της οδού, από τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου, που δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του Κ.Ο.Κ και του Α.Κ., τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.

Διότι: 1) Δεν προσδιορίζονται η απόσταση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο αναιρεσείων από το αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη με οδηγό τον Θ. Τ., κατά το χρόνο της εισόδου του τελευταίου στο ρεύμα πορείας που κινείτο ο αναιρεσείων, ούτε το ακριβές σημείο σύγκρουσης των οχημάτων στο οδόστρωμα, ούτε πόσος χρόνος μεσολάβησε από τη στιγμή που ο αναιρεσείων οδηγός της μοτοσικλέτας είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την πορεία του αυτοκινήτου μέχρι την επέλευση της σύγκρουσης ώστε να μπορεί εντεύθεν να κριθεί, αν αυτός οδηγώντας την μοτοσικλέτα του με την επιτρεπόμενη για το ως άνω επίδικο σημείο της οδού ταχύτητα:

α) μπορούσε ή όχι με τη χρήση της πέδης, να ακινητοποιήσει την μοτοσικλέτα του προτού συγκρουστεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ. Τ., β) αν μπορούσε ή όχι να κάνει αποφευκτικό ελιγμό και να αντιπαρέλθει το εισελθόν στο δικό του ρεύμα πορείας αυτοκίνητο του τελευταίου. 2) Ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων οδηγός της μοτοσικλέτας "εξήλθε από την κεντρική δημοτική οδό Καλαμιάς-Φιλοθέης και ελίχθηκε δεξιά επί της Ε.Ο. 'Αρτας - Ιωαννίνων με κατεύθυνση την Φιλιππιάδα Πρέβεζας'' (σελ.4 στιχ.16) και είχε ήδη αναπτύξει ταχύτητα 80 χιλιομέτρων την ώρα μέχρι το σημείο της συγκρούσεως, η οποία ήταν "υπερδιπλάσια της επιτρεπόμενης ταχύτητας" (σελ. 6 στιχ. 29), δεν διευκρινίζει την απόσταση της ανωτέρω κεντρικής δημοτικής οδού από το σημείο σύγκρουσης, ώστε να μπορεί να κριθεί η δυνατότητα ανάπτυξης αυτής της ταχύτητας.

Επίσης, δεν διευκρινίζει ποίο ήταν το βάρος της μοτοσικλέτας, αν και συνδέει το στοιχείο αυτό (βάρος) για να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας σε 80 χιλ., δεχόμενο ότι η μοτοσικλέτα επέπεσε στο πλάγιο- εμπρός αριστερό τμήμα του ΕΙΧ αυτοκινήτου, με "όλη την ορμή και δυναμική που ενέχει η συνάρτηση βάρους της και ταχύτητάς της". 3) Επιπλέον αντιφάσκει στις αιτιολογίες σχετικά με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο της ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος, αφού το μεν δέχεται την περιοχή ως κατοικημένη με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50 χιλιόμετρα την ώρα (σελ. 5 στιχ. 26), το δε δέχεται την οδό ως ταχείας κυκλοφορίας (σελ.6 στιχ.14). 4) Ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου εισήλθε στο ρεύμα πορείας του αναιρεσείοντος από δεξιά του τελευταίου, μη επιτρέποντας σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) δεξιό ελιγμό, όπως ακριβώς αναφέρεται στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στη συνέχεια, κρίνει ότι η κίνηση και θέση του τελευταίου (αναιρεσείοντος) στο αριστερό τμήμα της οδού τον καθιστά συνυπαίτιο της πρόκλησης του ατυχήματος, χωρίς να διευκρινίζει γιατί αν αυτός κινείτο στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος θα απέτρεπε ή θα μετρίαζε την σύγκρουση.

Τέλος, 5) ενώ δέχεται ότι στο 68,4 χιλιόμετρο, όπου επισυνέβη το ένδικο τροχαίο, υφίστατο ειδική διαγράμμιση με λοξές γραμμές που επακολουθεί στο πέρας της νησίδας και κατά τον άξονα της Ε.Ο Άρτας -Ιωαννίνων (σελ. 4 στιχ.28), στη συνέχεια δέχεται ότι η αναστροφή στο προς Άρτα ρεύμα πορείας της αυτής Ε.Ο., είναι κίνηση, η οποία "τηρουμένων των όρων ορθής οδηγικής συμπεριφοράς, επιτρέπεται στο σημείο αυτό" (σελ. 5 στιχ. 14 επ.), χωρίς να διευκρινίζει στην ελάσσονα πρόταση του σκεπτικού της, εάν η ειδική διαγράμμιση που αναφέρει αφορά την περίπτωση της παρ. 5 ή εκείνη της παρ. 4 του άρθρου 5 του ΚΟΚ, διατάξεις ωστόσο, τις οποίες αναπτύσσει στη μείζονα πρόταση του σκεπτικού της, καθιστώντας έτσι αδύνατη την κρίση τόσο ως προς την περιγραφή της διαγράμμισης όσο και ως προς το επιτρεπτό ή όχι της αναστροφής στο σημείο εκείνο, με αποτέλεσμα το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης να μη είναι αναμφίβολο.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρώτος από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 6 του ως άνω άρθρου, τρίτος και τέταρτος, με τους οποίους επίσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια των γενόμενων δεκτών κατά τα άνω λόγων καλύπτει και αυτούς.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 87/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Διατάσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα που το κατέθεσε, με κωδικό πληρωμής ….

Kαι

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ