Legislator Case Law & Legislation
127/2018 AI generated

127/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 127/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

127/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι το σύνολο της αμοιβής του μαζί με το φόρο ανέρχεται σε 49.200 ευρώ (αμοιβή 40.000 ευρώ και ΦΠΑ 9.200 ευρώ), έτσι ώστε η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει κατά την αναλογία συμμετοχής της συνιδιοκτησίας της το ποσοστό που της αναλογεί, ανερχόμενο σε 585,71 ευρώ (49.200 ευρώ: 84 διαμερίσματα).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 127 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 127/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Μεγκούσογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η απόφαση 4285/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4285/2016 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία τροποποιούμενη από τις διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθρα 466-472 ΚΠολΔ), απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης περί καταψηφίσεως εργολαβικής αμοιβής.

Συνεπώς η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 535/2015, ιδρύεται λόγος αναίρεσης απόφασης Ειρηνοδικείου και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 448/2006).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 25.9.2013 αγωγής προς το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, όπως το αίτημά της περιορίστηκε στο ακροατήριο, ο ενάγων επικαλείται τα εξής: Ότι δυνάμει των από 30.12.2004 δέκα τεσσάρων συμβάσεων έργου, που συνήφθησαν μεταξύ αυτού ως εργολάβου και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α..." ως αντιπροσώπου των εργοδοτών (ιδιοκτητών των 84 κατοικιών που ήταν το αντικείμενο του έργου) μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη, ανέλαβε την υποχρέωση να οικοδομήσει ισάριθμες παραθεριστικές κατοικίες επί οικοπέδων της συγκυριότητάς τους.

Ότι, αφού εκτέλεσε κατά ένα μεγάλο μέρος το συμφωνημένο έργο, στη συνέχεια ο ενάγων συνήψε την 30.5.2008 νέα σύμβαση με την ίδια ως άνω εταιρία, που ενεργούσε αφενός ατομικά και αφετέρου ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό όλων των εργοδοτών-ιδιοκτητών που ήταν και μέτοχοί της, με βάση την οποία η αντισυμβαλλόμενη εταιρία θα παραλάμβανε τις κατοικίες ημιτελείς και θα προχωρούσε η ίδια στην ολοκλήρωσή τους, ενώ για το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής του ύψους 40.000 ευρώ, για το μέχρι τότε εκτελεσθέν μέρος του έργου, η προαναφερόμενη εταιρεία εγγυήθηκε την εξόφλησή του άτοκα μέχρι την 30-3-2009.

Ότι άσκησε κατ' αυτής ("Α...") αγωγή για την καταβολή της αμοιβής του, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 29.815/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία κατέστη τελεσίδικη διότι η κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2012/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ότι εν τέλει δεν κατόρθωσε να εισπράξει την αμοιβή της από την ανωτέρω εταιρία, που τελεί υπό εκκαθάριση, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της, για το λόγο δε αυτό αξιώνει την πληρωμή της αναλογικά από κάθε ιδιοκτήτη των κατοικιών, όπως είναι και η εναγόμενη (κυρία της Κ3 κατοικίας και συγκυρία στο αγροτεμάχιο Νο1 του 1ου Ο.Τ.), διότι είναι εργοδότες του και οφείλουν την εργολαβική αμοιβή για το μέρος του έργου που τους παραδόθηκε, επί πλέον δε και διότι, πέρα από τη σωρευτική αναδοχή του χρέους από την ως άνω "Α...", ευθύνονται και αυτοί ως πρωτοφειλέτες λόγω της υποχρεώσεως που ανέλαβαν από τη σύμβαση έργου.

Ότι το σύνολο της αμοιβής του μαζί με το φόρο ανέρχεται σε 49.200 ευρώ (αμοιβή 40.000 ευρώ και ΦΠΑ 9.200 ευρώ), έτσι ώστε η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει κατά την αναλογία συμμετοχής της συνιδιοκτησίας της το ποσοστό που της αναλογεί, ανερχόμενο σε 585,71 ευρώ (49.200 ευρώ: 84 διαμερίσματα).

Για τους λόγους αυτούς ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του πληρώσει το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Ειρηνοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και την απέρριψε ως αόριστη με τις εξής αιτιολογίες: "Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως καθόσον δεν περιγράφεται με ακρίβεια το αντικείμενο της διαφοράς.

Ειδικότερα, ο ενάγων, ενώ θεμελιώνει την αξίωσή του σε σύμβαση έργου, δεν εκθέτει ουδόλως στην αγωγή του πού βρίσκεται το έργο, πότε συμφωνήθηκε να παραδοθεί το έργο και όταν αυτό παραδόθηκε, αφού προηγουμένως το εκτέλεσε "κατά μέγα μέρος", σε ποιο στάδιο βρίσκονταν, ποιες εργασίες είχαν γίνει και ποιες υπολείπονταν, δεν αναφέρει, επίσης, τις καταβολές που έγιναν, ούτε το ποσό που οφείλονταν από την εναγόμενη ως υπόλοιπο της αμοιβής του ενάγοντος.

Δεν διευκρινίζεται για ποιο λόγο και με ποια θεμελίωση αξιώνει ο ενάγων εργολάβος το ίδιο ποσό από τους ιδιοκτήτες κάθε κατοικίας, εφόσον πρόκειται για 14 εργολαβίες, 84 κατοικίες με ενδεχομένως διαφορετικό στάδιο εκτέλεσης της καθεμίας κατοικίας και διαφορετικά επιμέρους καταβληθέντα ποσά αμοιβής από τους ιδιοκτήτες κάθε κατοικίας.

Οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα δικαστικές αποφάσεις ακόμη και στην περίπτωση που δεσμεύουν τους ιδιοκτήτες κατοικιών, αφορούν την συνολική αμοιβή του ενάγοντος, η οποία θα επιμεριστεί στους ιδιοκτήτες κατοικιών - πρωτοφειλέτες, ανάλογα με το στάδιο εργασιών που παραδόθηκε η κάθε κατοικία και ανάλογα με τις καταβολές που έγιναν και όχι μόνο κατά την αναλογία συμμετοχής της κάθε συνιδιοκτησίας.

Ελλειπόντων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών δεν δύναται το Δικαστήριο να ερευνήσει την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της κρινόμενης αγωγής και να διαπιστώσει την ύπαρξη ή μη οφειλής της εναγόμενης προς τον ενάγοντα και το ενδεχόμενο ύψος αυτής (της οφειλής). Περαιτέρω, ο ενάγων στην κρινόμενη αγωγή έχει και αίτημα περί καταβολής και του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας επί της αμοιβής του το οποίο είναι απαράδεκτο κι απορριπτέο, διότι για την καταβολή αυτού απαιτείται η προηγούμενη έκδοση των σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών και η εξ αυτής της αιτίας γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του σχετικού Φ.Π.Α.

στο δημόσιο, γεγονός που δεν διευκρινίζεται στην ένδικη αγωγή, εάν έλαβε ή δεν έλαβε χώρα. Ελλείπουσας της προϋπόθεσης αυτής, ο ενάγων προεισπράττοντας το σχετικό ποσό καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος. Ως εκ τούτου, το σχετικό αγωγικό αίτημα, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, αλλά και κατόπιν σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης είναι αόριστο κι απορριπτέο".

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, όπως εκτιμάται, προβάλει την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο, αν και στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής περιλαμβανόταν, εκτός από την περί συμβάσεως έργου βάση, που κρίθηκε αόριστη, επιπρόσθετα και άλλοι αυτοτελείς ισχυρισμοί που συγκροτούσαν παράλληλη ιστορική βάση και επομένως θεμελίωναν το αίτημα της αγωγής, εν τούτοις παρά το νόμο δεν τους έλαβε υπόψη.

Ειδικότερα, προβάλλει ότι στην αγωγή γινόταν επί πλέον αναφορά ότι με την υπ' αριθ. 29.815/2011 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η (εκεί εναγομένη) ανώνυμη εταιρία "Α..." αναδέχθηκε το χρέος από την ένδικη εργολαβική αμοιβή κατά το άρθρο 477 ΑΚ σωρευτικά μαζί με τους 84 εργοδότες, ιδιοκτήτες των κατοικιών, που όφειλαν την καταβολή της πρωτογενώς ως εργοδότες.

Επίσης, ότι το ανωτέρω δεδικασμένο θεμελίωνε πρόσθετη βάση της αγωγής για την ενοχή της εναγομένης, παράλληλη με εκείνη της συμβάσεως έργου που κρίθηκε αόριστη. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος διότι ο ανωτέρω ο ισχυρισμός που -κατά τον αναιρεσείοντα- δεν λήφθηκε υπόψη δεν είναι νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης.

Και τούτο διότι, επί οφειλής από εργολαβική αμοιβή, την οποία τρίτος κατόπιν συμφωνίας του με τον εργολάβο-δανειστή αναδέχθηκε κατά το άρθρο 477 ΑΚ να πληρώσει, σωρευτικά με τον παλαιό οφειλέτη-εργοδότη, η έκδοση τελεσίδικης απόφασης, που κατόπιν αγωγής του δανειστή υποχρεώνει το νέο οφειλέτη να πληρώσει σ' αυτόν την από την εργολαβική αμοιβή οφειλή, δεν θεμελιώνει κατά νόμο νέα βάση για την ενοχή του παλαιού οφειλέτη εργοδότη ο οποίος εξακολουθεί να ενέχεται από τη σύμβαση έργου.

Για το λόγο αυτό η εναντίον του αγωγή πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία του πραγματικού των κανόνων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ. Επίσης, και ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα επί του ζητήματος συναφή νομολογία, που προέκυψε από την παραδοχή παρόμοιων αγωγών κατά άλλων ιδιοκτητών, είναι απαράδεκτος διότι η επίκληση νομολογίας από άλλες συναφείς δικαστικές αποφάσεις, προσκομιζόμενες προς ενίσχυση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ (ΑΠ 701/2011, ΑΠ 17/2006).

Περαιτέρω, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή κατά την εκ της συμβάσεως έργου βάση της τόσο ως προς την αμοιβή, όσο και ως προς την προσαύξησή της με τον ανάλογο φόρο, είναι απαράδεκτοι διότι τέτοιος λόγος (αντίστοιχος του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων Ειρηνοδικείων.

Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος και ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι κήρυξε το ανωτέρω απαράδεκτο, αν και ο Ειρηνοδίκης είχε υποχρέωση από το νόμο (και συγκεκριμένα από τα άρθρα 227, 236, 245 και 254 ΚΠολΔ), ασκώντας το καθοδηγητικό του καθήκον, να φροντίσει με την υποβολή ερωτήσεων ή άλλο τρόπο να συμπληρώσει τα αόριστα σημεία της αγωγής, αντί να την απορρίψει ως αόριστη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2017 αίτηση του Ν. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4285/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ