127/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 957/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/4/2016 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated127/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 127 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 127/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Ε' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και ήδη από την Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ" το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 957/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2016 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/4/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 244/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε κατά τους τύπους και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 5-3-2014 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκδοθείσης, επίσης κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 957/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 1-10-2013 ανακοπή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", με την οποία ζήτησε, να ακυρωθεί η γενομένη, στα πλαίσια αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τον ΚΕΔΕ, υπ' αριθμ. .../17-6-2013 δήλωση της τελευταίας ως τρίτης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και να υποχρεωθεί αυτή (καθ' ης η ανακοπή) να του καταβάλει το ποσό των 8.912,25 ευρώ, άλλως τα μισθώματα, που αναλογούν στο ποσοστό ιδιοκτησίας του εκμισθωτή οφειλέτη του επί του εκμισθωμένου σ' αυτήν (καθ' ης ανακοπή) μισθίου, ποσού 1.071,80 ευρώ έκαστο, ή οποιουδήποτε άλλου ποσού έχει συμφωνηθεί να καταβάλλεται ως μίσθωμα, άλλως όλα τα ως άνω μισθώματα μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως του ποσού των 8.912,25 ευρώ, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων.
Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, ορίζεται ότι η "γενομένη επί τη κατασχέση του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει διά το Δημόσιον μόνον εφ` όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαίωσιν".
Περαιτέρω, από τα άρθρα 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.) σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαιτήσεως της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πιστώσεως) με ανοικτό λογαριασμό είτε απαιτήσεως οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γεννήσεώς της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχυράσεως καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ' ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαιτήσεως από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της συμβάσεως ενεχυράσεως στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαιτήσεως, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 480/2006).
Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 Α.Κ. εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές, καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα αν αποσβεσθεί το χρέος να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ' αυτόν κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 Α.Κ. (ΑΠ 1168/2015, ΑΠ 1883/2014).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το αναιρεσείον, με την ένδικη ανακοπή του, προς στοιχειοθέτηση του δευτέρου λόγου αυτής, αναφορικά με την επικαλούμενη ακυρότητα της προσβαλλομένης δηλώσεως της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, ισχυρίστηκε, ότι κατά του, μη διαδίκου, Α.
Μ. έχει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, συνολικού ύψους 8.912,25 ευρώ, από φόρους εισοδήματος, ΕΤΑΚ, κ.λ.π., των οικονομικών ετών 2008 και 2012, που βεβαιώθηκαν νόμιμα και αναφέρονται στο συνημμένο στην ανακοπή πίνακα, κατά τρόπο σαφή για κάθε επί μέρους ποσό και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, ότι για την ικανοποίηση της συνολικής αυτής απαιτήσεως του, με το υπ' αριθ. .../11-4-2013 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ε' Θεσσαλονίκης, που απηύθυνε και κοινοποίησε στην καθ' ης η ανακοπή, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 8.912,25 €, στα χέρια της τελευταίας, ως τρίτης, "σε όσα οφείλει η μέλλει να οφείλει" από μισθώματα ως μισθώτρια του πιο πάνω οφειλέτη του και εκμισθωτή, ότι η τελευταία (καθ' ης η ανακοπή) προέβη στις 7-5-2013 στη, με αριθμό .../7-5-2013, δήλωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και ακολούθως στις 17-6-2013 στη, με αριθμό .../17-6-2013, συμπληρωματική της πρώτης, δήλωση, με την οποία δήλωσε, ότι ο ανωτέρω οφειλέτης του ανακόπτοντος έχει λάβει από την ίδια, μαζί με τους λοιπούς συγκυρίους των ακινήτων που της εκμισθώνει, στεγαστικό δάνειο ύψους 650.000,00 €, ότι για επιπρόσθετη δε εξασφάλιση της πληρωμής των δόσεων του εν λόγω δανείου, ο οφειλέτης του ανακόπτοντος και οι υπόλοιποι συγκύριοι του μισθίου ακινήτου, που μισθώνει η καθ' ης η ανακοπή, με την από 27-9-2007 σύμβαση συστάσεως ενεχύρου επί απαιτήσεως, συνέστησαν, υπέρ αυτής της (καθ' ης η ανακοπή τράπεζας) δικαίωμα ενεχύρου επί κάθε απαιτήσεώς τους, απορρέουσας από την μεταξύ τους μισθωτική σχέση, υφιστάμενης ή και μελλοντικής εις βάρος της καθ' ης και συγκεκριμένα επί της απαιτήσεώς τους κατά της μισθώτριας τράπεζας για είσπραξη των μη ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων της μισθώσεως, ανερχομένων στο ποσό των 3.740,3 ευρώ μηνιαίως πλέον χαρτοσήμου, καθώς και στο εκάστοτε μετά αναπροσαρμογή μελλοντικώς ποσό.
Ισχυριζόμενο δε, το ανακόπτον, ότι, η καθ' ης η ανακοπή του δεν είχε, προ της επιβολής της κατασχέσεως γνωστοποιήσει στην αρμόδια ΔΟΥ τη σύσταση του εν λόγω ενεχύρου και ότι ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει τέτοια δήλωση, με συνέπεια να μη μπορεί να προβάλει έναντι αυτού την τοιαύτη εκχώρηση των μισθωμάτων από τον ως άνω οφειλέτη του στην αντίδικό της αυτή, ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη η ως άνω αρνητική δήλωσή της και να υποχρεωθεί η καθ' ης, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, ως τεκμαιρόμενη οφειλέτιδα του ανακόπτοντα να καταβάλει σε αυτό το ποσό των 8.912,25 € για το οποίο επιβλήθηκε η ως άνω κατάσχεση, άλλως το ποσό της μηνιαίας αναλογίας του μισθώματος που οφείλεται στον οφειλέτη του, είτε κατά το οριζόμενο στο μισθωτήριο μίσθωμα είτε κατά το αναγραφόμενο στη φορολογική του δήλωση μίσθωμα.
Το Μονομελές Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με τον εν προκειμένω εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, τα εξής: "Με το δεύτερο λόγο της έφεσης του, το εκκαλούν- ανακόπτον, επαναφέροντας το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι η αναφερόμενη στη δήλωση Σύμβαση Σύστασης Ενεχύρου μεταξύ της εφεσίβλητης-καθ' ης η ανακοπή και του οφειλέτη του Δημοσίου δεν δύναται να ισχύσει για το Δημόσιο, για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.2 ΚΕΔΕ προδικασία (δήλωση προς την αρμόδια εφορία, πριν την επιβολή της κατάσχεσης και προσκομιδή σχετικής βεβαιώσεως).
Ενόψει, όμως, ότι, η ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις του νδ 17-7/13-08-1923 σύμβαση ενεχύρου, ουδόλως συνιστά "προκαταβολική εξόφληση ή εκχώρηση μισθωμάτων", έχουσα διάφορη προς την εκχώρηση ή την προκαταβολική εξόφληση νομική υπόσταση και παρέχουσα στον ενεχυρούχο δανειστή μέρος μόνον των εξουσιών του φορέα του δικαιώματος, με σκοπό την προνομιακή ικανοποίηση της δικής του απαίτησης, δεν περιλαμβάνεται στις δικαιοπραξίες που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 32 παρ.2 ΚΕΔΕ.".
Ακολούθως, το Εφετείο, δέχθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο απέρριψε, ως μη νόμιμο τον δεύτερο αυτό λόγο της ανακοπής του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και υπό την κρίση αυτή, στη συνέχεια, απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίον επανέφερε ενώπιόν του τον ως άνω δεύτερο λόγο ανακοπής.
Όμως, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή και ειδικότερα κρίνοντας, ότι η επικαλούμενη από τους διαδίκους σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο οφειλέτης του κατασχόντος - ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ενεχυρίασε, ως εκμισθωτής, στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη, ως μισθώτρια, τα εν λόγω μισθώματα, ουδόλως συνιστά "προκαταβολική εξόφληση ή εκχώρηση μισθωμάτων", ώστε, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 2 ΚΕΔΕ, να απαιτείται, για να ισχύει έναντι του κατασχόντος - ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η σχετική δήλωση στην Δ.Ο.Υ.
να έχει γίνει προ της κατασχέσεως και να προσκομίζεται η περί τούτου βεβαίωση, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 2 ΚΕΔΕ και 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", τις οποίες και ευθέως παρεβίασε, αφού η επικαλούμενη από τους διαδίκους, στην προκειμένη περίπτωση, ενεχυρίαση μισθωμάτων, συνιστά, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, εκχώρηση μισθωμάτων, η οποία για να ίσχυε έναντι του κατασχόντος Ελληνικού Δημοσίου, έπρεπε η σχετική προς τούτο δήλωση να είχε γίνει προς της κατασχέσεως, να επεκαλείτο τούτο η καθ' ης ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη και προς απόδειξη αυτού να προσκόμιζε την σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ..
Συνεπώς, τα αυτά, που υποστηρίζει με τον μόνο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον είναι βάσιμα και επομένως, ο εκ του άρθρου αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή του μόνου αυτού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτού, μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν. ΚΠολΔ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 244/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ